Υπό Σταύρου Πατρικουνάκου
Ο τουρισμός, που ξεκίνησε στη Μάνη, στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, με αργούς ρυθμούς, χάρη στα σπήλαια Διρού, ήταν ιδιαίτερης σημασίας για την ανάπτυξη της. Καθόρισε την πριν και την μετά την άνθησή του ιστορία της Μάνης. Για την ενημέρωση του αναγνώστη θα παραθέσω μερικά περιηγητικά διηγήματα της περιόδου 1960-72 [το πριν δηλαδή] και ένα του 2026 που η τουριστική κίνηση είναι αξιόλογη.
Α] ΠΡΙΝ
1. Ένα Σάββατο του 1960 στο παζάρι [λαϊκή] της Αρεόπολης
Το πρώτο Σάββατο του Σεπτεμβρίου του 1960 καθώς ακόμη δεν είχαν ανοίξει τα σχολεία -θα πήγαινα στην τέταρτη τάξη του δημοτικού σχολείου Βαχού- η μάνα μου, νωρίς το πρωί, φόρτωσε στο γαϊδούρι χοντρά, ξερά ξύλα ελιάς και με εντόλιασε -επειδή η ίδια δεν μπορούσε- να πάω να τα πωλήσω στον φούρνο, στην Αρεόπολη, μια διαδρομή πεζοπορίας μεγαλύτερης της μιας ώρας από το χωριό μου.
Πρώτη φορά θα πήγαινα μόνος στην Αρεόπολη και ένιωθα υπερήφανος για την εμπιστοσύνη που μου έδειχνε η μάνα μου αλλά και για την ελευθερία που θα είχα σε ένα μικρό ταξίδι.
Μόνος δεν ήμουν, εντελώς, γιατί και άλλοι χωριανοί πήγαιναν με τα γαϊδούρια τους στην Αρεόπολη για να πωλήσουν ή αγοράσουν τα αναγκαία αγαθά αλλά και Τσεροβιώτες, από το πίσω από το δικό μου χωριό. Στον Σταυρό που πέρασα είχαν μπει ‘’στο ποτάμι της διαδρομής’’ ή θα έμπαιναν μετά από εμένα και άλλοι για το παζάρι από την Κελεφά, τη Γέρμα και τη Λαγκάδα. Ένα διακεκομμένο καραβάνι ανθρώπων με φορτωμένα γαϊδούρια κατευθυνόταν προς την Αρεόπολη.
Το ίδιο φαντάζομαι ότι γινόταν και από τη νότια είσοδο της κωμόπολης που θα έρχονταν από τη Μέσα Μάνη και την Προσηλιακή.
Στην πορεία μου αντάμωσα το λεωφορείο που πήγαινε στην Αθήνα, πάντα καθυστερημένο εξαιτίας της παλαιότητάς του αλλά και του χωματόδρομου. Αντάμωσα και τρεις βοσκούς με τα πρόβατά τους, διαδοχικά, που τα οδηγούσαν στα βοσκοτόπια της βόρειας πλαγιάς του βουνού της Αρεόπολης που λέγεται Αρκουδόλατσα.
Πηγαίνοντας με προσπέρασε, μετά πολλά λεπτά της ώρας που με ακολουθούσε -και όλο έλεγα πότε θα με φθάσει- ένα τρακτέρ που πήγαινε με ταχύτητα βιαστικού πεζοπόρου. Αγκομαχούσε στον δρόμο και χοροπηδούσε, ιδιαίτερα η καρότσα του, αφού ο χωματόδρομος είχε πολλές μικρές λακκούβες και πολλές μικρές πέτρες που εξείχαν. Αμφιβάλλω αν, λόγω των τρανταγμάτων, έμεινε αλώβητη έστω και μια από τις ντομάτες που είχε στα καφάσια της καρότσας του.
Φθάνοντας στην Αρεόπολη πρώτο κτίσμα της ήταν το επιβλητικό γυμνάσιο που το κοίταζα από μακριά με δέος. ‘’Γερά χτισμένο, απλόχερα, μακριά από της κωμόπολης τα σοκάκια, με τα πορτοπαράθυρα των τοίχων περίσσια, να έρχεται ο κυρ Ήλιος διαφεντευτής’’ [Παλαμάς].
΄΄Πότε θα έρθω και εγώ εδώ να φορέσω το μαθητικό πηλήκιο με την κουκουβάγια’’, σκέφθηκα. [Οι μικροί βιάζονται να μεγαλώσουν].
Στο προαύλιο του γυμνασίου βρίσκονταν παιδιά -τα πιο πολλά ήταν αγόρια- που περίμεναν να χτυπήσει το κουδούνι για να μπουν μέσα. Ήταν παιδιά που είχαν τελειώσει τον Ιούνιο το δημοτικό στα χωριά τους, είχαν δώσει, αρχές Ιουλίου, ‘’εισιτηρίους’’ εξετάσεις για την πρώτη γυμνασίου αλλά είχαν αποτύχει και τώρα τις επαναλάμβαναν. Ήταν επίσης και οι επανεξεταστέοι των γυμνασιακών τάξεων που είχαν απορριφθεί σε ένα ή δυο μαθήματα τον Ιούνιο και τώρα τα έδιναν για να περάσουν την τάξη ή να πάρουν το απολυτήριο.
Λίγο μετά το γυμνάσιο ένα διώροφο, ύστερα το τηλεγραφείο απέναντι τους ο αλευρόμυλος και πιο κάτω, σε αυλή, φραγκοσυκιές. Απέναντι πολλά μικρά δωμάτια, διαστάσεων τρία επί τρία και ύψος δυο, που νοίκιαζαν οι μαθητές του γυμνασίου οι προερχόμενοι από τα μακρινά χωριά. Στη συνέχεια, αριστερά, καθώς πήγαινα, ήταν ένα υποτυπώδες βενζινάδικο, ‘’το νοτιότερο της ηπειρωτικής Ευρώπης’’ και δυο μπακάλικα, στο ένα ήταν και το συμβολαιογραφείο. Αμέσως μετά ήταν ένα χοιροστάσιο και δίπλα το μικρό φωτογραφείο. Απέναντι ένας πύργος με μεγάλη αυλή, ένα εστιατόριο και λίγο πιο κάτω το βιβλιοπωλείο που απέναντι του ορθωνόταν ένας πύργος και δίπλα σε αυτόν το σαμαροποιείο-πεταλωτήριο. Μετά το βιβλιοπωλείο ήταν ένα κουρεία και ένα διώροφο, μικρό ξενοδοχείο με ένα[;] δωμάτιο αν τύχαινε να έρθει ξένος. Δίπλα ήταν το καφενείο του Νιαρχάκου, κέντρο της καθημερινής κοινωνικής ζωής των κατοίκων για τα νέα και τα ζητήματα της κωμόπολης, στέκι των γεωργών και κτηνοτρόφων, της λαϊκής τάξης δηλαδή της Αρεόπολης. Το καφενείο ήταν και σταθμός του λεωφορείου και μαζευόταν κόσμος να ιδεί ποιοι έρχονται, ποιοι φεύγουν και τι νέα φέρνουν από την Αθήνα. Σε αυτό γίνονταν οι συγκεντρώσεις της ΕΡΕ [Δεξιάς] και οι κινηματογραφικές προβολές σαν ερχόταν ο επιχειρηματίας από το Γύθειο.
[Έξω, στη μικρή πλατεία των διδύμων εκκλησιών, γινόταν η επίσημη υποδοχή του βασιλιά, όποτε ερχόταν και είχε έρθει κάμποσες φορές. Οι κάτοικοι χτυπούσαν τις καμπάνες, φώναζαν, ΖΗΤΩ ΤΟ ΕΘΝΟΣ, ΖΗΤΩ Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ, ΖΗΤΩ Ο ΣΤΡΑΤΟΣ, ΖΗΤΩ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΗ και όλοι ήταν ευχαριστημένοι].
Μπροστά από τις δίδυμες εκκλησίες μια λακκούβα, που με το νερό της βροχής γινόταν λούμπα, απλωνόταν σε όλο το πλάτος του δρόμου και οι περαστικοί ακροπατούσαν, σύρριζα στον τοίχο, για να περάσουν και η κοινότητα Αρεοπόλεως για χρόνια δεν έλεγε να την καλύψει.
Συνεχίζοντας την περιήγηση προς τα πάνω, ανατολικά, με θέα το βουνό Αρκουδόλατσα, δεξιά ήταν ένα μανάβικο, ένα άλλο μαγαζί με κατεψυγμένα προϊόντα πάγου, ένα κρεοπωλείο, ένα μπακάλικο και απέναντι άλλο ένα μπακάλικο. Στη γωνία του δεξιού μπακάλικου, όπως προχωρούσα, έστριψα δεξιά και έφθασα στον φούρνο. Ο φούρναρης με βοήθησε να ξεφορτώσω τα ξύλα, τα ζύγισε, ήταν πενήντα οκάδες, τα αγόρασε με τριάντα λεπτά την οκά, έκανα και εγώ την πράξη με μολύβι και χαρτί ‘’μη με γελάσει’’ και μου έδωσε δεκαπέντε δραχμές. Τον παρακάλεσα να αφήσω το γαϊδούρι στη μάντρα του για να κάνω μια βόλτα στην Αρεόπολη, το δέχθηκε και έτσι έφυγα για την πλατεία σαν πρωτόβγαλτος περιηγητής που άπληστα ‘’άρμεγε με τα μάτια του’’ όσα έβλεπε.
Περνώντας το φαρμακείο στη γωνία, απέναντι ήταν το καφενείο του Κατσάκου, όπου σύχναζαν ο ειρηνοδίκης, οι καθηγητές, οι δάσκαλοι -η γιάτρισσα αν και κάπνιζε δεν πήγαινε γιατί οι γυναίκες και τα παιδιά δεν σύχναζαν στα καφενεία- ο οδοντίατρος, ο αγρονόμος, ο κτηνίατρος, ο έφορος, ο ταμίας, ο υπάλληλος του ταχυδρομικού ταμιευτηρίου, συνταξιούχοι δημόσιοι υπάλληλοι και κάποιοι εγγράμματοι και ευκατάστατοι νοικοκυραίοι της Αρεόπολης, δηλαδή η ‘’υψηλή’’ κοινωνία της, απόμακρη από τον ντόπιο γεωργοκτηνοτροφικό πληθυσμό. Δίπλα ένα μπακάλικο και στη συνέχεια ένα εστιατόριο, πάνω από το οποίο, στον πρώτο όροφο, ήταν το ειρηνοδικείο. Αμέσως μετά ήταν το καφενείο του μπάρμπα-Νίκου του Σαγιάκου, στέκι όσων Αρεοπολιτών δεν ήταν φανατικοί δεξιοί και ήθελαν να ξεχάσουν τις φρικαλεότητες του αδελφοκτόνου σπαραγμού που είχε γνωρίσει η περιοχή πριν δέκα και πλέον χρόνια. Στη Μάνη το πολιτικό και κοινωνικό κλίμα εξακολουθούσε να είναι βαρύ αν και παρατηρούνταν σημάδια εκτόνωσης. Σε αυτό το καφενείο σύχναζαν και οι κρυπτοδημοκρατικοί. [Πως λέμε ότι στην Τουρκία υπάρχουν κρυπτοχριστιανοί έτσι και στη Μάνη υπήρχαν κρυπτοδημοκρατικοί]. Το Σάββατο όμως, λόγω γειτνίασης με τον χώρο του παζαριού, γινόταν κυρίως καφενείο των ξενοχωριτών [ξενομεριτών] γιατί εκεί κάθονταν οι άντρες που έρχονταν για το παζάρι από τα χωριά της Μάνης. Γινόταν έτσι υπερτοπικό κέντρο καθώς οι θαμώνες του έφερναν τα νέα των χωριών τους και έδιναν μια εικόνα όλης της Μάνης.
Είχα όμως φθάσει στο Αγιάτικο [σημερινή πλατεία Αθανάτων], στον ανοιχτό χώρο της αγοράς, μια μεγάλη αλάνα στη μέση της οποίας, εκεί όπου σήμερα, περίπου, είναι ο ανδριάντας του Πετρόμπεη, υπήρχε μια στήλη με μαρμάρινη πλάκα η οποία έφερε ανάγλυφο της Δόξας με ενδυμασία αρχαίας ιέρειας να κρατά με υψωμένα τα χέρια στεφάνι δάφνης για να στεφανώσει εκείνους που θυσιάσθηκαν για την πατρίδα.
Υπήρχε κόσμος πολύς και γαϊδούρια δεμένα στη σειρά και διαφόρων ειδών προϊόντα απλωμένα στο παζάρι.
Ανακατεύτηκα με τους πωλητές και αγοραστές, περπατώντας ανάμεσα στους πάγκους, τα κοφίνια και τα καφάσια όπου είχαν ντομάτες, μελιτζάνες, κολοκύθια, βλήτα, σταφύλια, καρπούζια, πεπόνια, αχλάδια, από τις εύφορες κοιλάδες της βορειοανατολικής Μάνης αλλά και γουρουνόπουλα, κοτόπουλα, αμύγδαλα, ρίγανη, φασκόμηλο, λούπινα, μυζήθρες, τυριά, σύκα κίτρινα και ασκάδια, Ήταν ένα ζωηρό πανηγύρι που συμμετείχαν, σχεδόν, ‘’όλα της Μάνης τα χωριά’’.
Μου άρεσε να ακούω τα παζαρέματα που έκαναν πωλητές και αγοραστές με τη Μεσομανιάτικη προφορά και τους ιδιωματισμούς της τοπικής γλώσσας, ‘’κορώνα μου, καΐλα μου, κακοντέλικο, κλιμαντούρα, ’κει ’σια πάνου, παντέχου, άχυουρα, μπουζία, φουλία, πουλία, παιδία, παίζουσι, γράφουσι, πάουσι [-ω], μωρή Λιού, λω θειά-Μήτσαινα’’ και άλλα.
Όμως έβλεπα μια μεγάλη αντίθεση. Στο καφενείο του μπάρμπα-Νίκου κάθονταν οι άνδρες από τα Μανιατοχώρια. Ήταν παλιοί συμμαθητές, παλιοί γνώριμοι από τον στρατό, τα χίτικα ή τα τάγματα ασφαλείας, συμπέθεροι, μπατζανάκηδες, κουμπάροι που συναντιούνταν με την ευκαιρία του παζαριού, έπιναν καφέ ή κρασί και στο τέλος μάλωναν για το ποιος θα κεράσει, ΄΄Μη και μας περάσουν για τίποτα διακονιαραίους’’ αν και όλους τους έδερνε άγρια φτώχεια. Ήταν όμως οι αγάδες.
Γιατί έξω στο παζάρι ήταν οι είλωτες, οι πολυβασανισμένες γυναίκες, οι ηρωίδες, οι θρυλικές Μανιάτισσες μανάδες, οι στύλοι του σπιτιού που σήκωναν αγόγγυστα και ως Άτλαντες τα βάρη της οικογένειας,
‘’Σερνικομάνες με τ’ αγόρια αρμαθιά,
αντρογυναίκες και σκληρές σαν αμαζόνες’’,
μαυροφορεμένες και με τις μαύρες μαντήλες [γάζες] στο κεφάλι
–‘’όλο και κάποιον θα θρηνούσαν και θα μοιρολογούσαν’’-
τις έβλεπα να κάνουν όλες τις δοσοληψίες και τους λογαριασμούς αν και αγράμματες οι περισσότερες.
Ζύγιζαν τα προϊόντα που πωλούσαν με το καντάρι που ως μονάδα μέτρησης είχε την οκά αν και πριν λίγα χρόνια την είχε αντικαταστήσει το χιλιόγραμμο [κιλό]. Και επειδή λίγες είχαν καντάρι τα έδιναν και στις άλλες και έτσι τα καντάρια ‘’περιφέρονταν’’ στην αγορά.
Υπήρχαν και δυο-τρεις έμποροι από το Γύθειο που πωλούσαν υφάσματα και διάφορα ψιλικά. Ένας πωλούσε και διλογίτικα παπούτσια που έμοιαζαν μεταξύ τους αλλά ήταν λίγο διαφορετικά και για αυτό τα πωλούσε σε χαμηλή τιμή και διαλαλούσε την πραμάτειά του,
‘’Φθηνά, φθηνά, για τη φτωχολογιά’’.
Τα ‘’τάγματα των ξυπόλητων’’ αγοριών έπρεπε να ποδεθούν πριν πάνε στο σχολείο.
Τα σχολεία θα ξεκινούσαν σε μία βδομάδα και οι γονείς έπρεπε να κάνουν την εγγραφή των παιδιών τους. Πεντακόσιες δραχμές εγγραφή για κάθε τάξη του γυμνασίου. [Τριάντα τρία και πλέον φορτία ξύλα στον φούρνο]. Χώρια τα βιβλία, τα τετράδια και η ενοικίαση δωματίου στην Αρεόπολη για όσα παιδιά προέρχονταν από χωριά. Τα έξοδα ήταν πολλά. Η παιδεία δεν ήταν δωρεάν και για αυτό μερικοί γονείς δεν άφηναν τα παιδιά τους να μάθουν γράμματα -και πολλά καλά μυαλά χάθηκαν- αλλά τα έστελναν να βόσκουν τα αγριοκάτσικα στα βουνά.
Αυτό ήταν και το παράπονο του μπάρμπα-Γιάννη και τώρα, ογδόντα χρονών και με έντονη γεροντική άνοια, κάθε τόσο ξέφευγε από την επιτήρηση των δικών του και τραβούσε κατά το γυμνάσιο. Έτσι και εκείνο το Σάββατο πέρασε από το παζάρι και πολλοί τον ρωτούσαν.
-Που πας μπάρμπα- Γιάννη;
-Πάω να γραφτώ στο γυμνάσιο, τους απαντούσε.
Κανένας όμως δεν τολμούσε να τον περιγελάσει γιατί ο γιός του, έλεγαν, ότι είχε στο κατώι του κρυμμένη μια κασέλα γεμάτη όπλα από την εποχή του εμφύλιου που υπηρετούσε στα τάγματα ασφαλείας και δεν θα επέτρεπε σε κανέναν να εμπαίζει τον πατέρα του.
Δεν έτυχε όμως ίδιου ή ανάλογου σεβασμού στο παζάρι και ένας πρωινός γερο-μεθύστακας, άκληρος και μάγκουφος, που έλεγε ότι θέλει να αγοράσει ψάρια και τραγουδούσε,
‘’Να μου τηγανίζεις ψάρια, να μου φτιάχνεις σκορδολιά’’.
Ευτυχώς που κατέφθασε η γριά του και τον μάζεψε.
Και αφού είδα πολλά στο παζάρι, είπα να γνωρίσω και την υπόλοιπη Αρεόπολη και ξεκίνησα μια βόλτα προς τα κάτω, στο πλακόστρωτο του κεντρικού δρόμου, Αγιάτικο-Ταξιάρχης, ανάμεσα στα πυργόσπιτα. Με εντυπωσίαζαν οι πινακίδες των μαγαζιών. Ήταν πολλές. Στο χωριό μου υπήρχαν τέσσερες. Μια για το μπακάλικο και τρεις για τα καφενεία. Εδώ διάβαζα, ΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟΝ, ΚΡΕΟΠΩΛΕΙΟΝ, ΟΙΝΟΜΑ-ΓΕΙΡΕΙΟΝ, ΠΡΑΤΗΡΙΟΝ ΣΙΓΑΡΕΤΤΩΝ, ΚΟΥΡΕΊΟΝ, ΕΜΠΟΡΟ-ΡΑΦΕΊΟΝ, ΕΜΠΟΡΙΚΟΝ, ΣΙΔΗΡΟΥΡΓΕΙΟΝ, ΟΠΩΡΟΠΩΛΕΙΟΝ, ΥΠΟΔΗΜΑΤΟΠΟΙΕΙΟΝ.
Την προσοχή μου τράβηξε ένα μικρό ισόγειο δωμάτιο πάνω στο τραπέζι του οποίου είδα σκορπισμένα πολλά χαρτιά. Ήταν το γραφείο της εφημερίδας ΜΑΝΙΑΤΙΚΑ ΝΕΑ που εξέδιδε ο Γιάννης Φρατζεσκάκης. Πέταξε ο νους μου ψηλά. Να έγραφα και εγώ σε εφημερίδα, είπα…
[Λίγες μέρες μετά, που άνοιξαν τα σχολεία, ξεκίνησα και με ένα φύλλο από το πρόχειρο τετράδιο έβγαλα την πρώτη εφημερίδα με το όνομα, ‘’Τα νέα του χωριού’’. Στην πρώτη σελίδα είχα γράψει τις τελευταίες ειδήσεις ότι μετά τα πρωτοβρόχια που οι χωριανοί ‘’βγήκαν’’ στα χωράφια να οργώσουν για να σπείρουν σιτάρι έσπασε το αλέτρι του μπάρμπα-Νέστορα και για να το αντικαταστήσει κόπιασε όλο το απόγευμα, ότι ο δάσκαλος έδωσε τέσσερες βεργιές, από δυο σε κάθε χέρι, στον Ορέστη γιατί ήτα αδιάβαστος και ότι ο Πελοπίδας που ο πατέρας του ήταν αντιπρόσωπος του βουλευτή … έγινε χωροφύλακας και έφυγε για τη σχολή. Στη δεύτερη σελίδα περιέγραψα τον ποδοσφαιρικό αγώνα μεταξύ της ε΄ και της στ’ τάξης που έγινε την προηγούμενη μέρα στο προαύλιο του σχολείου. Η εφημερίδα βγήκε σε ένα αντίτυπο και είχε έναν μόνον αναγνώστη, εμένα που την εξέδιδα, καθώς τα άλλα παιδιά δεν έδειξαν ενδιαφέρον. Εξέδωσα και άλλο φύλλο, μετά καιρό, αλλά στο τέλος αφού δεν είχε αναγνωστικό κοινό την έκλεισα. ‘’Χάθηκε, μια πηγή της ιστορίας του χωριού’’].
Συνεχίζοντας στο καλντερίμι της Αρεόπολης, αμέριμνος, έξω από τον Ταξιάρχη, τρία παιδιά που έπαιζαν, μόλις με είδαν, πετάχτηκαν εξαγριωμένα, με έβρισαν, μου πέταξαν πέτρες και στη συνέχεια μου επιτέθηκαν με τις γροθιές τους. Με έσωσε από τα χέρια τους μια γριά που τα μάλωσε αυστηρά. Ευτυχώς τη σεβάστηκαν και την υπάκουσαν
Δεν ήμουν από τη γειτονιά τους, δεν ήμουν από το χωριό τους αλλά από άλλο και ως ξένος δεν ήμουν ευπρόσδεκτος. Το αρχαίο Σπαρτιατικό πνεύμα της ξενηλασίας που έβλεπαν τους ξένους εχθρικά και καχύποπτα μη τυχόν και εισάγουν ‘’καινά δαιμόνια’’ ίσχυε ακόμη. Μόνο στον χώρο της αγοράς είχα ‘’δικαίωμα’’ να κινούμαι. Ο Ξένιος Ζευς με προστάτευε εκεί όπου συναντιόταν με τον Κερδώο Ερμή. Επέστρεψα, γρήγορα, στο Αγιάτικο αλλά και εκεί με περίμενε άλλη έκπληξη.
Ένας γέρος -θα ήταν ο ιδιοκτήτης του οικοπέδου που το σύνορό του προς το Αγιάτικο οριζόταν με τοίχο, ξερολιθιά, και στον οποίο τοίχο είχαν σφηνώσει ξύλινους και σιδερένιους πασσάλους για να δένουν τα γαϊδούρια τους οι επισκέπτες του παζαριού- έκοβε με ένα μεγάλο μαχαίρι τα σχοινιά των δεμένων γαϊδουριών. Και αυτός εμφορείτο από το πνεύμα της ξενηλασίας και το δικαίωμα της ατομικής ιδιοκτησίας.
Ελεύθερα, πλέον, τα σαμαρωμένα γαϊδούρια άλλα από τα αρσενικά δαγκώνονταν και κλωτσιούνταν μεταξύ τους και άλλα κυνηγούσαν τα θηλυκά που έτρεχαν στο παζάρι και έτσι δημιουργήθηκε ένα πανδαιμόνιο καθώς τα γαϊδούρια σκορπούσαν τους πάγκους, τα κοφίνια και τα καφάσια με τις πραμάτειες των μικροπωλητών. Έγινε χάος. Μαζεύτηκε εκεί όλος ο κόσμος. Οι άνδρες, πιο επιφυλακτικοί, συγκρατούνταν μην οξυνθούν τα πράγματα και οδηγηθούν σε ακραίες καταστάσεις -μερικοί ίσως να είχαν και πιστόλι, ο γέρος έφερε μαχαίρι- προσπαθούσαν να ηρεμήσουν τον αγέρωχο ιδιοκτήτη που φώναζε,
‘’Δικός μου είναι ο τοίχος, τον κάνω ό,τι θέλω’’.
Έλα όμως που ήταν και οι Μανιάτισσες οι οποίες δεν μπορούσαν να κρατήσουν την οργή τους και αφού ο γέρος, ανένδοτος, συνέχιζε τη δουλειά του, τον έλουσαν με χίλες βρισιές και κατάρες,
‘’Ένας παλιογάιδαρος, που είναι γέρος και άμυαλος’’.
‘’Να μη προφτάσεις να ξυστείς, ξερός να πέσεις στη στιγμή’’,
και καθώς δεν είχαν αποτέλεσμα και εκείνος συνέχιζε ‘’τη δουλειά του’’, δεκάδες Μανιάτισσες πήραν τις πέτρες -το προαιώνιο όπλο της Μάνης που αφθονεί στην περιοχή- και τον έβαλαν στόχο.
Με βροχή τις πέτρες ο δράστης έφυγε τρέχοντας, σίγουρα έχοντας και κάποιους κουσκούνους στο ‘’ξερό του το κεφάλι’’. Υπό τη γυναικεία επίθεση εγκατέλειψε την ιδιοκτησία του, από τους πλέον ιερούς θεσμούς στη Μάνη, για τον οποίο θεσμό και το απρόσβλητό του, ακόμη και ‘’για μια αυλακιά ή μια πέτρα στο σύνορα’’, γίνονταν σκοτωμοί και γδικιωμοί.
Έτσι είδα, από κοντά και σε μεγάλη έκταση, πως μάχονταν, παλιά, οι Μανιάτισσες, με τις πέτρες κατά των εχθρικών τους σοϊών αλλά και κατά των Οθωμανών επιδρομέων και των πειρατών.
Κοιτάζοντας ανατολικά, στη βόρεια κορυφή του βουνού Αρκουδόλατσα, το ασβεστωμένο ξωκκλήσι του Προφήτη-Ηλία έμοιαζε σαν αποδιωγμένο περιστέρι που είχε κουρνιάσει ψηλά να φωνάζει,
-Μανιάτες και Μανιάτισσες, ειρήνη υμίν.
Όταν επανήλθε η ηρεμία στην αγορά, μετά πολλές συζητήσεις και σχόλια για το γεγονός, πήγα και πήρα το γαϊδούρι για να φύγω. Είχα πολλές παραστάσεις, ‘’είδαν πολλά τα μάτια μου’’.
Περνώντας από το βιβλιοπωλείο σταμάτησα και αγόρασα το παιδικό περιοδικό ‘’Ο Μικρός ΗΡΩΣ’’ που εξέδιδε στην Αθήνα ο καταγόμενος από τη Μάνη Στέλιος Ανεμοδουράς και γυρίζοντας στο χωριό μου άρχισα να το διαβάζω καβάλα στο γαϊδούρι.
Σημείωση. Για πρώτη φορά στην Αρεόπολη πρέπει να πήγα αρχές Ιουλίου του 1958 ή του 1959, που είχα τελειώσει την α΄ τάξη του δημοτικού ή την β΄, μαζί με τη μάνα μου, φυσικά με τα πόδια, για να πωλήσομε μπούρνελα [κορόμηλα] και βερίκοκα αν θυμάμαι καλά στο παζάρι [λαϊκή]. Προς το μεσημέρι και ενώ ετοιμαζόμασταν να φύγομε, ζέστη έκανε, δίψασα και ρώτησα τη μάνα μου που είναι η βρύση της Αρεόπολης για να πάμε να πιώ νερό. Έκπληξη ένιωσα όταν μου είπε ότι η Αρεόπολη δεν είχε βρύση αλλά στέρνες όπου μάζευαν τον νερό της βροχής του χειμώνα για να έχουν όλο τον χρόνο. Επειδή είχαμε στον Βαχό βρύση και πηγάδια με τρεχούμενα νερά δεν μπορούσα να διανοηθώ ότι υπήρχε χωριό χωρίς βρύση. Δεν ήξερα [θα το μάθαινα αργότερα] πως ο Θαλής ο Μιλήσιος είχε πει ότι το νερό είναι πηγή της ζωής αλλά αυτό ήταν για μένα αυτονόητο. Τις στέρνες τις αγνοούσα.
Ζητήσαμε από ένα σπίτι λίγο νερό, μας έδωσε μια γριά σε ένα κατσαρόλι [τσίγκινο ποτήρι] αλλά δεν μπορούσα να το πιώ. Δεν μου άρεσε. Μερικά χρόνια αργότερα όταν πήγα στο γυμνάσιο [1963-69], μη μπορώντας να κάνω και διαφορετικά, το συνήθισα.
2. Στιγμιότυπα από το παζάρι της Αρεόπολης. Μετά λίγα χρόνια [Σεπτέμβριος του 1963] πήγα και εγώ στο γυμνάσιο και έμενα, με ενοίκιο τριάντα οκάδες λάδι τον χρόνο, σε ένα δωμάτιο στην Αρεόπολη, στο δυτικό μέρος , στα Τσαλαπιάνικα, πολύ κοντά στο παλιό γυμνάσιο.
Κάθε Σάββατο -και στα έξι χρόνια της μαθητείας μου- μόλις τελειώναμε τα μαθήματα, πήγαινα μια βόλτα στο Αγιάτικο, να ιδώ το παζάρι, να ‘’ανακατευτώ’’ με τους πωλητές και τους αγοραστές, να ιδώ τα Μανιαούρια [από την Προσηλιακή κι Αποσκερή Μάνη], να ακούσω την προφορά και τους ιδιωματισμούς τους, όπως γράφω παραπάνω αλλά και να ιδώ τη μάνα μου που ερχόταν συνήθως κάθε Σάββατο για να πωλήσει ή αγοράσει διάφορα πράγματα και το μεσημέρι να φύγομε μαζί για το χωριό.
Πέραν αυτών που σημειώνω στο παραπάνω διήγημα θέλω να αναφέρω και κάποια άλλα στιγμιότυπα.
Α]. Θυμάμαι έναν που πωλούσε κυρίως μαναβική στη βορειοδυτική γωνία της αγοράς και στην περίοδο Νοεμβρίου 1963 ως Ιουλίου 1965, φώναζε, ‘’Εδώ η δημοκρατία πουλά φτηνά για τον λαό’’. Ήταν η μόνη φωνή στο απέραντο πέλαγος της Δεξιάς του παζαριού. Υποστήριζε την ΕΝΩΣΗ ΚΕΝΤΡΟΥ του Γέρου της Δημοκρατίας [Γεώργιος Παπανδρέου]. Μετά, οι πολιτικές εξελίξεις, ΄΄αποστασία’’ και δικτατορία, δεν επέτρεπαν ‘’στο αηδόνι να λαλεί’’. Η πρόωρη άνοιξη τέλειωσε νωρίς. Τέτοια ‘’φωνή’’, νομίζω ότι είχε να ακουστεί στην Αρεόπολη από το 1944.
Β]. Ερχόταν από το Γύθειο, με το λεωφορείο, και ένας μικροπωλητής, ο μπάρμπα-Βάσος, με έναν μεγάλο σάκο και πωλούσε ψιλικά. Πωλούσε όμως και βιβλία, παλιά και μεταχειρισμένα αλλά φθηνά. Σημασία είχε το περιεχόμενο και όχι η ποιότητα των φύλλων. Κάνοντας οικονομία για βδομάδες μάζευα λίγα χρήματα και μπορούσα να αγοράσω κάποιο βιβλίο. Και έτσι διάβασα στα γυμνασιακά μου χρόνια και ιδία στις μεγάλες τάξεις, μερικά από τα αθάνατα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας των, Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Γκαίτε, Σαίξπηρ, Ουγκώ και άλλων καθώς και κλασσικά εικονογραφημένα και παιδικά περιοδικά, Μικρός ήρως, Μικρός σερίφης, Γκαούρ-Ταρζάν και άλλα. Και πολλές φορές συζητούσα μαζί του για τα βιβλία και μου μίλαγε για το περιεχόμενο τους, καθώς είχε σπουδάσει και δυο χρόνια στην Πάντειο αλλά την εγκατέλειψε για οικογενειακούς και οικονομικούς λόγους.
Γ]. Πιο πολλές όμως συζητήσεις έκανα με τον μπάρμπα-Λία, που ήταν Αρεοπολίτης [Τσιμοβιώτης], από παλιά οικογένεια.
Ο μπάρμπα-Λίας ήταν ‘’υιός δικολάβου’’, όπως έλεγε, και αφού ο πατέρας του ήταν μορφωμένος, έπρεπε και αυτός να έχει μια παιδεία, ανώτερη των συγχωριανών του που ήταν οι περισσότεροι γεωργοί και κτηνοτρόφοι. Δεν είχε τελειώσει το γυμνάσιο, και αυτό ήταν μέγα σφάλμα του, όπως παραδεχόταν, γιατί δεν άκουγε τον πατέρα του και δεν διάβαζε. αλλά τώρα ήθελε να καλύψει το κενό. Διάβαζε βιβλία, σχολικά και μη και ήθελε να κουβεντιάζει με μορφωμένους. Οι καθηγητές όμως και οι δάσκαλοι συναναστρέφονταν μεταξύ τους και με τους άλλους υπαλλήλους, ήταν ένας κλειστός κύκλος, ο μπάρμπα-Λίας δεν εύρισκε συνομιλητή.
Κάθε Σάββατο, λοιπόν, που έβγαινα βόλτα στο παζάρι ή κάποιο άλλο απόγευμα και στις επιτρεπτές από το σχολείο ώρες που έβγαινα για βόλτα στην κωμόπολη, σαν με έβλεπε, έσπευδε να πιάσει κουβέντα μαζί μου, καθώς ήξερε ότι ήμουν ‘’ο πρώτος μαθητής της στ΄ τάξης’’ και δημοκρατικός. Άρα, ήξερα κάποια γράμματα, κατά τον μπάρμπα-Λία, καίτοι μαθητής και κινούμασταν στον ίδιο προοδευτικό χώρο.
Και μου έλεγε για τον Ελευθέριο Βενιζέλο, έβριζε τον Πετρόμπεη, από την οικογένεια του οποίου, παλιά, είχε πληγεί η δική του, αλλά μιλούσε σιγά, συνωμοτικά, μη μας ακούσει κανένας χωροφύλακας ή ‘’συνεργάτης της χωροφυλακής’’ , γιατί ήταν χρόνια δικτατορίας, και δυνατά μιλούσε για τις δικαστικές επιτυχίες του πατέρα του, που ήταν δεινός ρήτορας και ετοιμόλογος αλλά δεν είχε ενδιαφερθεί για την περιουσία του και του την είχε αφήσει μπλεγμένη και τώρα έπρεπε να την ξεδιαλύνει αυτός με τους δύστροπους, συγκύριους-συγγενείς του, αλλά η συνεννόηση ήταν δύσκολη για λόγους αντιζηλίας.
Δ]. Μια μαυροφορεμένη και με μαύρη γάζα [μαντήλα] στο κεφάλι, ξερακιανή γριά, με ροζιασμένα χέρια, έντονα ρυτιδωμένο και ηλιοψημένο πρόσωπο από τη Μέσα Μάνη, με χαρακτηριστική τοπική προφορά, πωλούσε κάθε είδους βότανα και αγριολάχανα ανάλογα με την εποχή. Χαμομήλι, φασκόμηλο, σπαράγγια, κεφαλάκια, πετσινιάγκους και λάχανα του βουνού. Τις ονομασίες τους, όσες θυμάμαι δηλαδή, τις γράφω στην εργασία μου, Αρεόπολη, Η αγροτική περιοχή και η θάλασσά της.
Τα μάζευε η ίδια στα βουνά και στα λαγκάδια και κάθε Σάββατο τα έφερνε στο παζάρι με το γαϊδούρι της να τα πωλήσει και εξασφαλίσει τα προς το ζην, γιατί, όπως έλεγε, χήρεψε νωρίς, παιδία δεν έκανε και ο αδελφός του άντρα της της πήρε όλη την περιουσία με την δικαιολογία ότι πάνε όλα σερνικιάτικα, για να μείνουν στο σόι.
Για κάθε αρρώστια σου σύστηνε και ένα βότανο [χορταρικό, λάχανο του βουνού] και σου έλεγε και πως να το φτιάξεις για να γιάνεις.
Καθόταν σε ένα σκαμνί και σαν δεν μιλούσε με κάποιον αγοραστή μοιρολογούσε. ‘’Για να περνάει η ώρα της’’ καθώς έλεγε και καθώς θυμόταν τα αποθαμένα της. Ήταν ανυπέρβλητη στο να φτιάχνει μοιρολόι αλλά και να λέει παλιά που είχε ακούσει και για το καθένα πριν το πει, ενημερωτικά, σου έλεγε και την ιστορία του.
Πολλές φορές καθόμουν κοντά της και την άκουγα που μιλούσε με άλλους ή έπιανα και εγώ συζήτηση μαζί της, πριν φύγω, Σάββατο μεσημέρι, για το χωριό μου. Της οφείλω πολλά γιατί μου κέντρισε το ενδιαφέρον για τη Μανιάτικη λαογραφία.
Ε]. Δίπλα της -και σε αντίθεση- μια εύσωμη γυναίκα, από χωριό της εύφορης ΒΑ Μάνης, πωλούσε ποτιστικά λαχανικά και φρούτα, ανάλογα με την εποχή. Μαρούλια, κρεμμύδια, βλήτα, ντομάτες, μελιτζάνες, κολοκύθια, φασολάκια, πορτοκάλια, λεμόνια, μπούρνελα [κορόμηλα], βερίκοκα, σταφύλια, καρύδια, ελιές Καλαμών [μπουράκλες]. Και αυτή με το γαϊδούρι τα έφερνε στην αγορά.
Ήταν εύχαρις γυναίκα, καυχιόταν πως είναι ‘’χαιράμενη και όχι χηράμενη’’ [χηρευάμενη], ζούσαν οι γονείς και τα πεθερικά της, ζούσε ο άντρας της και θανάτους δεν είχε στο σόι και το πεθερικό, παρά μόνον των πολύ ηλικιωμένων. Δεν φορούσε μαύρα ρούχα και στο κεφάλι είχε καφέ γάζα. Είχε μεγάλο περιβόλι, στο χωριό υπήρχε βρύση και με το νερό της πότιζε το περιβόλι της. Άλλη περιουσία δεν είχε.
Ήξερε πολλά δημοτικά τραγούδια, ήξερε να χορεύει, ήταν και καλλίφωνη αλλά στο παζάρι δεν τραγουδούσε και για να μην την παρεξηγήσει ο κόσμος αλλά και για να μη φέρει σε δύσκολη θέση τη διπλανή της που είχε ‘’το μοιρολόι στα χείλη’’. Μια φορά καθώς γύριζε από το παζάρι για το σπίτι της την είχα ακούσει να τραγουδά το,
Ένα νέο παλικάρι, ωραιότατο σε κάλλη,
ήταν και γραμματισμένο στην αγάπη βουτηγμένο…
[..άντε γραμμένα μου μάτια…].
Τον γιατρό τον Μηνακάκη, να του βγάλει το φαρμάκι,
τον γιατρό τον Αχιλλέα, να του βγάλει την ιδέα..
Στ]. Ένα Σάββατο, α΄ γυμνασίου θα πήγαινα, στο κεντρικό καφενείο, δίπλα στη μουριά και τη μικρή πλατεία των διδύμων εκκλησιών ήταν μαζεμένοι, ας την πούμε συνέλευση, πολλοί μελισσοκόμοι όχι μόνον Αρεοπολίτες αλλά και από άλλα χωριά, και για αυτό έγινε η συνάντηση Σάββατο, και είχαν σκοπό να φτιάξουν σύλλογο για να διεκδικήσουν την ικανοποίηση κάποιων ζητημάτων τους.
Το πρωταρχικό τους θέμα, αν κατάλαβα καλά, ήταν η εκλογή προέδρου και για αυτό μάλωναν μεταξύ τους και φωνασκούσαν γιατί άλλοι μεν ήθελαν να εκλέξουν ως πρόεδρο τον συμβολαιογράφο, άλλοι δε κάποιον άλλον που δεν ήξερα και δεν θυμάμαι, αν άκουσα, το όνομά του. Το εντυπωσιακό ήταν ότι και οι δυο πλευρές ήταν ένθερμες και ανυποχώρητες στον υποψήφιο που ήθελαν. Δημιούργησαν ατμόσφαιρα ‘’χάβρας’’ και επειδή τραβούσε σε χρονικό μάκρος έφυγα χωρίς να μάθω τι έγινε. Πάντως ήταν ενθαρρυντικό ότι έφτιαχναν σύλλογο και ήθελαν να αγωνισθούν, όπως και εντυπωσιακό ήταν -σύνηθες για τη Μάνη και την Ελλάδα- ότι ήταν δύσκολη η συνεννόηση.
Ζ]. Ένα Σάββατο, το τελευταίο του Μαΐου, που πήγαινα στην στ΄ τάξη, και σε λίγο θα έφευγα από το σχολείο και τη Μάνη, συνάντησα, στο παζάρι, έναν παλιό συμμαθητή μου των μικρών τάξεων που είχε μείνει στην ίδια τάξη, στην δευτέρα. Στην πρώτη που καθόμασταν στο ίδιο θρανίο τον είχα βοηθήσει και κατόρθωσε να προαχθεί αν και δεν είχε ενδιαφέρον για τα γράμματα, στην δευτέρα που άλλαξε θρανίο και δεν καθόταν δίπλα μου, ήταν τελείως αμελής, έκανε παρέα με έναν που παρίστανε ‘’τον μάγκα’’, έμεινε στην ίδια τάξη και δεν ξανάρθε στο σχολείο αν και πολλές φορές, στην διάρκεια του σχολικού έτους, τον παρότρυνα να διαβάζει και όταν κρίθηκε απορριπτέος του συνέστησα να επανέλθει στην ίδια τάξη και με άλλη τακτική, εκείνη της μελέτης, να τελειώσει το σχολείο.
-Τι κάνεις; Που βρίσκεσαι; τον ρώτησα.
-Είμαι στο χωριό μου και βόσκω τα πρόβατα στο βουνό, μου είπε.
-Και τι θα κάνεις συνέχισα να ρωτώ.
-Μόλις τελειώσω το στρατιωτικό μου ή αν μπορέσω και πιο νωρίς θα πάω να γίνω αστυφύλακας, μου απάντησε.
Λίγα χρόνια μετά, όταν ήμουν φοιτητής στη Νομική και συμμετείχα στους φοιτητικούς αγώνες κατά της δικτατορίας, με σταμάτησε έξω από το δικαστήριο της οδού Σανταρόζα, που είχα πάει να παρακολουθήσει μια [πολιτικού χαρακτήρα] δίκη για την Εταιρεία μελέτης Ελληνικών προβλημάτων και την Ελληνοευρωπαϊκή κίνηση νέων. [Οι μισοί Μανιάτες είχαν πάει στον στρατό και τα σώματα ασφαλείας, οι άλλοι μισοί στο … υπόλοιπο δημόσιο. Ευελπιστούμε ότι οι περισσότεροι μπήκαν με το σπαθί τους και όχι με ρουσφέτια ή το πιστοποιητικό νομιμοφροσύνης]. Ήταν με άλλους αστυφύλακες, στην είσοδο, με πολιτική περιβολή και ζητούσαν, κυρίως από τους νέους, φοιτητές δηλαδή, ταυτότητα. Τρόμαξε να με γνωρίσει με τα μεγάλα μαλλιά και γένια που είχαμε οι περισσότεροι των αντιστασιακών φοιτητών. Και εγώ δεν τον γνώρισα, στην ταραχή μου. Μόλις είδε το όνομα, με ‘’καλωσόρισε’’.
-Καλώς τον, μου είπε.
Έπαιρναν τις ταυτότητες και μας έλεγαν την επομένη να πάμε στην Ασφάλεια, στην οδό Μεσογείων ήταν τότε, για να τις πάρομε, αφού προηγουμένως μας έκαναν τις ‘’κατάλληλες συστάσεις’’ και ο αναγνώστης μπορεί να καταλάβει. [Έπαιρνε την εκδίκησή του, και γιατί τον βοήθησα στην α΄ τάξη και γιατί δεν τον ‘’υποχρέωσα’’ στη β΄ να διαβάσει ή δεν ασχολήθηκα φορτικά μαζί του].
Δεν ήταν ο μόνος. Όλοι το λένε, ότι ‘’ουδείς αχαριστότερος του ευεργετηθέντος’’. Δεν μπορώ να μη γράψω ότι τόσο στο δημοτικό όσο και πολύ περισσότερο στο εξατάξιο γυμνάσιο, πάντα, βοηθούσα οποιονδήποτε μαθητή ή μαθήτρια ζητούσε τη βοήθειά μου για λύσεις ασκήσεων άλγεβρας ή γεωμετρίας, μετάφραση αρχαίου κειμένου, γραμματικές ή συντακτικές παρατηρήσεις, αναλύσεις λογοτεχνικών κειμένων ή εκθέσεις αλλά και ερωτήματα άλλων μαθημάτων. Εννοείται χωρίς καμία αμοιβή και χωρίς κανέναν δισταγμό. Και αυτό όχι μόνον με παιδιά της τάξης μου αλλά και των μικρότερων. Και συνέβαινε και το εξής. Όταν εγώ λχ πήγαινα στην δ΄ γυμνασίου, τα παιδιά της τάξης μου ή των μικρότερων δεν απευθύνονταν στον πρώτο μαθητή της ε΄΄ ή της στ΄ αλλά σε εμένα γιατί οι άλλοι [ε΄ και στ΄] δεν ήθελαν να ασχοληθούν μαζί τους. Και τα καλοκαίρια στο χωριό μου έκανα φροντιστήρια σε όσους είχαν μείνει ανεξεταστέοι χωρίς αμοιβή, βεβαίως. Και επιστολές αναλφάβητων στα ξενιτεμένα παιδιά τους έγραφα και δένδρα φύτευα σε γείτονες γιατί, όπως έλεγαν, ‘’είχα καλό χέρι αι ό,τι φύτευα έπιανε’’. Θα μπορούσα να γράψω ότι πολλούς μαθητές τους είχα διαβάσει, είχα απασχοληθεί με αυτούς, περισσότερο και από τον εαυτό μου.
Κι όμως μετά το γυμνάσιο δεν τους ξαναείδα για ένα απλό ‘’γειά’’, όχι ευχαριστώ. Και όποιος μπορούσε όταν άκουγε το όνομά μου έχυνε χολή, γιατί ήμουν δημοκρατικός. ‘’Αντί του μάννα χολή, αντί του ύδατος όξος’’.
Δεν αντέχω και θα το γράψω ότι πριν 13-14[;] χρόνια πριν από εμένα, ένας συγχωριανός μου που πήγαινε σε μεγάλη τάξη, καλούσε τους συμμαθητές του σε απογευματινούς περιπάτους έξω από την Αρεόπολη και εκεί τους άφηνε με το πρόσχημα ότι κάτι ξέχασε στο δωμάτιο που ενοικίαζε στην Αρεόπολη και τους υποσχόταν ότι θα γυρίσει σύντομα για να τον περιμένουν. Εκείνος δεν γύριζε αλλά καθόταν και διάβαζε και ήταν αυτό ένα από τα τεχνάσματά του [είχε και άλλα] για να μην διαβάσουν οι άλλοι και έτσι εκείνος να πάρει καλλίτερη βαθμολογία. Παρά ταύτα δυο-τρεις δεν τους ξεπέρασε. Ο αναγνώστης μπορεί να το θεωρήσει απίστευτο αλλά τον διαβεβαιώ ότι το έχω διασταυρώσει με πολλές μαρτυρίες συμμαθητών του.
Η] Πριν υδρευθεί η Μάνη από το νερό της Αγιά-Μαρίνας του Ταϋγέτου οι Μανιάτες έπιναν νερό από τις στέρνες που μάζευαν το νερό της βροχής του χειμώνα. Αναγκαστικά αυτό το νερό ήταν πολύ λίγο και δεν μπορούσε να ικανοποιήσει τις ανάγκες τους. Δεν είχαν περιβόλια ούτε οπωροφόρα δένδρα που χρειάζονταν νερό και τα οπωροκηπευτικά τα αγόραζαν στο παζάρι της Αρεόπολης ή του Γυθείου από παραγωγούς των χωριών που είχαν νερά, δηλαδή του Βαχού, της Γέρμας, Κελεφάς, Καρέας, Χωσιαρίου, Καρυούπολης, Πασσαβά, Μαυροβουνίου, Γυθείου και άλλων.
Όταν υδρεύθηκε η Αρεόπολη μερικοί Αρεοπολίτες έφτιαξαν περιβόλια και κάποιοι πωλούσαν την παραγωγή τους.
Ένα Σάββατο ένας Αρεοπολίτης πωλούσε τα προϊόντα του στο παζάρι, οπότε πήγε ένας Βαχιώτης και του ζήτησε να αγοράσει δυο κιλά ντομάτες και ένα κιλό βλήτα.
Οι δυο τους γνωρίζονταν από την εποχή του εμφύλιου όταν υπηρετούσαν στα τάγματα ασφαλείας.
Μόλις ο Αρεοπολίτης άκουσε την παραγγελία εξαγριώθηκε.
-Φύγε από εδώ, ρε. Δεν σου δίνω τίποτα, του είπε.
-Γιατί, ρε φίλε, απόρησε ο Βαχιώτης.
-Γιατί είσαστε άχρηστοι, του είπε ο Αρεοπολίτης. Εσείς έχετε στο χωριό σας βρύση με τρεχούμενα νερά, τεμπελιάζετε και δεν βάζετε ένα περιβόλι να έχετε ό,τι θέλετε και το ζητάτε από εμάς που μέχρι χτες λέγαμε το νερό νεράκι.
Κόκκαλο ο άλλος.
Θ]. Και τελευταία…
Ένα καλοκαίρι που βρέθηκα στην Αρεόπολη, μετά πάρα πολλά χρόνια από την αποφοίτησή μου από το γυμνάσιο πήγα στο παζάρι. Δεν ήταν στην παλιά θέση, στο Αγιάτικο, που τώρα το λένε πλατεία Αθανάτων, αλλά πιο πάνω, στον σταθμό του ΚΤΕΛ, είχε επαγγελματίες πωλητές, όχι ντόπιους παραγωγούς και βιαστικούς αγοραστές, να ψωνίσουν και να φύγουν.
Και δεν το έλεγαν παζάρι αλλά λαϊκή. Ήταν μια επαρχιακή λαϊκή.
Για την κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή στην Αρεόπολη και τη Μάνη, κατά τη δεκαετία 1960-70, βλ. εργασία μου, Η 17η Μαρτίου 1821, ο εορτασμός της επετείου της και το γυμνάσιο Αρεοπόλεως κατά τη περίοδο 1960-70.
3. Πως γιορτάζαμε την επέτειο της 17ης Μαρτίου 1821 στην Αρεόπολη κατά τη δεκαετία του 1960.
Για την 17η Μαρτίου 1821 και τα σχετιζόμενα με αυτήν παραπέμπω στην εργασία μου, Η 17η Μαρτίου 1821, ο εορτασμός της επετείου της και το γυμνάσιο Αρεοπόλεως κατά την περίοδο 1960-70. Εδώ θέλω να περιγράψω τον εορτασμό της, την δεκαετία του 1960, που όλα ήταν πολύ απλά, καθώς ήμουν μαθητής του εξαταξίου γυμνασίου Αρεοπόλεως από τον Σεπτέμβριο του 1963 ως τον Ιούνιο του 1969.
Και τα γράφω και για να θυμηθούν οι παλιοί αλλά και για να γίνει σύγκριση με τους εορτασμούς των τελευταίων χρόνων ή μάλλον δεκαετιών που μαζεύεται σχεδόν όλη η Μάνη όχι μόνον της Πελοποννήσου αλλά και των Αθηνών και πάρα πέρα αλλά και σύλλογοι από πολλές περιοχές της Ελλάδος και πολλοί επίσημοι μέχρι και ο πρόεδρος της δημοκρατίας πολλές χρονιές. Και η γιορτή κρατά μέρες και γίνονται πολλές εκδηλώσεις όχι μόνον στην Αρεόπολη αλλά και στο Γύθειο και άλλα χωριά. Σχεδόν από τις 10 Μαρτίου ως τις 25 η Μάνη γιορτάζει.
Η επέτειος γιορτάστηκε πρώτη φορά σε ταβέρνα της Αθήνας το 1959. Το ίδιο έγινε και τον επόμενο χρόνο.
Στην Αρεόπολη γιορτάστηκε το 1961, με ‘’φανερή, εξωτερικευμένη ψυχή’’, τον τότε γυμνασιάρχη Γεώργιο Ρόκκα αλλά και άλλους ‘’αφανείς και ουσιαστικούς πρωτεργάτες’’ Μανιάτες και Αρεοπολίτες.
Αρχικά, σε μια ή δυο επετείους, στην παρέλαση χρησιμοποιήθηκαν και άλογα. [Άλογα θα χρησιμοποιούνταν, ξανά, αρκετά χρόνια αργότερα, όταν η γιορτή είχε πλούσιο πρόγραμμα και μεγάλη συμμετοχή κόσμου]. Η γιορτή όμως, τότε, είχε ιδιαίτερο χαρακτήρα επειδή οι μαθητές και οι μαθήτριες των μεγάλων τάξεων φόρεσαν παραδοσιακές Μανιάτικες στολές και χρησιμοποιήθηκε επίσης και η λεγόμενη Μανιάτικη σημαία.
[Για την παραδοσιακή Μανιάτικη φορεσιά αλλά και την Μανιάτικη σημαία, τον όρκο κλπ εκτός από την εργασία μου για την 17η Μαρτίου γράφω αναλυτικά και στην εργασία μου, Η Μάνη μετά το 1949, όπου και διατυπώνω διαφορετικές απόψεις σε σχέση με τις κρατούσες αντιλήψεις].
Η γιορτή για πολλά χρόνια ήταν απλή, πολύ απλή, ήταν εντελώς τοπική, γιορτή της Αρεόπολης, της κοινότητας της, δεν ήταν επίσημη, δεν είχε αναγνωρισθεί από το κράτος – η αναγνώριση έγινε το 1969- δεν προκαλούσε το ενδιαφέρον των Αρεοπολιτών, παρά μόνον εκείνων που είχαν παιδιά στα σχολεία, νηπιαγωγείο, δημοτικό και γυμνάσιο, καθώς τα σχολεία ήταν εκείνα που της έδιναν ‘’πνοή’’. Αν δεν ήταν τα σχολεία και κυρίως το γυμνάσιο γιορτή δεν θα γινόταν.
Ας γράψω, λοιπόν, πως την έβλεπα εγώ, τότε, σαν μαθητής του γυμνασίου και πως τη θυμάμαι.
Δυο-τρεις μέρες πριν ο διευθυντής έδινε σε 4-5 μαθητές τα τύμπανα και τη σάλπιγγα του σχολείου και αυτοί πήγαιναν τα απογεύματα έξω από την Αρεόπολη, στους Σπήλιους, και έκαναν πρόβες για να μάθουν και να συντονιστούν, να εξασκηθούν στα όργανα που θα έπαιζαν κατά τη διάρκεια της παρέλασης.
Επίσης, δυο-τρεις μέρες πριν, όλο το σχολείο έκανε πρόβες παρέλασης για τον βηματισμό σαν στρατιωτικό τμήμα, στο προαύλιο του σχολείου, μια ώρα κάθε ημέρα, είτε είχαμε, είτε δεν είχαμε γυμναστή.
Δυο-τρεις μέρες πριν ο διευθυντής έδινε τις γυναικείες Μανιάτικες παραδοσιακές ενδυμασίες στις μαθήτριες των μεγάλων τάξεων για να τις πλύνουν, ενδεχομένως ράψουν αν είχαν κάποιες ατέλειες και σιδερώσουν. Έτσι οι μαθήτριες είχαν τις στολές στο σπίτι τους. Των αγοριών τις στολές τις φρόντιζαν οι καθαρίστριες του γυμνασίου.
Την ημέρα της γιορτής οι μαθήτριες έρχονταν από το σπίτι τους ντυμένες με την παραδοσιακή ενδυμασία και, τα πρώτα χρόνια, στον δρόμο ή όταν έμπαιναν στο προαύλιο του σχολείου τις κορόιδευαν οι μαθητές των μεγάλων τάξεων.
Τα αγόρια ντύνονταν το πρωί εκείνης της ημέρας σε αίθουσα του σχολείου και μόλις έβγαιναν έξω στο προαύλιο τους κορόιδευαν όλοι. Κυρίως προκαλούσε η βράκα. Αν μαθητής κυκλοφορούσε στους δρόμους με την παραδοσιακή στολή θα τον κορόιδευαν και οι νεαροί εξωσχολικοί. Θα τον έλεγαν [αποκριάτικο] μασκαρά, μπαμπούλα, καλικάντζαρο, καραγκιόζη και άλλα. Για αυτό και τα αγόρια δεν ήθελαν να ντυθούν αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν και διαφορετικά καθώς τους το υπέβαλλε το γυμνάσιο. Έτσι ντύνονταν το πρωί όλοι μαζί, έβγαιναν έξω στο προαύλιο όλοι μαζί, έκαναν παρέλαση όλοι μαζί και όταν γύριζαν στο σχολείο, μετά την παρέλαση, όλοι μαζί άλλαζαν. Κατά συνέπεια ο χλευασμός που δέχονταν ήταν προς όλους και άρα μοιραζόταν και ‘’τους έπεφτε’’ λίγος στον καθένα.
[Επί προσωπικού. Επειδή ήμουν παραστάτης στις μικρές τάξεις και σημαιοφόρος στην στ’ δεν φόρεσα ποτέ την παραδοσιακή στολή και οι συμμαθητές μου με θεωρούσαν τυχερό].
Από το σχολείο κατευθυνόμασταν μέσω του κεντρικού δρόμου προς τον Ταξιάρχη. Την εκκλησία την λέγαμε Ταξιάρχη [και πολύ αργότερα ο δήμος στο πρόγραμμα εορτασμού σημείωνε, ‘’ιερός ναός των παμμεγίστων Ταξιαρχών, Μιχαήλ και Γαβριήλ’’. Και όλες τις άλλες εκκλησίες δεν τις λέγαμε ιερό ναό της Θεομήτορος ή άλλως πως, αλλά απλά, με το όνομά τους, εκκλησία του Άι-Νικόλα ή σκέτο του Άι-Νικόλα, του Αγιώργη κλπ].
Προπορευόταν η σημαία του γυμνασίου με τον σημαιοφόρο [πρώτο μαθητή της στ΄΄ τάξης] και τους πέντε παραστάτες [τον καλλίτερο μαθητή από τις άλλες τάξεις], ακολουθούσε η Μανιάτικη σημαία με τους μαθητές και τις μαθήτριες της ε΄ και της στ΄ που φορούσαν την παραδοσιακή Μανιάτικη ενδυμασία και ακολουθούσαν οι μαθήτριες με τη μαθητική μπλε φούστα και οι μαθητές με τα ‘’καλά’’ τους ρούσα. Είχε πει ένας μαθητής για ‘’τη σημαία’’ και τους υπόλοιπους, ‘’Μπροστά πάνε οι καλοί και πίσω το σκυλολόι’’].
Στη διαδρομή λιγοστοί άνθρωποι στέκονταν στον δρόμο. [Όταν συναντούσαμε στενά σοκάκια, κάθετα στον κεντρικό δρόμο, μερικοί μαθητές, λίγοι βεβαίως, 4-5, αν μπορούσαν, αν δηλαδή καταλάβαιναν ότι δεν τους βλέπουν οι καθηγητές, έστριβαν και χάνονταν στο στενό για να μην έρθουν στη γιορτή. Το ίδιο έκαναν περισσότεροι όταν μας πήγαιναν για υποχρεωτικό εκκλησιασμό σε άλλες γιορτές ή Κυριακές].
[Θυμάμαι όταν πήγαινα στην πρώτη τάξη καθώς περνούσαμε έξω από ένα μπακάλικο -και το μπακάλικο ήταν ανοικτό γιατί η γιορτή δεν ήταν επίσημη- ένας γέρος που καθόταν σε μια καρέκλα, μόλις είδε τη σημαία του γυμνασίου να περνά μπροστά του, σηκώθηκε από την καρέκλα και έβγαλε το καπέλο του. Αυτό δεν το είχα δει όταν με το δημοτικό σχολείο Βαχού και τη σημαία πηγαίναμε στην εκκλησία του χωριού στις 28 Οκτωβρίου ή στις 25 Μαρτίου. Μου έκανε εντύπωση ο σεβασμός του γέρου προς τη σημαία].
Μέσα στην εκκλησία έμπαινε ‘’η σημαία’’ του σχολείου με τον σημαιοφόρο και τους παραστάτες και η Μανιάτικη σημαία και λίγοι καθηγητές. Οι υπόλοιποι μαθητές με τους καθηγητές κάθονταν έξω. Μέσα έμπαινε και ‘’η σημαία’’ του δημοτικού, οι επίσημοι και μερικοί Τσιμοβιώτες [Αρεοπολίτες]. Πάντως λίγοι γιατί οι κάτοικοι της Αρεόπολης το είχανε έθιμο να μην εκκλησιάζονται ή μάλλον η αλήθεια είναι ότι πολλοί λίγοι πήγαιναν στην εκκλησία από παλιά μέχρι τελευταία.
Στη μικρή πλατεία της 17ης Μαρτίου 1821, όπου το Κοτρώνι, εκφωνείτο ο πανηγυρικός από έναν καθηγητή, δάσκαλο ή πεπαιδευμένο Μανιάτη, μερικά παιδιά [4-5] από το δημοτικό και το γυμνάσιο [καμιά φορά και από το νηπιαγωγείο] έλεγαν από ένα ποίημα το καθένα και μετά πηγαίναμε στο Αγιάτικο για την κατάθεση στεφάνων εκ μέρους της κοινότητας, των σχολείων, του συλλόγου αναπήρων και θυμάτων πολέμου, της δεσποινίδος Ελίζας Μαυρομιχάλη -λίγα στεφάνια δηλαδή- και μερικές χρονιές οι μαθήτριες χόρευαν 3-4 χορούς. [Η πατρίς Μάνη μου, Στης Μάνης μας τα απάτητα βουνά].
[Αν έβρεχε ο πανηγυρικός εκφωνείτο μέσα στην εκκλησία, όπως και τα ποιήματα και η γιορτή τέλειωνε εκεί].
Στη συνέχεια υπό τους ήχους των τυμπάνων και της σάλπιγγας γυρίζαμε στο σχολείο από τον κεντρικό δρόμο.
Στο προαύλιο, κατά το σχολικό έτος 1963-64 και 1964-65, που υπήρχε φωτογράφος στην Αρεόπολη, μερικοί μαθητές και μαθήτριες [μερικοί πάντως, γιατί όλοι δεν ήθελαν και δεν μπορούσαν να πληρώσουν] ‘’έβγαζαν’’ φωτογραφίες. Τα αγόρια έμπαιναν σε μια αίθουσα έβγαζαν την παραδοσιακή Μανιάτικη στολή, φορούσαν τα ρούχα τους και έβγαιναν έξω. Τα κορίτσια θα πήγαιναν με τη στολή στο σπίτι τους και θα την έφερναν την επομένη.
Από το σχολείο ήμασταν ελεύθεροι. Φεύγαμε και πηγαίναμε στα δωμάτια μας, από τον κεντρικό δρόμο σαν βόλτα, ενώ αρκετοί μαθητές κάθονταν στη μικρή πλατεία Νιαρχάκου [στη μουριά] και κοιτούσαν τους καφενόβιους, τους περαστικούς και τα λίγα αυτοκίνητα που περνούσαν.
Την άλλη μέρα είχαμε μάθημα, όμως οι καθηγητές δεν θα εξέταζαν αλλά μόνον θα παρέδιδαν το παρακάτω μάθημα.
Σημειώσεις. 1. Ο εορτασμός της επετείου της 17ης Μαρτίου γινόταν μόνον στην Αρεόπολη και σε κανένα άλλο χωριό. Στα άλλα χωριά, τα πρώτα χρόνια, δεν την ήξεραν. Ήταν τοπική γιορτή, μόνον της κοινότητας Αρεοπόλεως.
2. Κατά τον ίδιο τρόπο γιορτάζαμε και τις επετείους της 28ης Οκτωβρίου 1940 και της 25ης Μαρτίου 1821, μόνον που για αυτές η τελετή δεν γινόταν στο Κοτρώνι, στην πλατεία της 17ης Μαρτίου 1821, κοντά στον Ταξιάρχη, αλλά, πάνω, στο Αγιάτικο, που αργότερα ονομάσθηκε πλατεία Αθανάτων.
3. Σαν πέρασαν τα χρόνια και η γιορτή έγινε επίσημη και μάζευε κόσμο πολύ και είχε πανηγυρικό χαρακτήρα πολλοί, όχι μόνον μαθητές του λυκείου αλλά και μεγάλοι και με μεγάλο καμάρι από διάφορα χωριά, ήθελαν [θέλουν] να φορέσουν την παραδοσιακή Μανιάτικη στολή και έβαζαν [βάζουν] μάλιστα και μέσον για αυτό.
4. Ένα καλοκαιρινό βράδυ του 1972 στην Αρεόπολη
Τα καλοκαίρια ακόμη και των φοιτητικών μου χρόνων [1970, ’71, ’72 και ’73] πήγαινα στο χωριό μου. Στο χωριό μου είχα πολύ χρόνο, οι αγροτικές εργασίες ελάχιστες. Οι γονείς μου είχαν δυο κατσίκες, ένα γαϊδούρι, μια γουρούνα, μερικές κότες και ένα περιβόλι.
Νέοι δεν υπήρχαν, παρά μόνον μερικοί ηλικιωμένοι. Δεν ήξερα, λοιπόν, τι να κάνω. Βιβλία δεν υπήρχαν, έστω και κουρελόχαρτο με γράμματα να εύρισκα στον δρόμο, το σήκωνα και το διάβαζα.
Μόνη διέξοδος η Αρεόπολη, στην οποία υπήρχε ένας συμμαθητής μου με τον οποίον μπορούσα να κάνω παρέα αλλά και αυτός το πρωί εργαζόταν στις οικοδομές, το απόγευμα φρόντιζε τις αγελάδες του, το βράδυ ήταν κουρασμένος, λίγες φορές τον έβλεπα, δεν ήθελα να του γίνω βάρος.
Και στην Αρεόπολη οι άνθρωποι ήταν λίγοι, περισσότεροι ωστόσο από το χωριό μου. Η μετανάστευση είχε πλήξει τη Μάνη. Τουρισμός δεν υπήρχε. Ξένοι δεν έρχονταν παρά ελάχιστοι, απόδημοι Μανιάτες επίσης δεν έρχονταν τα καλοκαίρια για διακοπές. Αυτό θα γινόταν αργότερα, μετά το 1980. Και αν ερχόταν κάποιος ξένος για τα σπήλαια Διρού, που για κάποια χρόνια ήταν κλειστά, λόγω ερευνών και εργασιών, αυτός θα ερχόταν πρωί και θα έφευγε το απόγευμα για το Γύθειο, να βρει ξενοδοχείο γιατί στην Αρεόπολη δεν υπήρχε, ένας νοίκιαζε ένα ή δυο δωμάτια. Το πρώτο ξενοδοχείο στην Αρεόπολη έγινε το 1974.
Κάποια απογεύματα, λοιπόν, πήγαινα και εγώ στην Αρεόπολη που την ήξερα καλά λόγω των γυμνασιακών μου χρόνων.
Έκανα καμιά βόλτα στον κεντρικό δρόμο, χαιρετούσα κάποιους γνωστούς, καθόμουν, ενίοτε, σε ένα καφενείο για μια πορτοκαλάδα και φεύγοντας αγόραζα μια εφημερίδα, συνήθως ΤΟ ΒΗΜΑ ή ΤΑ ΝΕΑ και τη δίπλωνα ή την έκρυβα σε σακούλα για να μην με δουν κάποιοι δεξιοί και ενημερώσουν τη χωροφυλακή για το σχετικό φακέλωμα. Να μην ξεχνάμε ότι τότε είχαμε δικτατορία των απριλιανών συνταγματαρχών.
Στην Αρεόπολη, εκείνα τα καλοκαίρια του 1970, υπήρχαν, ένα καφενείο στη μικρή πλατεία των διδύμων εκκλησιών, του Νιαρχάκου, που μάζευε καμιά δεκαριά νοματαίους, λίγο πιο πάνω του Κατσάκου, που μάζευε πέντε-έξι συνταξιούχους και δυο στο Αγιάτικο, ένα του μπάρμπα-Νίκου του Σαγιάκου και λίγα μέτρα πιο πάνω του αδελφού [ή ξαδέλφου του[;] που επίσης μάζευαν άλλους δέκα, όλους μέσα ή στην αυλή και όχι φυσικά έξω στον δρόμο. Οι δρόμοι ήταν εντελώς άδειοι και μετά τις δέκα έντεκα το βράδυ όλοι έφευγαν και πήγαιναν στα σπίτια τους για ύπνο εκτός αν είχε ξεμείνει κανένας μεθύστακας.
[Η σημερινή εικόνα με τον δρόμο από Αγιάτικο ως Ταξιάρχη, γεμάτο κόσμο ήταν τότε αδιανόητη].
Η διαδρομή από το χωριό μου ως την Αρεόπολη ήταν περισσότερο από μια ώρα εκτός και αν την έκανα τρέχοντας, που την έκανα τις περισσότερες φορές καθώς πήγαινα αλλά όχι και όταν επέστρεφα ιδιαίτερα αν το σκοτάδι ήταν βαθύ, οπότε χρειαζόταν προσοχή και αργός βηματισμός.
Και το πήγαινε ήταν εύκολο έστω και με ζέστη, η επιστροφή όμως γινόταν νύχτα και η νύχτα είναι νύχτα. Δεν βλέπεις καλά, δεν βλέπεις μακριά, δεν ξέρεις τι μπορεί να συναντήσεις ή να πεταχτεί ξαφνικά μπροστά σου και να σε αιφνιδιάσει χωρίς να έχεις πλήρη την εικόνα του. Αν είχε φεγγάρι, υπήρχε λίγο φως, αλλιώς έστω και αν ο ουρανός, λόγω θέρους, ήταν γαλανός και είχε άστρα το περπάτημα δεν ήταν εύκολο, δεν έβλεπες καλά.
Πέραν του σκότους όμως υπήρχε και η μοναξιά, η ερημιά, η αίσθηση ότι οι άνθρωποι είναι μακριά μου και εγώ είμαι μόνος.
Στη Μάνη οι δεισιδαιμονικές παραδόσεις διασώζονταν από τους γονείς και τους μεγαλύτερους στα παιδιά και για κάθε μέρος υπήρχαν διηγήσεις για σκοτωμένους που βρυκολάκιαζαν και ζητούσαν εκδίκηση, φαντάσματα, νύμφες, στρίγγλες, νεράιδες και τέρατα.
Ναι μεν φοιτητής ήμουν, τη λογική και την επιστήμη ακολουθούσα και ασπαζόμουν, τα φαντάσματα δεν τα δεχόμουν -δεν υπήρχαν, δεν μπορούσαν να είναι αλήθεια- αλλά η νύχτα, στην ερημιά και με τα σπίτια και τους ανθρώπους αρκετά μακριά μου δεν μπορούσαν να με κάνουν να νιώθω και άνετα ή απόλυτα ασφαλής.
Υπήρχαν τσακάλια στο λαγκάδι της Περσάτσας, στα ρέματα και στα βουνά αλλά αυτά ήξερα ότι δεν θα μου επετίθεντο.
Εκείνο που φοβόμουν ήταν να μην συναντήσω κανέναν τρελό ή κακοποιό. Σπάνιο βέβαια να γίνει αλλά όχι απίθανο. Και όποιος με έβλεπε και μένα, στη νύχτα και στην ερημιά, θα με θεωρούσε, τέτοια ώρα, τρελό ή κακοποιό, η νύχτα είναι για άνομες δουλειές συνήθως.
Παλιά περπατούσαν οι άνθρωποι νύχτα στα μονοπάτια καθώς γύριζαν από το χωράφι στο σπίτι τους αλλά συνήθως είχαν και τα ζώα τους ή ένα σκύλο και το ντουφέκι στον ώμο, ‘’για καλό και για κακό’’. Και τότε τα χωριά ήταν γεμάτα ανθρώπους.
Εγώ τώρα ήμουν μόνος, χωρίς τίποτα ούτε ζώα ούτε σκύλο ούτε ντουφέκι. Τι θέλει ένας άνθρωπος νυχτιάτικα να περπατά από την Αρεόπολη στον Βαχό και σε χρόνους που η Μάνη είχε ερημώσει από τη μετανάστευση;
Το ευτύχημα είναι ότι τέσσερα καλοκαίρια, όσες φορές έκανα αυτή τη διαδρομή, δεν συνάντησα άνθρωπο [‘’ούτε ζωντανό ούτε νεκρό’’]. Καθώς είχαν λιγοστέψει οι άνθρωποι μαζεύονταν νωρίς από τα χωράφια στο χωριό και έξω στα μονοπάτια δεν έβλεπες ψυχή. Είχαν και την εμπειρία, τον φόβο της περιόδου του εμφυλίου.
Μια φορά, ίσως να ήταν μεσάνυχτα, καθώς γύριζα, απαντέθηκα με ένα αυτοκίνητο που πήγαινε στην Αρεόπολη. Είδα από μακριά τους προβολείς του -εντυπωσιακό θέαμα μέσα στη νύχτα- και ξεστράτισα από το δρόμο, ανέβηκα καμιά δεκαριά μέτρα πάνω στο βουνό, εκεί στη στροφή που τώρα είναι το μνημείο του Φτέρη και που τότε δεν υπήρχε, κρύφτηκα πίσω από έναν θάμνο ανάμεσα σε κάτι στουρναρόπετρες και μόλις απομακρύνθηκε το αμάξι κατέβηκα στον δρόμο και συνέχισα την πορεία μου.
Όχι πως θα με ενοχλούσαν, δεν το πίστευα, αλλά θεωρούσα ότι θα με παρεξηγούσαν, θα απορούσαν λόγω της ώρας και ποιος ξέρει τι θα σκέπτονταν ή θα έλεγαν για μένα ιδιαίτερα αν τύχαινε και με γνώριζαν.
Άλλη φορά δεν συνάντησα αυτοκίνητο. Ήταν μια φορά. Και αυτό γιατί τα αυτοκίνητα που κυκλοφορούσαν στη Μάνη ντόπιων και ξένων ήταν λίγα και κινούνταν την ημέρα, σπάνια τη νύχτα.
Όμως στην ερημιά μπορεί κάποιο τσακάλι να ούρλιαζε ή νυχτοπούλι να διατάρασσε τη σιγαλιά. Υπήρχαν και τριζόνια.
Βέβαια μια-δυο φορές, σαν είχα αργήσει πολύ, η μάνα μου αφού επιστράτευσε δυο γειτόνισσες ήρθε μέχρι τα Αγνάντια τη μια φορά και στον Σταυρό την άλλη για να ιδεί τι έγινα. Οι συνήθεις ανησυχίες των γονέων που τις περιγράφει και ο Λόρκα στον Ματωμένο γάμο.
Περαίνοντας αυτό που μου έχει μείνει από αυτά τα ‘’νυχτοπερπατήματα’’ στον δρόμο Αρεόπολης-Βαχού, πέραν από έναν ακαθόριστο, μικρόν μεν αλλά παράλογο φόβο λόγω των δεισιδαιμονικών παραδόσεων, ήταν η μοναξιά μου μέσα στη νύχτα, η σιγαλιά, η ερημιά, το σκοτάδι, τα άστρα, το φεγγάρι, το ημίφως τους, η θάλασσα της Τσίπας, τα βουνά του Οιτύλου, πέρα η Κορώνη και η [μοναχική] ύπαρξή μου σαν σκιάς στο ημίφως.
5. Μια μέρα, καλοκαίρι του 1972, στην Τσίπα για μπάνιο.
Καλοκαίρι του 1972 και ενώ είχα τελειώσει το γ΄ έτος της Νομικής πήγα, όπως και τα δυο προηγούμενα καλοκαίρια των φοιτητικών μου χρόνων στη Μάνη και έβλεπα την ερημιά της υπαίθρου λόγω της μετανάστευσης.
Βιβλιοθήκες δεν υπήρχαν, εφημερίδα [ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ] ερχόταν σπάνια στο καφενείο του χωριού, τουρίστες δεν έρχονταν ή ήταν κάτι το σπάνιο, επισκέπτες Μανιάτες στα χωριά τους από την Αθήνα δεν έρχονταν, η εικόνα της ερημιάς ήταν καταθλιπτική.
Και όταν αργά το δειλινό πήγαινα να κάνω τροχάδην στον δρόμο όποιος με έβλεπε παραξενευόταν πολύ αν δεν με θεωρούσε τρελό. [Πολλά χρόνια μετά οι Έλληνες θα έκαναν βάδην ή τροχάδην, όπως και μπάνιο στη θάλασσα, αφού είδαν τους τουρίστες].
Σκέφθηκα να πηγαίνω στην Τσίπα μερικά πρωινά για να κάνω μπάνιο. Στα γυμνασιακά μου χρόνια δεν πηγαίναμε τα καλοκαίρια στη θάλασσα και γιατί δεν υπήρχαν παιδιά στο χωριό, να παρασύρει το ένα το άλλο αλλά και γιατί δεν είχαμε συνηθίσει να πηγαίνομε στη θάλασσα όσοι δεν βρισκόμασταν σε παραθαλάσσια χωριά. Μόνο ελάχιστες μέρες, απόγευμα, πριν τα διαγωνίσματα του Ιουνίου κατεβαίναμε από την Αρεόπολη στο Διρό, μερικοί μαθητές του γυμνασίου, κρυφά -μας το απαγόρευαν οι καθηγητές- για να κάνομε μπάνιο. Και εγώ πήγαινα μαζί τους καθώς τα άλλα παιδιά της παρέας ήταν από παραθαλάσσια χωριά και εξαιτίας τους έμαθα μπάνιο. Αυτά τα παιδιά, των παραθαλάσσιων χωριών, έκαναν από μικρά μπάνιο καθώς τα καλοκαίρια έμπαιναν στη θάλασσα περισσότερο για να παίξουν παρά για να δροσιστούν ή να κάνουν γυμναστική.
Μια περιπέτεια που παραλίγο να είχα με τα τσακάλια στο λαγκάδι της Περσάτσας καθώς πήγαινα για μπάνιο το καλοκαίρι του 1972, που είχα τελειώσει το γ΄ έτος της Νομικής την περιγράφω στην εργασία μου, Αρεόπολη, η αγροτική περιοχή και η θάλασσά της.
Η Τσίπα είχε ελάχιστους κατοίκους, τότε, γέρους πλέον, το δημοτικό της σχολείο είχε κλείσει, η κατασκήνωσή της είχε κλείσει, μόνο το τουριστικό της [από το 1955;] λειτουργούσε αλλά είχε ελάχιστους επισκέπτες. Λίγα χρόνια αργότερα θα έκλεινε καθώς οι ιδιώτες θα άνοιγαν εστιατόρια, ξενοδοχεία και αναψυκτήρια για τουρίστες.
Η παραλία της Τσίπας δεν είχε άμμο. Ήταν γεμάτη μεγάλα βότσαλα. Λαλούδες τα λέγαμε. Καθώς τα παράσερνε το κύμα και χτυπιούνταν μεταξύ τους, ιδιαίτερα τον χειμώνα, είχαν λειανθεί και είχαν σχήμα μικρού λιθαριού. [Παίρναμε μερικά για να τα χρησιμοποιούμε στους αγώνες, στο χωριό, ως λιθάρι]. Όμως η παραλία πέρα από τις λαλούδες δεν έκανε για μπάνιο. Είχε πολλή πίσσα, από τα λύματα που άφηναν τα πλοία στον Μεσσηνιακό κόλπο, είχε πολλά φύκια και είχε ξύλα, σκουπίδια και ό,τι άλλο έφερνε το κύμα στην ακρογιαλιά. Επιπλέον η θάλασσα και για αρκετά μέτρα από την ακτή ήταν αβαθής και έπρεπε να περπατήσεις αρκετά μέσα, ώσπου να φθάσεις σε μέρος να μην ‘’πατώνεις’’. Ακόμη αρνητικό στοιχείο της θάλασσας της Τσίπας ήταν ότι συνήθως ιδιαίτερα το απόγευμα αλλά πολλές φορές και το πρωί είχε κύμα. Και, ακόμη, δεν υπήρχαν νέοι εκεί τριγύρω, δεν υπήρχε τουρισμός, άρα δεν υπήρχαν και κολυμβητές.
Οι Βοιτυλιώτες, αν κατέβαινε κάποιος από αυτούς, πήγαιναν στο Καραβοστάσι και οι Τσιμοβιώτες [Αρεοπολίτες] -κατέβαιναν μερικοί- στο Λιμένι, στη Λούμπα, κάτω από το παλιό Τελωνείο των Μαυρομιχαλαίων.
Στο Γύθειο που υπήρχε πλαζ πήγαιναν περισσότεροι και αργότερα απλώθηκαν στις αμμώδεις παραλίες του Μαυροβουνίου και της Σελίνιτσας. Αρκετά χρόνια αργότερα εξαιτίας των τουριστών και τουριστριών θα γέμιζαν και οι Έλληνες, γέροι, νέοι και παιδιά και οι γυναίκες φυσικά, τις παραλίες.
Ήμουν, λοιπόν, σχεδόν μόνος όταν πήγαινα για μπάνιο και αν υπήρχε και κάποιος άλλος αυτός έκανε μπάνιο αρκετά μακριά από μένα.
Πως να σε τραβήξει αυτή η θάλασσα που ήταν η κοντινότερη στο χωριό μου;
Και όμως πήγαινα μερικές φορές για να σπάσω τη μονοτονία της ζωής μου στο χωριό.
Β] ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΝΘΗΣΗ ΤΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ
Ταχύ οδοιπορικό στη γενέτειρα, μέρες Πάσχα του 2026
‘’Της πατρίδας πάλι ομοιώθηκα
μες τις πέτρες άνθησα και μεγάλωσα’’.
Είπαμε με τη σύζυγό μου Μαρία και τη θυγατέρας μας Άλκηστι, το Πάσχα του 2026 να το περάσομε στη Μάνη καθώς είχαμε πολύ καιρό να πάμε. Αποφασίσαμε ‘’εισέλθομε’’ σ’ αυτή από την Καλαμάτα. Κατά κανόνα, στις άλλες καθόδους μας, πηγαίναμε από τη Σπάρτη. Θα κάναμε τον γύρο της Μάνης, μετά πολλά χρόνια, ‘’με βήμα γοργό’’. [Ο γιός μας Πατρίκιος με τη σύζυγό του Βάλια, θα πήγαιναν στην Τυνησία, στην απέναντι πλευρά της Μεσογείου].
Η έξοδός μας από την Αθήνα και η όλη διαδρομή ως την Καλαμάτα ήταν άνετη. Σαν φθάσαμε στην πόλη, σε πολλά σημεία της, βλέπαμε πινακίδες που ενημέρωναν τον περαστικό προς τα που είναι η Μάνη και η Αρεόπολη, σαν να τον προετοίμαζαν, λες και επρόκειτο να μπει σε μια αυτόνομη, ιδιόμορφη περιοχή.
Στο οδοιπορικό μας, κι από τη μια μεριά κι από την άλλη, θα μας συνοδεύει ο Ταΰγετος. Το βουνό από τη δυτική του πλευρά είναι πλέον ομαλό σε σχέση με την ανατολική. Το αντάρτικό του, πάντως, στη διάρκεια του εμφυλίου, ήταν ισχυρό, είχε πολλά θύματα και επέφερε μεγάλη μετανάστευση του πληθυσμού. Κατά την Τουρκοκρατία εκεί, στον Ταΰγετο, ήταν τα λημέρια των θρυλικών, καπετάν-Ζαχαριά και Παναγιώταρου Βενετσανάκη
Καθώς κατηφορίζαμε προς νότο από τον επαρχιακό δρόμο Καλαμάτας-Οιτύλου, με τις πολλές στροφές και ανηφοροκατηφοριές και έβλεπα τα βουνά, τα χωριά και τα ξεμόνια, μια έστρεφα το βλέμμα μου στον Ταΰγετο με τα δασωμένα φαράγγια και τις πλαγιές του και μια στις ακρογιαλιές τις θάλασσας, της ευρείας περιοχής Σταυροπηγίου-Ανδρούβιστας και την ‘’υπερπηδούσα’’ για να ιδώ απέναντι, στη Μεσσηνία, με την οποία οι Εξωμανιάτες είχαν ‘’δια θαλάσσης’’ επικοινωνία από παλιά και πήγαιναν και δούλευαν εποχιακά εκεί και πολλοί είχαν εγκατασταθεί σχεδόν σε όλο το μήκος της ακτογραμμής. Η Καλαμάτα, πάντα, επηρέαζε και επηρεάζει καθοριστικά την Έξω Μάνη. Παλαιότερα καθοριστική ήταν η Κορώνη. Και ο μπάρμπας- της Κορώνης εκεί…
Το ΒΔ τμήμα της Βέργας που συνορεύει με την Καλαμάτα και υπάγεται στον δήμο της είναι το ωραιότερο της Καλαμάτας. Η άλλη Βέργα, στην πλαγιά με τους φιδίσιους δρόμους, έχει πράσινο και θέα στην έντονα γαλάζια θάλασσα αλλά δεν παραπέμπει σε Μανιάτικο τοπίο. Έχει όμως εκείνο το λιτό μνημείο, επί του κεντρικού δρόμου, και εκείνον τον θρυλικό ξερότοιχο πίσω από το μνημείο, που θυμίζουν στον επισκέπτη ότι είναι στη Μάνη, στη Βέργα που ‘’λέει’’, ‘’όσα μου τύχουν τα μπορού’’. Βέβαια και τα δυο, μνημείο και αμυντικό τείχος ‘’κλείνονται’’ στον στενό χώρο από τα σπίτια και τα δένδρα και δύσκολα τα αντιλαμβάνεται ο περαστικός. Κι όμως εκεί έγινε η πρώτη καθοριστικής σημασίας μάχη με τους άνδρες του Ιμπραήμ, τους οποίους νίκησαν [1826] οι εκπαιδευμένοι στις χωσίες και στην άμυνα Μανιάτες, χάρη στον τοίχο που είχαν φτιάξει από καιρό. [Και έτσι η Μάνη λόγω αυτής της νίκης και εκείνων στον Διρό και στον Πολυάραβο γλίτωσε τον αφανισμό].
Εκεί κοντά, στους Δολούς, την 1η Οκτωβρίου 1819, ο Περραιβός κατάφερε να συμφιλιώσει τους Μανιάτες [Μαυρομιχάλη, Μούρτζινο, Γρηγοράκη], ώστε ενωμένοι να βαδίσουν το 1821. Έχω τη γνώμη ότι αυτή θα έπρεπε να είναι η σημαντικότερη γιορτή των Μανιατών, να γιορτάζεται κάθε χρόνο και ένα μνημείο συμφιλίωσης να στηθεί εκεί.
Οι παραλίες του Αλμυρού και των Κιτριών ήταν μαγευτικές αλλά από τον περιώνυμο πύργο των Κιτριών, που ήταν η έδρα του εκάστοτε μπέη της Μάνης, έχουν μείνει ελάχιστα ερείπια. Το ίδιο και από το κάστρο της Ζαρνάτας.
Ως την Καρδαμύλη και λίγο πιο κάτω, παρά τους ψηλούς πύργους του Καπετανάκη, του Κουμουνδουράκη, του Κουτήφαρη, του Μαυρίκου, του Δουράκη, του Κύβελου και άλλων τοπαρχών, με τείχη περίβολου κάστρου που ορθώνονταν σε λοφίσκους, το τοπίο είναι μεταβατικό από την στοιχειωδώς εύφορη βόρεια Μάνη προς την πετρώδη νότια.
Οι πύργοι από βόρεια ως Ταίναρο και στη συνέχεια ανατολικά, όπως ξεφύτρωναν σε όλη τη Μάνη, αναπάντεχα, μπροστά μας, μας θύμιζαν παλιούς βιγλάτορες που σε αλλοτινούς χρόνους θα φύλασσαν το αμετάβλητο των ηθών της Μάνης από νέες ιδέες κατά το πνεύμα της Σπαρτιατικής ξενηλασίας. [΄΄Εμείς καθώς ευρέθημεν έτσι θα να βαστούμεν’’].
Στην Καρδαμύλη ο δήμος Δυτικής Μάνης πρέπει να κάνει αρκετά έργα και με φαντασία. Να αναδείξει τα αξιοθέατά της, τον πύργο του Μούρτζινου [εκεί που φιλοξενήθηκε και προστατεύτηκε αρχές του 1821 ο Κολοκοτρώνης πριν πάει με τους Μανιάτες ελευθερωτές στην Καλαμάτα], τις βυζαντινές εκκλησίες, τα μονοπάτια προς τον Ταΰγετο, το νησί και την παραλία. Να αποκτήσει το χωριό ευρύ μέτωπο στην παραλία. Και βεβαίως εκείνος ο δρόμος από την Καλαμάτα ως το Οίτυλο πρέπει οπωσδήποτε να επισκευασθεί για να βοηθήσει τον τουρισμό, αλλιώς όσο κόσμο και να μαζεύει η Στούπα, ‘’ο Ζορμπάς του Καζαντζάκη δεν θα χορεύει άνετα’’ στην παραλία της. [Στην Καρδαμύλη έμαθα ότι ο σύλλογος εκδίδει κατά διαστήματα τοπική εφημερίδα με τα νέα της περιοχής. Μια άλλη εφημερίδα, Η Μανιάτικη αλληλεγγύη, κυκλοφορεί εκεί από χρόνια].
[Ο Πάτρικ Λη Φέρμορ στο έργο του, ΜΑΝΗ, γράφει ότι ο Μούρτζινος [Τρουπάκης] θα μπορούσε να θεωρηθεί απόγονος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και αν μεθούσαμε ή ονειρευόμασταν πως ‘’πάλι με χρόνους με καιρούς, πάλι δικά μας θα είναι’’ και ‘’πάρουμε την Πόλη και την Αγιά Σοφιά’’, ένας Μούρτζινος μπορεί να στεφθεί μια μέρα αυτοκράτορας του Βυζαντίου, γιατί οι Μανιάτες δεν είναι μόνο κατ’ όνομα κληρονόμοι αλλά έχουν και νόμιμους τίτλους, όχι αγορασμένους ή πλαστούς, όπως κάποιοι Δυτικοί, επί του θρόνου της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Και άλλα σόια στη Μάνη λένε [ξαναγράφω λένε] ότι κουβαλάνε πομπώδεις και βαρύγδουπους βυζαντινούς τίτλους. Και άλλοι πάνε πολύ μακρύτερα, στους αριστοκράτες όμως [και όχι είλωτες] της αρχαίας Σπάρτης και ας μη λένε πως ήταν, τότε, Λατινόφιλοι, δηλαδή το κοινό [τους] των [Λακεδαιμονίων] Ελευθερολακώνων [195 πΧ-297 μΧ] ήταν δημιούργημα του ‘’διαίρει και βασίλευε’’ των Ρωμαίων, για να εμποδίσουν τις προοδευτικές μεταρρυθμίσεις του εκσυγχρονιστή βασιλιά της Σπάρτης Νάβι [207-192 πΧ] ο οποίος ήθελε να αναγεννήσει τη Σπάρτη και να αποτρέψει την ξένη εξάρτηση. [Ουσιαστικά το κοινό ξεκινά την πολιτική του ζωή με την ξένη εξάρτηση, τη συντήρηση ή μάλλον την αντίδραση απέναντι στις προσπάθειες της Σπάρτης να προκόψει].
Ούτε βέβαια θυμούνται πολλοί την ειρηνική κάθοδο [7ος-8ος μΧ αιώνας] των Σλαύων ως την Τσίμοβα και τον Διρό.
Στο σχετικά νεόκτιστο θέατρο της Μηλιάς [Πλάτσας] δεν πήγαμε αλλά θυμηθήκαμε τον ποιητή Νηφάκο, τον μόνο παλιό Μανιάτη [1800], εκτός από τους τσατιρολόγους και τις μοιρολογίστρες, που ήταν διαφωτιστής και δάσκαλος του γένους και ήθελε να αλλάξει τα ήθη και τα έθιμα του τόπου του, δεν μπόρεσε και αναγκάστηκε να αυτοεξοριστεί μακριά από της Μάνης τα χωρία, όπως με παράπονο σημείωνε.
Η περιοχή του Ζυγού με Πλάτσα, Νομιτσί, Λαγκάδα, Πολιάνα [Άγιος Νίκων], Χοτάσια είναι σε τόπους σκληρούς, όπως του Οιτύλου και της Αρεόπολης, αδιάφορα αν τα τέσσερα πρώτα χωριά ανήκουν στην Έξω [Μεσσηνιακή] Μάνη, κατά τον διοικητικό διαχωρισμό του 1939. Στα βράχια της παραλίας τους από παλιά μάζευαν αλάτι και συνεχίζουν. Αλλά η Έξω Μάνη και ιδία το νότιο τμήμα τη έχει το παράπονο ότι το ενδιαφέρον της Πολιτείας στρέφεται προς Καλαμάτα, Πύλο, Κορώνη.
Από το Οίτυλο, με τη μακραίωνη ιστορία και τους ατέλειωτους γδικιωμούς στους οποίους αποδίδεται η παρακμή του ,
-‘’κάθε μέτρο στα στενοσόκακα και ένα φονικό
και κάθε εβδομάδα και μια κηδεία από αυτό’’- , βλέπεις κάτω, στον κολπίσκο της Τσίπας, το πλέον πυκνοδομημένο μέρος της Μάνης με κατοικίες, ξενοδοχεία, ταβέρνες και καφετέριες.
Στην Τσίπα [Νέο Οίτυλο] -τι θέαμα- στη θάλασσα, το κύμα ή μάλλον ο λευκός αφρός του δεν ήταν συνεχόμενος αλλά διακεκομμένος και σχημάτιζε μικρές ‘’τούφες βαμβακιού’’ ή μάλλον μυριάδες ‘’πρόβατα’’ σε γραμμές παράλληλες και κάθετες, με μικρή απόσταση μεταξύ τους, μπρος και πίσω, άπειρες γραμμές, διακεκομμένες, αμέτρητα ‘’πρόβατα’’ που ‘’κινούνταν’’ προς την έξοδο του κόλπου και έμοιαζαν σαν να ήθελαν να φύγουν μακριά από την Τσίπα, να ανοιχτούν στο πέλαγος. Και δεν τέλειωναν και για ώρα τα κοιτάζαμε που όλο έφευγαν και όλο νέα γεννιούνταν και το θέαμα δεν συνεχιζόταν όσο δεν σταματούσε ο αέρας.
Στο Λιμένι - με τον Μαυρομιχαλιάνικο πύργο και το τελωνείο [‘’για το παντεσπάνι τους’’]- δεν μπορείς να μην σκεφθείς, πόσο ωφελήθηκε ο μπέης από τη Μάνη και την Ελλάδα, λες και άλλοι, ‘’επώνυμοι και ανώνυμοι’’ δεν πολέμησαν το ’21, γιατί κάποιοι -και μάλιστα πολύ ονομαστοί- κοίταζαν από μακριά τις μάχες Διρού και Πολυάραβου [βλ. ΓΑΚ, Γενική Γραμματεία, φ. 22, έγγραφο 35/28-2-1828] και πως -τι οικτρό και περισσότερο χάρη ξένων συμφερόντων- οι δικοί του με την δολοφονία του Καποδίστρια απέτρεψαν το νεοσύστατο κράτος να περπατήσει μαζί με τα τότε σύγχρονα Ευρωπαϊκά. Το προσπεράσαμε στα γρήγορα αν και είχε πολλά αυτοκίνητα σταθμευμένα στον επαρχιακό δρόμο.
Στα τουριστικά χωριά της Μάνης χρειάζονται μεγάλοι χώροι στάθμευσης, ας δώσουν μερικοί λίγο τόπο από τα γκρεμούρια τους και ας παύσουν να ισχυρίζονται ότι όλα ανήκαν στους προγόνους τους. [Πριν 70 περίπου χρόνια τις δουλειές οι κάτοικοι τις έκαναν με τα γαϊδούρια. Κάθε νοικοκυριό είχε το γαϊδούρι του. Τώρα τα συμπαθή τετράποδα εκλείπουν αλλά υπάρχουν άμυαλοι και ασυναίσθητοι άνθρωποι και στη Μάνη η βρισιά ‘’γάιδαρε’’ είναι συνήθης.
[‘’Πέντε γαϊδάροι σερνικοί εκάνασι γεροντική’’].
Νομίζω ότι το Λιμένι έχει υπέρ αξιοποιηθεί και πολύ διαφημιστεί και η νομιζόμενη αξία του απέχει της πραγματικής. Μήπως έχει παραφουσκωθεί; Κάτι ανάλογο πάει να γίνει και στην απέναντι πλευρά, στο Καραβοστάσι ως πέρα την άκρη του κάβου, αν και εκεί τα πράγματα είναι κάπως καλλίτερα γιατί εκείνο το μέρος έχει μεγαλύτερη έκταση και ηλιοφάνεια. Ωστόσο και οι δυο πλευρές έχουν κατακρεουργηθεί για δρόμους και κτίσματα.
Για το Λιμένι το γνωστό τραγούδι, ‘’Η πατρίς μου είναι η Μάνη’’, λέει ότι ‘’ο εχθρός εκεί δεν μπαίνει’’. Δεν χρειάσθηκε όμως να εισβάλει ο εχθρός, εισήλθε ως επικυρίαρχος κάποτε. Ξέρεις τι είναι να χάνεις, στα Ορλωφικά [1769-70], τον μικρό αδελφό σου, Γιώργο, να στον αρπάζουν οι Οθωμανοί και μετά 45 περίπου χρόνια να έρχεται στον πύργο σου, στο Λιμένι, ως Σουκιούρμπεης και να σου φέρνει το Οθωμανικό φιρμάνι με το οποίο ο Σουλτάνος σε διορίζει διοικητή [μπέη] της Μάνης;
Και η Αρεόπολη -όταν βλέπεις το γυμνάσιο που διευρύνθηκε ο κύκλος των γνώσεων σου και άρχισες να προβληματίζεσαι, συγκινείσαι και θυμάσαι- έχει υπέρ το δέον αξιοποιηθεί και διαφημιστεί και έχει γίνει κέντρο, σταυροδρόμι και πέρασμα σχεδόν όλης της Μάνης. Είναι ‘’κλασσικό’’, αντιπροσωπευτικό Μανιατοχώρι, ‘’η ψυχή και η καρδιά’’ της Μάνης. Πέτρινη σε όλα της. Παρατηρείται και σε αυτή ο υδροκεφαλισμός της Αθήνας που πνίγει όλη την υπόλοιπη χώρα. Γεμάτη ξενοδοχεία, ενοικιαζόμενα δωμάτια βραχυχρόνιας μίσθωσης, ταβέρνες, πολλές καφετέριες και καταστήματα πώλησης παραδοσιακών προϊόντων. Ο ανδριάντας του Πετρόμπεη είναι εντυπωσιακός. Κανένας άλλος μπέης -όργανο διοίκησης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας- δεν έτυχε ως τώρα τέτοιων τιμών. Ήταν τυχερός. Έλαχε στη θητεία του το 1821.
Το ‘’κοτρώνι’’, στη μικρή πλατεία της 17ης Μαρτίου 1821, ‘’μεγάλωσε κι άλλο’’. Κάθε φορά που αναμόρφωνε την πλατεία ο δήμος, το αντικαθιστούσε με μεγαλύτερη πέτρα προς το κέντρο. Τελευταία και χωρίς να γίνει ανακατασκευή της πλατείας ο δήμος απέσυρε το προηγούμενο και έβαλε ένα αρκετά μεγάλο και σχεδόν μυτερό και το περιέφραξε με μαρμάρινες πλάκες στις οποίες έγραψε ονόματα Μανιατών αγωνιστών του 1821. [Δείχνει, ο δήμος, σαν να θέλει, απεγνωσμένα θα έγραφα, να πείσει ότι εκεί κηρύχθηκε ο πόλεμος κατά των Τούρκων και υψώθηκε πολεμική σημαία].
Πολλές σημαίες είδαμε σε σπίτια και προπάντων σε καταστήματα. Μεγάλες σημαίες Ελληνικές και περισσότερες ‘’Μανιάτικες’’. ‘’Μανιάτικες’’, δηλαδή λευκό πανί με γαλάζιο σταυρό στη μέση, πάνω από τον σταυρό τη φράση ‘’ΝΙΚΗ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ’’ και κάτω από αυτόν ‘’ΤΑΝ Ή ΕΠΙ ΤΑΣ’’. Για να μάθουν όλοι [‘’θέλουν δεν θέλουν’’], ντόπιοι και ξένοι, ότι ‘’οι Μανιάτες ήταν ελεύθεροι [σσ για αυτό ‘’νίκη ή σύνθημα για την απριλιανή δικτατορία του 1967,αι όχι ‘’ελευθερία ή θάνατος’’], ζούσαν σε ανεξάρτητο κράτος και στις 17 Μαρτίου 1821 κήρυξαν τον πόλεμο στην Τουρκιά και την κατατρόπωσαν ελευθερώνοντας τους άλλους Έλληνες’’, υπακούοντας στην εντολή των προγόνων τους Σπαρτιατών [για αυτό και το ‘’ταν ή επί τας’’].
Αλλά το ‘’ΝΙΚΗ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ’’ το έγραψαν και στο βουνό Αρκουδόλατσα [Μακρυλάκκωμα, Προφήτης Ηλίας], ‘’πάνω’’ από την Αρεόπολη, λίγο κάτω από το ξωκκλήσι του Άι-Λιά, σε μια πλάκα[;] λευκή. Μόλις το είδα θυμήθηκα ότι και τέλη Ιουνίου 1967, που πήγαινα στην δ’ γυμνασίου, λίγο πιο κάτω και νοτιότερα, είχαν οι Αρεοπολίτες τοποθετήσει μεγάλες πέτρες και τις είχαν ασβεστώσει έτσι που από μακριά ο περαστικός να διαβάζει σύνθημα υπέρ της απριλιανής δικτατορίας του 1967. Ας αποφύγομε τους όποιους ξένους, άσχετους παραλληλισμούς, βεβαίως, που δεν στέκουν αλλά και τις ακρότητες ή τις υπερβολές.
Κάποτε πρέπει να αποδεχθούμε ότι ‘’εθνικό είναι το αληθινό’’ και να μην ακολουθούμε μη αποδεκτές από την έρευνα της ιστορίας και τη νομική επιστήμη απόψεις για δήθεν κράτος Μάνης που ήταν ανεξάρτητο στην περίοδο της Τουρκοκρατίας. Γιατί η Μάνη, κατά την Τουρκοκρατία, ήταν [ημι]αυτόνομη και φόρου υποτελής επαρχία υπό την επικυριαρχία του Σουλτάνου, ο δε μπέης ήταν διορισμένος από τον Σουλτάνο διοικητής της [βλ. εργασία μου, Το δίκαιο της Μάνης].
Για διαφημιστικούς[;] λόγους το βράδυ της Ανάστασης στην Αρεόπολη δεν περιορίσθηκαν κάποιοι στα βαρελότα αλλά, ‘’κατά τα παλαιά’’, έριξαν και αρκετούς δυναμίτες σα να γινόταν πόλεμος, που στα στενοσόκακα, γύρω από τον Ταξιάρχη, έκαναν εκκωφαντικό θόρυβο και τρόμαζαν παιδιά και σκυλιά. ‘’Να καταλάβουν’’ οι επισκέπτες και κυρίως οι ξένοι ότι εδώ ‘’είναι Μάνη, που έχει παράδοση στον πόλεμο’’. Κάθε χρόνο το ίδιο γίνεται και το ίδιο λέγεται ότι γινόταν άλλοτε και στα απόκρημνα βράχια της ακροθαλασσιάς όπου πετούσαν δυναμίτες ‘’για μια καλή ψαριά’’. Εφέτος στην Αρεόπολη, όπως είδα, μια ομάδα δέκα περίπου νεαρών με μαύρα ρούχα […] έριξε πολλούς δυναμίτες…για το ‘’έθιμο’’, για το θέαμα και ‘’την αντάρα του πολέμου’’, για να εντυπωσιασθούν οι επισκέπτες που ήταν πολλοί και έπρεπε να αντιληφθούν την ιδιαιτερότητα της Μάνης. Αστυνομία δεν είδα…
Πάντως με ικανοποίηση είδα ότι άνδρες και γυναίκες ήταν ίσοι. Πάει, από δεκαετίες, το έχω ‘’ένα παιδί και δυο κοπέλες’’. Και οι γυναίκες στις καφετέριες και πουθενά δεν είδα μαυροφορεμένες γριές με τις γάζες [μαντήλες] στο κεφάλι τους.
Λίγοι πρέπει να είναι οι άλλοτε [μετά το 1992] πολλοί Αλβανοί και οι Ανατολικοευρωπαίοι που διαβιούν στη Μάνη καθώς δεν φαίνονται αφού έχουν ενσωματωθεί στην κοινωνία και μόνον μερικοί Αφγανοί, Πακιστανοί και Αφρικανοί είναι ευδιάκριτοι [που δουλεύουν στις οικοδομές και στον τουρισμό].
Είδα επισκέπτες και ξένους τουρίστες, είδα λίγους συμμαθητές και συμμαθήτριες και μερικούς παλιούς γνωστούς και ρωτούσαμε ο ένας τον άλλον για την τάδε, τον δείνα κλπ. Είδα και κάποιους που ‘’πολύ κοκορεύονταν’’ ότι κατέλαβαν υψηλές θέσεις ή έκαναν περιουσίες κλπ. Δεν λέω, μερικοί και άξιοι ήταν και ικανοί και δραστήριοι και δικαίως πέτυχαν ό,τι πέτυχαν, αλλά για αρκετούς άλλους … ας είναι καλά τα ρουσφέτια, κάποιο πιστοποιητικό; οι παράνομες επιδοτήσεις, οι ρεμούλες, οι αρπαχτές, τα δανεικά και αγύριστα, τα μπαξίσια και τα φακελάκια. Είναι μικρός ο τόπος μας και ξέρομε… Έντονο προσωπικό συμφέρον, ικανοποίηση με κάθε τρόπο και πλήρης αδιαφορία για το κοινό.
Στον έξω από τον Ταξιάρχη χώρο μαζεύτηκε κόσμος πολύς ένα τέταρτο πριν το ‘’Χριστός ανέστη’’ και παρέμεινε μέχρι να τελειώσουν οι δυναμίτες. Πριν και μετά, ο κεντρικός δρόμος, Αγιάτικο-Ταξιάρχης, ήταν γεμάτος από άπειρα τραπέζια και καθίσματα που κάθονταν ντόπιοι και ξένοι τρώγοντας, πίνοντας, κοιτάζοντας τα κοντινά -σε απόσταση 1-2 μέτρων- ντουβάρια και δυσκόλευαν τους περαστικούς. [Εννοείται ότι οι περισσότεροι ήταν απόδημοι Μανιάτες [στην Αθήνα διαμένοντες κυρίως] που ήρθαν για λίγες ημέρες καθώς και κάποιοι Έλληνες εκδρομείς και ξένοι τουρίστες]. Μαζική ψυχολογία καταναλωτισμού. ‘’Εκεί που πάνε όλοι, πάμε και εμείς’’, για 2-3 μέρες το Πάσχα, μερικά τριήμερα και 15-20 μέρες το Δεκαπενταύγουστο. [Δυσφορούμε για αυτό το ‘’στριμωξίδι’’ στα ντουβάρια του δρόμου Αγιάτικο-Ταξιάρχης όχι μόνο για τον απερίσκεπτο και επιδεικτικό καταναλωτισμό αλλά και για την αποχαύνωση που μπορεί να προκαλέσει, την αδιαφορία για την ποιότητα της ζωής και έναν βίο που θα προχωρεί πνευματικά και πολιτιστικά, θα εξυψώνει τον άνθρωπο, ‘’ως χαρίεν, αν άνθρωπος ει’’ [Μένανδρος].
Ο τουρισμός δεν μπορεί να είναι μόνον οικονομικός. Στα γυμνασιακά μου χρόνια [1963-69], στην Αρεόπολη, χαιρόμουν ιδιαιτέρως όταν ερχόταν για τα σπήλαια σχολείο εκδρομή ή κάποιος τουρίστας. Ήθελα να αυξηθεί, αρκετά, ο τουρισμός. Να έρθουν Ευρωπαίοι. Να μας φέρουν ιδέες, να γνωρίσομε τον πολιτισμό τους. Και να κάνομε, όπως έκαναν οι αρχαίοι Έλληνες που ταξίδευαν στη Μεσόγειο, γνώριζαν άλλους λαούς και ό,τι σε ιδέες έπαιρναν από τους άλλους, το εξέταζαν και το ‘’πήγαιναν πιο ψηλά’’. Έτσι δημιουργήθηκε το αρχαιοελληνικό θαύμα.
Έβλεπα, λοιπόν, και εγώ, τότε, τον τουρισμό σαν ένα παράθυρο στον κόσμο, στον κόσμο της Ευρώπης, του πολιτισμού που είχε τις ρίζες του στην αρχαία Ελλάδα. Η Μάνη ήταν μια πολύ κλειστή, αγροτική και υπερσυντηρητική κοινωνία, σκοταδιστική λένε πολλοί. Χρειαζόταν φως, χρειαζόταν ιδέες, προτάσεις, έπρεπε να αλλάξει. Αυτό θα το πετύχαινε μέσω του τουρισμού [και της παιδείας, προπάντων, αλλά αν ήθελαν οι ιθύνοντες. Οι ιθύνοντες όμως μάλλον ήθελαν τα χρήματα, όχι την πολιτιστική ανάταση με τη μόρφωση, την κριτική σκέψη, τη διαρκή προσπάθεια του ανθρώπου να πάει μακρύτερα και ψηλότερα].
Πολλά χρήματα από Ευρωπαϊκά προγράμματα, επιδοτήσεις, δανεικά και αγύριστα, επιχορηγήσεις κλπ δαπανήθηκαν, από χρόνια, για την Αρεόπολη, όσο σε κανένα άλλο μέρος της Μάνης ενώ έπρεπε να μην υπάρξει τόσο σκανδαλώδης εύνοια και χρέος του δήμου ήταν να επενδύσει και σε άλλα χωριά. [Πάντως αν αναπτυχθούν η Καρδαμύλη, η δυτική περιοχή του Οιτύλου, πέρα και πάνω από το Καραβοστάσι, ο Γερολιμένας, ο Κότρωνας [η προσηλιακή Μάνη χρειάζεται απευθείας επικοινωνία και όχι μέσω Αρεόπολης], το Βαθύ και κυρίως η παραλία του Μαυροβουνίου και γίνουν κάποια έργα με φαντασία στο Γύθειο [Κρανάη, Ακούμαρος [Λαρύσιο], πρώην στρατόπεδο, κοντά στο αρχαίο θέατρο και Σελινίτσα] η Αρεόπολη πολύ θα πιεσθεί].
Επικεντρώνομαι περισσότερο στην Αρεόπολη επειδή είναι κεντρικό μέρος αφενός αλλά και γιατί έχω ασχοληθεί και γράψει αρκετά για αυτήν [Ιστορία του γυμνασίου της, Τα αίτια ακμής της, Η 17η Μαρτίου 1821, Για τον ανδριάντα του Πετρόμπεη, Αρεόπολη, η αγροτική περιοχή και η θάλασσά της] και έχω και με βάση αυτή μια συνολικότερη εικόνα της Μάνης με την τελευταία εργασία μου, Η Μάνη μετά το 1949.
Η ανάσταση στο χωριό μου, Βαχός, κράτησε λιγότερο από 10-15 λεπτά. Ο παπάς πήγε στην Τσεροβά [Δροσοπηγή], στην Κελεφά, νομίζω στην Τσίπα [Νέο Οίτυλο] και κατέληξε στο Οίτυλο, για να πάρουν όλοι ‘’το άγιο φως και να νιώσουν την ημέρα’’. Ας είμαστε όμως στοιχειωδώς ειλικρινείς. Για την συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού η ανάσταση είναι δέκα λεπτά. Πέντε πριν το, ‘’Δεύτε λάβετε φως’’ και πέντε μετά το, ‘’Χριστός ανέστη’’. Αυτό κάνει και αυτό θέλει ο περισσότερος κόσμος καθώς φεύγει από την εκκλησία και πηγαίνει στο σπίτι του ή [μάλλον] στις ταβέρνες για τη μαγειρίτσα. [Πήγαμε και εμείς, μετά τον Βαχό, για την όλη βραδιά στην Αρεόπολη και είδαμε ό,τι παραπάνω σημειώνεται].
Τη Δευτέρα της Λαμπρής, στην Αρεόπολη, ο αέρας ερχόταν κατά σβιλάδες [δυνατός κατά κύματα] με βοή λες και περνούσαν αεροπλάνα. Έτσι οι επισκέπτες κλείστηκαν στα μαγαζιά ή στις κατοικίες και η χθεσινή βόλτα με πολύ κόσμο δεν υπήρχε εκείνο το βράδυ και το επόμενο. Γιατί η Αρεόπολη στα μπαρ της μαζεύει κόσμο και από τα γύρω χωριά και όλοι δίνουν την εντύπωση κοσμοπλημμύρας. Αυτό γίνεται και την ημέρα και κατά συνέπεια ανθεί μια ‘’βιομηχανία’’ παραδοσιακών εδεσμάτων [σύγγλινα, δίπλες, τραβηχτές, τηγανίδες, αλάτι και άλλα], που επειδή στα παιδικά μου χρόνια τα γεύτηκα ‘’στην αυθεντική τους γεύση’’, οφείλω να σημειώσω ότι δεν είναι και τόσο παραδοσιακά ενώ είναι πολύ ακριβά.
Οι μαγαζάτορες μας τάραξαν στο, ‘’κορώνα μου και κορώνα μου’’, για να μας δείξουν ότι συνεχίζουν την παράδοση των παλιών, τη φιλοξενία του Ξένιου Δία και θέλουν να δημιουργούν θερμές σχέσεις στην τοπική αγορά με τα απόδημα τέκνα του τόπου που σε κάθε ευκαιρία επισκέπτονται τη γη των προγόνων.
Αλλά ‘’κορώνες μου’’ κατεβάστε και λίγο τις υψηλές, τουριστικές τιμές σας ιδιαίτερα στην Αρεόπολη, γιατί ο Κερδώος Ερμής ‘’βαράει καμπάνες’’ και όλοι οι Μανιάτες δεν έχουν βασιλικές αμοιβές εργασίας. Υπάρχουν και μη προνομιούχοι, μη ευνοημένοι και ξέρετε ποιοι είναι οι βολεμένοι και ποιοι όχι και πως…έγιναν. Και ύστερα, ‘’κορώνες μου’’, θα ήθελα να σας πω πως πριν δεκαετίες όταν οι πατριώτες μας μετανάστευαν στην Αθήνα, οι εκεί τους θεωρούσαν ‘’χαζοχωριάτες και βλαχαδερά’’, τους κορόιδευαν και τους εκμεταλλεύονταν. Τώρα που οι απόγονοί τους έρχονται ως επισκέπτες μη τους αντιμετωπίζεται ως ‘’χαζοπρωτευουσιάνους, κουτόφραγκους και αμερικανάκια’’. Δεν λέω να συνεχισθεί εκείνο το γνωστό αίσθημα κατωτερότητας των παλιών ντόπιων έναντι των υψηλών, γαλανομάτηδων, λευκών και ξανθών περιηγητών από την Εσπερία που έρχονταν στη Μάνη και έπαιρναν ό,τι άξιζε και οι ντόπιοι δεν καταλάβαιναν αλλά, ας εξισωθούμε πιά σε όλη την Ελλάδα.
Σε όλης της [Έξω και Μέσα] Μάνης τα λουριά, τα βουνά και τα λαγκάδια, οι ασπάλαθοι, οι φλόμοι, οι σπάκες, οι μηλόσπακες [τσάι του βουνού] είχαν ανθίσει. Είδαμε παπαρούνες, μαργαρίτες, χαμομήλια, πολλά σπάνια είδη φυτών με τα λουλούδια τους, τα δένδρα έβγαζαν άνθη, φύλλα και η γη χορτάρι. Όλα ήταν καταπράσινα. Ακόμη και οι γκρεμοί. Πουλιά πάντως δεν είδαμε ούτε ανθρώπους έξω στα χωράφια και στα μονοπάτια. Η γη, στο μεγαλύτερο μέρος της, μένει ακαλλιέργητη -ως το 1965 όργωναν και έσπερναν σιτάρι- και η κτηνοτροφία είναι εντελώς ασήμαντη. Οι φραγκοσυκιές και οι τσερατσιές που απέμειναν είναι λιγοστές και σε λίγα χρόνια δεν θα υπάρχει καμιά ούτε για δείγμα καθώς κανένας δεν ασχολείται με αυτές και δεν φυτεύει νέα δένδρα.
Όμως τα χωράφια, όλης της πετρώδους Μάνης, από πάνω ως κάτω, είναι ποτισμένα με ιδρώτα και αίμα. Με αίμα για να τα υπερασπιστούν από αρπαχτικούς γείτονες ή άπληστους συγκληρονόμους και με ιδρώτα γιατί για να βγάλουν μια χούφτα σιτάρι, αν δεν μπορούσε να οργώσει το αλέτρι του ζευγά, καθώς υπήρχαν ριζωμένες πέτρες, έπρεπε να το σκάψουν με τη σκαπάνη.
Σε όλη τη διαδρομή, προσηλιακά και αποσκερά, εντύπωση προκαλούν τα λουράκια [αναλήμματα, πεζούλες με τους τράφους] που ανηφορίζουν στα βουνά σαν σκάλες σε πλάτος και μάκρος, χτισμένες ξερολιθιά, περιτριγυρισμένες με μαντρότοιχους [γυρίσματα] και είναι γεμάτα με ριζωμένες κοτρώνες και διάσπαρτα τροχάλια. Και μέσα στα λουρία λίγο αλλά πολύ δυνατό κοκκινόχωμα.
[Άνοιξη ήταν και σε ανάμνηση των μαθητικών μου χρόνων, βγήκα σε ένα μονοπάτι, ανάμεσα σε Πύργο και σπήλαια και μάζεψα, συμβολικά, μερικά άγρια σπαράγγια. Μάλλον από χρόνια δεν θα είχε περάσει μαζωχτής από εκεί. Μόνο τις ελιές μαζεύουν μερικοί αλλά και αυτές ελάχιστο καρπό βγάζουν. Λίγο λάδι αλλά το καλλίτερο].
Την παραλία του Διρού, κάτω από τα σπήλαια, την είδα παρατημένη ενώ μπορεί ο δήμος να την αξιοποιήσει και να γίνει ένα ωραίο σημείο. Χρειάζονται, στον Διρό, έργα με φαντασία. Και είναι εκεί δυο σπήλαια [το ένα, η Αλεπότρυπα, κλειστό], ένα νεολιθικό μουσείο [και αυτό κλειστό], το πηγάδι με το γλυφό νερό, και ‘’το ρημοκκλήσι του Διρού που λειτούργα ο πρωτοσύγκελος’’. Υπάρχει και το άγαλμα της δρεπανηφόρου Μανιάτισσας γιατί λίγο πιο πέρα, στο Κοκκινόγειο, αποβιβάστηκαν οι άνδρες του Ιμπραήμ, τον Ιούνιο του 1826. Είναι αυτονόητη ότι την απόκρουση των εισβολέων στις μάχες γύρω από τον Διρό ανέλαβαν πολεμιστές και όχι μια ή μερικές δρεπανηφόρες που τελευταία με επιμονή θέλουν να μας πείσουν μερικοί ‘’λαογράφοι-ιστορικοί’’. [Αναζήτησα στα βράχια της παραλίας πεταλίδες ή αχινούς, όπως στα γυμνασιακά μου χρόνια, αλλά, βεβαίως, δεν υπήρχαν, από δεκαετίες].
Στη Μέσα Μάνη ως τον Γερολιμένα, στα χωριά και στα ξεμόνια, είχαν επισκευασθεί μερικά σπίτια ή είχαν κατασκευασθεί καινούργια αλλά υπήρχαν και πολλά χαλάσματα. [‘’Ζωή και μνήμα αιώνιο κύμα’’]. Την αντίθεση τη βλέπεις παντού και ασφαλώς τα ερείπια είναι περισσότερα και στο μέλλον θα αυξηθούν ακόμη, εκεί που κάποτε έσφυζε από ζωή ο τόπος. Βλέποντας τους ερειπωμένους πύργους σκεπτόμουν πως κάποτε από τις πολεμότρυπες τους θα ξεπρόβαλλαν ντουφέκια και μέσα υψώνονταν φωνές εκδίκησης και κατάρες, όπως και κραυγές χαράς αλλά και μοιρολόγια. [‘’Πύργο εσύ, ρε. Πύργο και ‘γω. Και μάλιστα πιο ψηλό’’. Και οι γκράδες έτοιμοι στην ώρα του γδικιωμού. Αντί να καταφεύγουν σε ένα σύστημα ειρηνικής επίλυσης των διαφορών που υπήρχε με συνιβαστές κλπ πολλοί προτιμούσαν τα όπλα. Έφταιγε η φτώχεια, το άγονο και άγριο έδαφος με τους βράχους και τους ασπαλάθους, το απόμακρο από τα κέντρα εξουσίας, η απομόνωση].
Πολλά χωριά και πολλά ξεμόνια, έρημα σχεδόν όλο τον χρόνο ή με ελάχιστους κατοίκους. Απορώ πως μερικοί υποψήφιοι βουλευτές της Ν.Δ. προφταίνουν μέσα σε λίγο διάστημα, προεκλογικά δηλαδή, να τα επισκεφθούν. Και πως θυμούνται τα ονόματα των τοπικών αντιπροσώπων τους αλλά και πολλών ψηφοφόρων τους. Μεγάλη ικανότητα.
Όπου κοιτούσα και έβλεπα την ερημιά στα χωράφια, συνάμα σκεπτόμουν πως ήταν αυτός ο τόπος πχ το 1900 ή το 1930. Μου έρχονταν στο μυαλό βουκολικές στιγμές, γεμάτα τα βουνά, τα μονοπάτια, τα χωριά από ανθρώπους και ζώα, -τα βουνά θα ήταν ‘’γλειμμένα’’ από την υπερβολική βόσκηση- πολλές παιδικές φωνές και πάθη, μίση, ζήλειες, γδικιωμοί.
Ετούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή …δεν υπάρχει νερό, μονάχα φως’’. Άπλετο φως. Απολλώνιο φως, αυτό που ύμνησαν οι αρχαίοι ποιητές για τον Ελλαδικό χώρο και στο οποίο, κατά ένα μέρος, οφείλεται και ο πολιτισμός τους.
Και στα βράχια, ‘’ο ήλιος ψήνει το ψωμί κι η θάλασσα τ’ αλάτι’’.
Είπαμε με την κόρη μου Άλκηστι να πάμε και προς το Τηγάνι [απέναντι από τον Μέζαπο] -η σύζυγός μου Μαρία δεν ήρθε γιατί θεώρησε δύσκολο το εγχείρημα- και ξεκινήσαμε να κατηφορίζομε από το σε υψόμετρο ξεμόνι της Αγίας Κυριακής, θεωρώντας ότι η απόσταση είναι μικρή. Λέγεται Τηγάνι γιατί μοιάζει με τηγάνι, με μεγάλη λαβή [χερούλι] και στην άκρη του κυκλικό επίπεδο που όμως είναι υπερυψωμένο. Αλλά το τοπίο ‘’μας ξεγέλασε’’ και ‘’μας ξεγελούσε’’ συνεχώς καθώς προχωρούσαμε στο κακοτράχαλο μονοπάτι που ‘’δεν είχε τελειωμό’’, κι όλο λέγαμε πως θα φθάσομε.
Η ‘’λαβή του τηγανιού’’ είναι σε υψόμετρο ενός-δυο μέτρων από τη θάλασσα. Αυτό σημαίνει, υπολόγισα δηλαδή, ότι το κύμα ‘’αλωνίζει’’ τον χειμώνα και ο άνεμος δέρνει το έδαφος και το γδέρνει με το κύμα ανελέητα. Είναι ‘’η λαβή’’ γεμάτη από λευκές, λόγω του κύματος, ριζωμένες, μικρές πέτρες που εξέχουν σαν εμπόδια και κάνουν το περπάτημα αρκετά δύσκολο και επικίνδυνο. Ανάμεσα στις πέτρες είχαν φυτρώσει μικρά φυτά που είχαν κίτρινα άνθη. Αυτός ο συνδυασμός λευκού, πράσινου και κίτρινου ήταν εντυπωσιακός. Περπατούσαμε αργά και προσεχτικά. Αν εκεί γίνει κάποιο ατύχημα θα αργήσουν πολύ να έρθουν διασώστες. Και πως θα έρθουν; Μάλλον από τη θάλασσα γιατί ελικόπτερο δεν μπορεί να προσγειωθεί. Αν πάλι εκεί σε βρει ανεμοστρόβιλος, που λένε ότι ξεσπάει μερικές φορές, τότε ‘’θα σε πάρει και θα σηκώσει και δεν ξέρεις ποιός θα σε σώσει’’.
‘’Στη λαβή του τηγανιού’’, που περπατούσαμε, είδαμε τις αλυκές για το αλάτι και τις πρόχειρες ερειπωμένες καλύβες των συλλεκτών του αλατιού. Πλησιάσαμε στο κυκλικό υπερυψωμένο επίπεδο και από κοντινή απόσταση είδαμε τους βράχους πάνω στους οποίους, κατά τους βυζαντινούς χρόνους, κτίστηκε το κάστρο και τώρα ουσιαστικά δεν έχει μείνει ‘’λίθος επί λίθου’’. Τι έγιναν οι πέτρες των μνημείων; Τις πήραν οι βάνδαλοι; Κάτι ελάχιστα δείγματα αρχαίου ναού είχαν μείνει και κάποιες μεμονωμένες βάσεις ερειπίων κάστρου και άλλων κτισμάτων, προφανώς κατοικιών και στρατοπέδου, όπως μας είπε ένας επίμονος ερευνητής του χώρου. Εμείς, καθώς βλέπαμε ότι όλο και πλησιάζομε αλλά όλο και η απόσταση δεν καλύπτεται και στο δύσβατο μονοπάτι, ανάμεσα σε πέτρες υπήρχε κίνδυνος ατυχήματος, η ζέστη γινόταν ανυπόφορη, νερό δεν είχαμε, ουσιαστική προετοιμασία πεζοπορίας δεν είχαμε κάνει, περιοριστήκαμε να ιδούμε από κάποια απόσταση το υπερυψωμένο επίπεδο και να μην εξαντλήσομε τα όρια πεζοπορίας μας φθάνοντας ως την έσχατη άκρη του παλιού φρουρίου. ‘’Τείναμε’’ προς το όριο αλλά δεν φθάσαμε ως αυτό για να θυμηθούμε την θεωρία των ορίων της άλγεβρας. [Και ο Μωυσής τη ‘’γη της επαγγελίας’’ την είδε από μακριά, δεν ‘’την πάτησε’’].
Από το Τηγάνι είδαμε σε κοντινή απόσταση το βόρειο μέρος του φοβερού Κάβο-Γκρόσο για το οποίο οι ναυτικοί έλεγαν, ‘’σαράντα [μίλια] κι άλλο τόσο’’ μακριά], για το κύμα του βεβαίως αλλά και για τους πειρατές που φώλιαζαν στις σπηλιές των γκρεμών της ακρογιαλιάς.
[Για το Τηγάνι ας φτιάξει ο δήμος ένα απλό μονοπάτι. Είναι ιδιόμορφο μέρος. Μια εξαιρετική διαδρομή στη φύση. Εσύ, η θάλασσα και ο ουρανός. Και το εντυπωσιακό της σκληρής Μάνης. Ύστερα στο Τηγάνι ήταν το βυζαντινό κάστρο της Μαΐνης από το οποίο και ονοματοδοτήθηκε η περιοχή [Μάινα, Μάνη]. Μερικοί θέλουν να είναι το θρυλικό κάστρο της Ωριάς. Πάντως, ‘’οι του κάστρου της Μαΐνης οικήτορες ουκ εισίν από της γενεάς των προρρηθέντων Σλαών αλλά εκ των παλαιοτέρων Ρωμαίων, οι και μέχρι του νυν παρά των εντοπίων Έλληνες προσαγορεύονται, δια το εν προπαλαιοίς χρόνοις ειδωλολάτρας είναι και προσκυνητάς των ειδώλων. Ο δε τόπος εν ω κατοικούσιν εστίν άνυδρος και απρόσοδος, ελαιοφόρος δε όθεν και την παραμυθίαν έχουσιν’’. [Κωνσταντίνου Ζ΄ Πορφυρογένητου, Προς το ίδιον υιόν Ρωμανόν]. Ήταν οι τελευταίοι αρχαίοι Έλληνες, οπαδοί των Ολυμπίων θεών, που μερικοί τους επέζησαν, σχεδόν, ως την εμφάνιση [1480] των Οθωμανών στην περιοχή].
Επιστρέφοντας στο κέντρο του παλιού, ονομαστού για τους εγωισμούς και τους καυγάδες του αλλά και για την μη προσφορά του στον τόπο, Νικλιάνικου [Κίττα, Νόμια και γύρω], το είδαμε πολύ έρημο και μόνο. Είδαμε σε τοίχους μερικών χωριών συνθήματα υπέρ ακροδεξιού κόμματος και διαπίστωσα ότι ο χρόνος έχει σβήσει κάτι παλαιότερα φιλοβασιλικά.
Περνώντας από το Μπρίκι θυμήθηκα την προσπάθεια μερικών τολμηρών από τη λαϊκή τάξη Μανιατών να συγκαλέσουν [11-1-1826] τοπική συνέλευση για την εκλογή αντιπροσώπων στην Γ’ εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας αλλά η προσπάθεια δεν τελεσφόρησε γιατί ‘’τα πρώτα σπίτια’’ δεν έμειναν αδρανή και μάζεψαν τους πληρεξουσίους των χωριών στο Μαραθονήσι [Γύθειο] προκειμένου εκλεγούν τα βλαστάρια τους και παραμείνει αδιατάρακτα στα χέρια τους η τοπική εξουσία.
Στον Γερολιμένα αγναντέψαμε στο πέλαγος την Καραβόπετρα [Αρμενόπετρα] και είδαμε αρκετά νέα και επισκευασμένα σπίτια, ξενοδοχεία και ταβέρνες καθώς και αξιόλογη κίνηση επισκεπτών. Μετά την Αρεόπολη είναι το πλέον προβεβλημένο μέρος της Μέσα Μάνης και φαίνεται ότι ‘’έχει μέλλον’’.
Μετά τον Γερολιμένα ο ‘’Κρανίου τόπος’’ συνεχίζεται σε πιο τραχιά μορφή, οι πύργοι είναι διάσπαρτοι και πάμπολλοι, ξεφυτρώνουν, λες, ‘’στο πουθενά’’, της Βάθειας, αλλά όχι μόνον αυτής, εντυπωσιάζουν, και ο δρόμος είναι προβληματικός.
Γύρισα με τη φαντασία μου πίσω, τότε που μάζευαν με τις αποχές τα ορτύκια και έβλεπα τους τόπους γεμάτους από πουλιά και κυνηγούς, άνδρες και γυναίκες.
Στο λιμάνι του Πόρτο-Κάγιο, όταν κατέφυγε [1792] ο Λάμπρος Κατσώνης, δόθηκε εντολή από τον πασά της Τριπολιτσάς στον τότε μπέη Τζανή Γρηγοράκη να τον διώξει και εκείνος ως υπάκουος έπαρχος-υπήκοος συμμορφώθηκε, ‘’για να μη νομίσομε ότι κάναμε και ό,τι θέλαμε στη Μάνη’’.
[Δεν μπορώ να μη θυμηθώ ότι ο Κωνσταντήμπεης έγραφε [1809] στον πασά της Τριπολιτσάς, ‘’Βελή πασά, εφέντη μου, σκλαβικώς προσκυνώ και σύροντας το πρόσωπό μου εις την γην καταφιλώ τα ίχνη των ποδών σας’’ [Σταύρου Καπετανάκου, Η Μάνη στη δεύτερη Τουρκοκρατία, σελ. 405-7]. Κατώτερο επίπεδο υποταγής και σκλαβιάς δεν υπάρχει. Και ο Πετρόμπεης, αρχές Απριλίου του 1821, ενώ δηλαδή είχε ξεκινήσει ο εθνικός ξεσηκωμός, με επιστολή του στον καϊμακάμη της Τριπολιτσάς, ζητούσε συνθηκολόγηση και επαναφορά των πραγμάτων στην προ Μαρτίου εποχή με τον όρο οι Οθωμανοί να τον καταστήσουν ισόβιο μπέη της Μάνης. Και ο καϊμακάμης δέχθηκε προτρέποντάς τον να σκοτώσει τον Κολοκοτρώνη. Βλ. έργα Σπηλιάδη, Φραντζή, Φωτάκου, Κόκκινου και άλλων].
Σε όλη τη Μανιάτικη διαδρομή από πάνω ως κάτω και όχι σε κάποιο κομμάτι της μόνον, είδαμε πολλές εκκλησίες στα χωριά αλλά και πολλά ξωκκλήσια και έρημα μοναστήρια, διάσπαρτα στα βουνά και στα χωράφια. Κατά κανόνα ιδιωτικά. Οι Μανιάτες μισούνταν, σκοτώνονταν, δεν ήθελαν να βλέπουν ο ένας τον άλλον, βρίζονταν και βλαστημούσαν θεούς και αγίους, ιερά και όσια, πήγαιναν σπάνια στην εκκλησία, ο ένας έτριζε τα δόντια του σαν έβλεπε τον άλλον, αλλά …αλλά το κάθε σόι, μεγάλο ή μικρό ήθελε να έχει τη δική του εκκλησία και τον δικό του παπά. Ήταν θέμα κύρους. Και να μην βλέπει τους εχθρούς του και να προστατεύεται από αυτούς. Το ίδιο ίσχυε και για τα παλιά νεκροταφεία που και αυτά ήταν οικογενειακά και δεν ήθελαν να απαντεθούν ούτε νεκροί στον κάτω κόσμο [‘’και, τυχόν, συγχωρεθούνε μεταξύ τους’’].
Καθώς περνούσαμε στα χωριά έβλεπα κλειστά και τα παλιά δημοτικά τους σχολεία, αφού δεν υπάρχουν παιδιά, έβλεπα κλειστά επίσης και τα πρώην κοινοτικά τους γραφεία, γιατί οι κοινότητες συνενώθηκαν σε δήμους και σκεπτόμουν, αυτά τα κτίσματα δεν μπορούν οι δήμοι να τα επισκευάσουν στοιχειωδώς και να τα μισθώσουν με χαμηλό μίσθωμα στους τοπικούς δημοσίους υπαλλήλους που δεν βρίσκουν σπίτια; Οι αποστάσεις είναι πλέον μικρές και οι περισσότεροι έχουν αυτοκίνητο ή δίκυκλο.
Καθώς φθάσαμε στο Κοκκινόγειο, λίγο πριν τον ναό του Ποσειδώνα στο Ταίναρο, είδαμε ότι υπήρχε μια τουριστική κινητικότητα, λόγω της άκρης της Μάνης και των εκεί μνημείων της. [Ναός Ποσειδώνα, όπου οι Σπαρτιάτες, εντός του ιερού χώρου, κατέσφαξαν τους επαναστατημένους είλωτες που είχαν καταφύγει ως ικέτες [Ταινάρειο άγος], ψυχοπομπείο, νεκρομαντείο, ψηφιδωτό, στέρνες, σπηλιά του Άδη, που ο Ηρακλής νίκησε τον Κέρβερο, και φάρος, δίπλα στη θάλασσα. Η θάλασσα στον Κάβο-Ματαπά ήταν ήρεμη λες και είχε περάσει πριν ο Αρίωνας με την άρπα του, καβάλα στο δελφίνι, και την είχε γαληνέψει].
Η εικόνα του αρχαίου ναού να είναι πάνω του η εκκλησία του Ασώματου είναι ενδεικτική. Είναι γνωστό ότι τις εκκλησίες της νέας θρησκείας έχτιζαν στις θέσεις των αρχαίων ναών και με τις πέτρες τους. Εδώ αφέθηκε μεγάλο μέρος των βάσεων και των τοίχων του ναού και η εκκλησία κτίστηκε πάνω του λες και ο πετρομάστορας ήθελε αυτό να φανεί έντονα.
Φθάνοντας στην άκρη του Ταινάρου, από βατό μονοπάτι και αγναντεύοντας στο πέλαγος -‘’άρμεγες με τα μάτια σου, το φως της οικουμένης σε έναν τόπο υπέρλαμπρο, φωτεινό’’- σκέφθηκα την απεραντοσύνη της θάλασσας, το πόσο μικρός είναι ο άνθρωπος αλλά και πόσο, συνάμα, μεγάλος που μπόρεσε να τιθασεύσει αυτό το θηρίο και να το χρησιμοποιεί. Και εκεί, έκανα άσκηση μνήμης για τις γνώσεις μου στην ιστορία -κάνε και εσύ, αναγνώστη,- ποιοι και πότε πέρασαν ανοιχτά στο πέλαγος, από την εποχή που ο βασιλιάς της Πύλου, Νέστορας, πήγε στην Αυλίδα και από εκεί στην Τροία, ως σήμερα που αρμενίζουν τα κρουαζερόπλοια με τους τουρίστες.
Στο Ταίναρο δεν έπρεπε, στο τέλος του εικοστού αιώνα, να επιτραπεί από την πολεοδομία η ανέγερση οικοδομών τόσο κοντά στον αρχαίο ναό του Ποσειδώνα αλλά αρκετά μακριά.
Στην Προσηλιακή Μάνη, αυτή που ‘’βλέπει’’ στον Λακωνικό κόλπο, καθώς ανηφορίζαμε από το Ταίναρο, επιστρέφοντας από ανατολικά, δεν παρατηρήσαμε αξιόλογη τουριστική κίνηση Μανιατών και ξένων ούτε έντονη οικοδομική δραστηριότητα. Τουριστικά η πλάστιγγα ‘’γέρνει’’ πολύ προς τα δυτικά, την Αποσκερή.
Ο χώρος της νότιας Προσηλιακής Μάνης, από Ταίναρο ως τον Κότρωνα, είναι μικρός, στενός -η απόληξη του Ταϋγέτου δεν αφήνει περιθώρια- με μεγάλη κλίση που δεν επιτρέπει αξιόλογα έργα και οι δρόμοι δεν διευκολύνουν. Οι πύργοι πάντως ορθώνονται σαν κυπαρίσσια. Οι παραλίες είναι κλειστές και με βότσαλα για κολυμβητές της άγριας φύσης. Ο Σαγγιάς από την ανατολική πλευρά έχει κατακρεουργηθεί με τους δρόμους προς την κορυφή για να στηθούν εκεί οι ορατές από μακριά ανεμογεννήτριες.
Βορειότερα το Σκουτάρι, ο Αγερανός και το Βαθύ αν και έχουν αμμώδεις και καλές παραλίες, πλούσιο πράσινο και εύφορη αγροτική περιοχή δεν έχουν αξιοποιηθεί.
Μοναδική εξαίρεση στην ανατολική πλευρά, το Μαυροβούνι, με μερικούς πύργους, γύρω στα 1800 και αργότερα, νέες οικοδομές και τουριστική κίνηση, μάλλον το ωραιότερο χωριό της Μάνης. Είναι πάνω σε λοφίσκο, έχει θέα σε ανοιχτό ορίζοντα προς όλες τις πλευρές, έχει θάλασσα ‘’κάτω από τα πόδια του’’, πλούσιο πράσινο, εύφορη γη τριγύρω του και έχει πλέον ενωθεί με το Γύθειο αν και είναι διακριτό από αυτό. Η παραλία του είναι αμμώδης, μεγάλη και μπορεί να αναπτυχθεί σημαντικά αν υπάρξει ενδιαφέρον και φαντασία από τον δήμο. [Στο Βαθύ και στο Μαυροβούνι υπάρχουν κάμπινγκ για μικρά ‘’βαλάντια’’].
Το Γύθειο, λόγω των λόφων, δεν έχει δυνατότητα επέκτασης και αν είχε ίσως ανταγωνιζόταν τη Σπάρτη. Είναι, ωστόσο, κρίμα η όλη εύφορη κοιλάδα του, ως τους πρόποδες του Ταϋγέτου, να μένει αναξιοποίητη.
Το Γύθειο αν και δίνει την εντύπωση νησιού είναι γέννημα Μανιατών κατά τους νεότερους χρόνους -χωρίς πύργους όμως εξαιρουμένου του Γρηγοράκη [Τζανετάκη] στο νησί που είναι μουσείο- και συνάμα σε αναγκάζει να σκεφθείς όλη την Ελληνική ιστορία από τον Όμηρο [με την νήσο Κρανάη για τον Πάρι και των Ωραία Ελένη], τις Σπαρτιατικές επεκτάσεις, τις Ρωμαϊκές κτήσεις, την καταστροφή του από τους Βανδάλους και τους σεισμούς πριν το 400 μΧ και την αναγέννηση του μετά την απελευθέρωση το 1780[;] του Φράγκικου κάστρου του Πασσαβά, τη Δευτέρα της Λαμπρής.
Μερικές δεκαετίες πριν από τώρα, ο τότε δήμος Γυθείου, τη Δευτέρα της Λαμπρής, διοργάνωνε πανηγύρι με ψητά, τραγούδια και χορούς στο νησί [Κρανάη], σε ανάμνηση της απελευθέρωσης του κάστρου του Πασσαβά, που η εγκατάλειψή του από τον δήμο με θλίβει. Η γιορτή γινόταν για την ‘’αναγέννηση’’, την επανίδρυση και επανακατοίκηση του Μαραθονησιού από τον Γρηγοράκη [Τζανετάκη] και τους Μανιάτες. Εδώ και χρόνια γλέντι δεν γίνεται τη Δευτέρα της Λαμπρής. Είχα προτείνει, τότε, στον δήμαρχο Γυθείου, πριν το γλέντι, το πρωί, να διοργανώνει έναν αγώνα δρόμου από το κάστρο του Πασσαβά -με τον θρύλο της ‘’σταμπαρισμένης’’ έφιππης βασιλοπούλας στον γκρεμό της βόρειας πλευράς του- ως το νησί του Γυθείου, σε ανάμνηση εκείνου του γεγονότος της απελευθέρωσης του. Δεν με άκουσε. Ξανά καταθέτω την πρόταση για τον δήμο Ανατολικής Μάνης.
Για το ίδιο γεγονός, στα χωριά της Ανατολικής Μάνης, που έλαβαν μέρος σε εκείνη την εκστρατεία κάθε χρόνο, τη Δευτέρα της Λαμπρής, γινόταν το λεγόμενο έθιμο του Σταυρού, η επέτειος της απελευθέρωσης του κάστρου. Ο παπάς με τους επιτρόπους και μερικά παιδιά περιέρχονταν τα σπίτια του χωριού έλεγαν το ‘’Χριστός Ανέστη’’ και το ‘’Αναστάς ο Ιησούς από του τάφου’’, μάζευαν κουλούρια μεγάλα και μικρά καθώς και αυγά, μετά περνούσαν από το νεκροταφείο όπου γινόταν το ίδιο με το ‘’Υπέρ αναπαύσεως των ψυχών του …’’ και το απόγευμα ό,τι είχαν μαζέψει το δημοπρατούσαν υπέρ της εκκλησίας.
Αυτό το έθιμο τώρα στα περισσότερα χωριά δεν τηρείται γιατί δεν υπάρχουν [πολλοί] κάτοικοι, δεν υπάρχει προσέλευση και οι παπάδες είναι λίγοι και δεν προφταίνουν. Στο χωριό μου, Βαχός, το έθιμο τηρείται μεν αλλά έχει μικρή προσέλευση. Στο νεκροταφείο του, της Αγίας Κυριακής, που πήγαμε, στον τάφο των προγόνων μου –‘’αλαφρό το χώμα που τους σκεπάζει’’- αναλογίσθηκα τα λάθη της ζωής μου. Δεν μπόρεσα να αποφύγω το χιλιοειπωμένο, ‘’που είσαι νιότη που ’δειχνες πως θα γινόμουν άλλος’’. Είδα λίγους ανθρώπους και αυτούς αποξενωμένους μεταξύ τους. Όμως στο χωριό μου, στην Αρεόπολη και άλλα χωριά, αναζήτησα τις παλιές περπατησιές μου και μου ήρθαν θύμησες των παιδικών μου χρόνων, μνήμες και σε αλλοτινούς χρόνους. [‘’Δρόμοι παλιοί π’ αγάπησα … [που] την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά’’].
Πήγαμε, ως επισκέπτες να ιδούμε και τα Πατρικιάνικα, το πατρογονικό κτήμα που η ιστορία του δένεται άρρηκτα με την ιστορία του σοϊού μου. Δενόταν δηλαδή γιατί εδώ και κάποια χρόνια δεν ασχολούμαι με το χωράφι. Πήγαμε και το είδαμε από την άκρη, στο γιοφύρι. Μέσα δεν μπορούσαμε. Με κατέλαβε θλίψη καθώς δεν μπορώ να κάνω και κάτι. Τα χωράφια δεν έχουν πλέον στο χωριό μου καμιά αξία. Αξία έχουν εκείνα που είναι δίπλα στη θάλασσα ή το πολύ-πολύ, ‘’βλέπουν’’ θάλασσα. Μόνο για υλοτομία -τα ξύλα από τις βελανιδιές, τα φρύγανα και τα σφεντάμια- έχουν κάποια αξία και αν συμφωνήσει το δασαρχείο για μεγάλο μέρος του κτήματος. Επίσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί για βοσκή των ζώων, τα ζώα είναι λίγα και τα χωράφια πολλά. Κρίμα…
Η Μάνη από ό,τι είδα είναι ‘’μόνο τουρισμός’’ [ξενοδοχεία, ενοικιαζόμενα δωμάτια βραχυχρόνιας μίσθωσης, ταβέρνες, καφετέριες και εμπόριο παραδοσιακών προϊόντων]. Τουρισμός για 2-3 μέρες το Πάσχα, 15-20 τον Αύγουστο, συν 1-2 ημέρες στις 17 Μαρτίου και κάποιες άλλες γιορτές. Και αυτός ο τουρισμός είναι για μερικά χωριά και σε κεντρικά τους σημεία, γιατί και στις γειτονιές αυτών των ‘’τουριστικών’’ χωριών και στα περισσότερα άλλα χωριά υπάρχει ερημιά, μεγάλη ερημιά. Όλες οι άλλες πηγές βιοπορισμού -πλην μισθωτής εργασίας- είναι υποτυπώδεις ως ανύπαρκτες. Όμως ο τουρισμός θα είναι διαρκής;
Η σκέψη να ζήσω στη Μάνη πέρασε από το μυαλό μου στη διάρκεια αυτού του οδοιπορικού. Τον καθένα καταλαμβάνει ο νόστος του Οδυσσέα, η επιθυμία της ‘’επιστροφής στη φύση’’ που κήρυττε και ο Ρουσσώ. Όμως η ηλικία, οι υποχρεώσεις στην Αθήνα, τα προβλήματα στη Μάνη δεν μου επιτρέπουν επιστροφή.
Ευτυχώς που στην Αθήνα ζω στη Γλυφάδα, σε μονοκατοικία και σε περιοχή με μονοκατοικίες, δίπλα στο γκολφ, κοντά στη θάλασσα και αγναντεύω τον Υμηττό. Είναι σα να ζω σε χωριό και συνάμα απολαμβάνω τα πλεονεκτήματα της Αθήνας στον πολιτισμό, στη δημοκρατία και στην ελευθερία της κοινωνίας.
Στη Γλυφάδα, έχω κήπο και ασχολούμαι με αυτόν, με τα δένδρα και τα λαχανικά του. Είμαι αγρότης, καθώς από μικρός ήμουν και ήθελα να είμαι αγρότης. Και γράφω για τη Μάνη ιστορία, λαογραφία και διηγήματα και συχνά αναφέρομαι στην αγροτική ζωή των παλιών Μανιατών και είναι σα να την ζω ξανά. Γίνομαι γεωργός κατά φαντασία. Αν όμως πήγαινα στη Μάνη θα γινόμουν γεωργός έστω και μέσω των εργατών. Θα είχα περιβόλι, θα μάζευα ελιές και θα φύτευα πολλά και διάφορα καρποφόρα δένδρα. Θα είχα κότες και περιστέρια, θα έβαζα μελίσσια, ίσως είχα και 2-3 πρόβατα την άνοιξη ως θρεφτάρια. Θα μάζευα σπόρους και θα τους σκορπούσα στα βουνά και στα λαγκάδια, κατά τις πεζοπορίες μου, για να φυτρώσουν δένδρα. Θα επισκεπτόμουν πολλά χωριά και ξεμόνια, θα συζητούσα με παλιούς και θα ‘’μάζευα’’ ιστορίες του τόπου τους, παροιμίες, τσάτιρες, μοιρολόγια, παραδόσεις, τοπωνύμια, γλωσσικούς ιδιωματισμούς, ό,τι λαογραφικό μπορούσα και θα τα δημοσίευα σε ένα βιβλίο ή και περισσότερα. Και θα έκανα προτάσεις, θα κατέθετα ιδέες για την προκοπή του τόπου. Δεν θα έχανα τον χρόνο μου στις καφετέριες για να λύσω το Παλαιστινιακό κλπ. Ο χρόνος μου θα ήταν δημιουργικός και ωφέλιμος και για τις επόμενες γενιές. Θα ήθελα να προσφέρω. Αυτό που πήρες, συμπολίτη, πρέπει να το πας πιο πέρα και πιο ψηλά, να το δώσεις στους επόμενους. Οι νεότεροι να ζήσουν καλλίτερα από εσένα, τουλάχιστον τεχνολογικά, όπως εσύ ζεις καλλίτερα από τους παλαιότερους,
Η Μάνη έχει ένα ανεκτίμητο κεφάλαιο, τα απόδημα τέκνα της που έχουν γνώσεις και εμπειρία και τα οποία αν επιστρατευθούν από τους δήμους και τους φορείς μπορούν να προσφέρουν πολλές ιδέες, σχέδια και προτάσεις. [Πολλά βιβλία γράφουν οι Μανιάτες για τον τόπο τους και μερικοί με διθυραμβικό [υπερβολικό] τρόπο για το παρελθόν. Νομίζω ότι θα έπρεπε να κοιτάζουν και τα σημερινά προβλήματα της περιοχής και να ζητούν και να προτείνουν λύσεις για την ανάπτυξη του τόπου].
Φεύγοντας για την Αθήνα, την Τρίτη του Πάσχα, 14 Απριλίου 2026, εργάσιμη ημέρα, περάσαμε αλληλοδιαδόχως από τις βιβλιοθήκες Αρεοπόλης, Γυθείου και Σπάρτης -στη βιβλιοθήκη της Καλαμάτας τα είχα στείλει πριν μέρες ταχυδρομικά- και άφησα τα τελευταία μου βιβλία για την Μάνη, μεταξύ αυτών και το πλέον πρόσφατο με τίτλο, Η Μάνη μετά το 1949, που καλύπτει όλη την περίοδο από το 1949 ως τώρα.
Από το Γύθειο και ως την Αρκαδία ο γέρο-Ταΰγετος μας συντρόφευε με τις χιονισμένες βουνοκορφές του, όπως μας είχε καλωσορίσει. Τον αποχαιρέτησα με συγκίνηση. Μου θύμισε τη μάνα μου που όποτε έφευγα για την Αθήνα καθόταν στο λιακό και με κοίταζε μέχρι να ‘’χαθώ’’ μακριά, στη στροφή του δρόμου, στα Αγνάντια.
Επιστρέφοντας στην Αθήνα, στο μυαλό μου στροβίλιζε η φράση του Φτέρη, ‘’Τη θύμηση της Μάνης, της πέτρα και τον αέρα της Μάνης, έπαιρνα πάντα μαζί μου, όπου κι αν πήγαινα . Σαν φυλαχτό’’.