Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

Η Μάνη μετά το 1949 - Επισκόπηση της νεότερης ιστορίας της Μάνης από το 1949 ως το 2025

                                               Υπό Σταύρου Πατρικουνάκου

 

Θ’ ανέβω στον Ταΰγετο να σ’ αγναντέψω, ω Μάνη,

να έχω την εικόνα σου από τη μια άκρη ως την άλλη.

Εισαγωγή. Η ιστορία της Μάνης, από τους αρχαίους χρόνους ως τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους, έχει γραφεί από πολλούς συγγραφείς. Ιδιαιτέρως η περίοδος της Τουρκοκρατίας έχει αρκούντως εξεταστεί από αξιόλογους Μανιάτες ερευνητές. Επίσης, για τη Μάνη, έχει ερευνηθεί με μονογραφίες και η μετέπειτα περίοδος [Καποδίστριας, αντιβασιλεία, Όθωνας, Κρητική επανάσταση, Μακεδονικός αγώνας, Βαλκανικοί πόλεμοι, δεύτερος  παγκόσμιος πόλεμος]. Ακόμη και η ‘’κατάσταση’’, 1941-1949 [κατοχή, εμφύλιος], μια όντως δύσκολη εποχή με πρωτόγονες αγριότητες, αίμα, μίση και πάθη, έχει ερευνηθεί από δεξιούς, αριστερούς και μετριοπαθείς συγγραφείς.

Τα χρόνια που ακολούθησαν τον εμφύλιο, εξ όσων γνωρίζω, δεν έχουν τύχει του ενδιαφέροντος των Μανιατών συγγραφέων ίσως γιατί είναι πρόσφατα και δεν είναι ‘’πολεμικά’’.

Το κενό δεν επιχειρεί να καλύψει με πληρότητα η παρούσα εργασία αλλά ‘’ανοίγει έναν δρόμο’’ για τον ιστορικό του μέλλοντος.

Επειδή γεννήθηκα στο χωριό Βαχός, δίπλα στην Αρεόπολη, έζησα τα γεγονότα στη Μάνη μέχρι να τελειώσω το γυμνάσιο Αρεοπόλεως και μετά, ως φοιτητής [1969-1973], την επισκεπτόμουν Χριστούγεννα, Πάσχα και το καλοκαίρι κάθε χρόνου και συνέχισα μετά και ως δικηγόρος, αλλά για μικρότερα διαστήματα και, κατά συνέπεια, έχω μια άμεση γνώση αυτής της εποχής, σκέφθηκα να ασχοληθώ με την ιστορία της των τελευταίων χρόνων, καθώς, σε διάφορα έργα μου [Ιστορία του γυμνασίου Αρεοπόλεως, Η Μάνη κατά τον εικοστό αιώνα - Αρεόπολη, Η αγροτική περιοχή και η θάλασσά της - Η 17η Μαρτίου 1821, ο εορτασμός της επετείου της και το γυμνάσιο Αρεοπόλεως κατά την περίοδο 1960-1970- Ο ανδριάντας του Πετρόμπεη στην Αρεόπολη- Τα αίτια ακμής της Αρεόπολης και παρακμής του Οιτύλου], έχω κάνει αναφορές, εν συντομία, και σε αυτή την περίοδο της Μανιάτικης ιστορίας [1949-2025] ή τμήματά της.

Έχοντας αυτή την προεργασία αλλά και τα προσωπικά βιώματα της περιόδου, σκέφθηκα εκείνα τα αποσπάσματα από τα έργα μου να τα συνδέσω και εμπλουτίσω, ώστε να πάρουν τη μορφή ιστορίας των τελευταίων χρόνων, καταθέτοντας τη  μαρτυρία μου για τα έτη 1949-2025, την οποία συμπληρώνω και  με τις μαρτυρίες άλλων Μανιατών, με τους οποίους συζήτησα το θέμα και προσθέτω όσα άλλα από τις πηγές [κυρίως τοπικές εφημερίδες εποχής] άντλησα.

Η ιστορία, βεβαίως, γράφεται αρκετά χρόνια μετά τα γεγονότα, όταν κοπάσει ο θόρυβος, όταν η χρονική απόσταση παρέχει εχέγγυα ψύχραιμης και αντικειμενικής [όσο είναι δυνατόν] αντιμετώπισης των γεγονότων. Σκέφθηκα, ωστόσο, να διασώσω όσα στοιχεία είχα αλλά και να τα παραθέσω όχι τόσο με αναλυτική συγγραφή της ιστορίας της υπό εξέταση περιόδου αλλά με επισκόπησή της, σε αδρές γραμμές για να τεθεί το θέμα, εν καιρώ, στη βάση της ενδελεχούς έρευνας.

Κατά συνέπεια ζητώ την κατανόηση του αναγνώστη στον οποίο δίνω μια αχνή εικόνα των γεγονότων της πρόσφατης ιστορίας της Μάνης και θα του είμαι ευγνώμων αν με τις παρατηρήσεις, τις διορθώσεις και τις προσθήκες του, με βοηθήσει για την αρτιότερη, ενδεχομένως, στο μέλλον επανέκδοση του έργου

[Σημείωση. 1. Η αλήθεια των γεγονότων, η κοπιαστική αναζήτηση και  καταγραφή της, με έρευνα στις πηγές της ιστορίας, είναι υποχρέωση καθενός που καταπιάνεται με την ιστορία. Αυτό το χρέος το νιώθω και θέλω να υπηρετήσω.

Ως προς την αντικειμενικότητα και την αμεροληψία έχω την γνώμη -παρά τα αντιθέτως λεγόμενα- ότι δεν υπάρχουν και δεν μπορούν να υπάρχουν. Και όσοι διατείνονται ότι είναι αμερόληπτοι κλπ δεν πείθουν. Όσο άχρωμα και αν ακόμη γραφτούν τα γεγονότα, η προσωπική χροιά και ιδεολογία του συγγραφέα δεν θα εκλείψουν. [Και το άχρωμο πολιτικό είναι].

Λέγεται και γίνεται αποδεκτό ότι το γεγονός είναι ιερό, πρέπει να καταγραφεί ως έγινε, το σχόλιο είναι θέμα του συγγραφέα, είναι ελεύθερο.

Ο αναγνώστης κατά την ανάγνωση του παρόντος έργου, ίσως θεωρήσει ότι δεν υπάρχει αμεροληψία ως προς μια πλευρά, εκείνη των νικητών του εμφυλίου.

Θα ήθελα να σημειώσω ότι, Α] το κλίμα που κυριάρχησε στη  Μάνη [και στη χώρα] μετά το 1949 ως το 1974 -που μόλις είχα τελειώσει τη Νομική σχολή της Αθήνας- το έζησα και το συζήτησα με συνομηλίκους και μεγαλύτερους μου πάρα πολλές φορές. Καταθέτω, λοιπόν, τη μαρτυρία μου, έχω προσωπικά βιώματα.

Β] Πρωταγωνιστές της μετεμφυλιακής περιόδου, δηλαδή μετά το 1949, στην οποία αναφέρεται η παρούσα εργασία, ήταν οι νικητές του εμφυλίου, οι δεξιοί, αυτοί κυριαρχούσαν, αυτοί καθόριζαν τις εξελίξεις και επέβαλαν τους κανόνες, τον τρόπο ζωής. Αναγκαστικά η δική τους συμπεριφορά και τακτική θα καταγραφεί εκτενέστερα, με αυτούς θα ασχοληθεί περισσότερο η ιστορία. Οι ηττημένοι, που και αυτοί στη διάρκεια του εμφυλίου επέδειξαν αγριότητες -είναι η μοίρα των εμφυλίων- μετά την ήττα τους και επί μακρόν δεινοπαθούντες, ήταν στο περιθώριο και, όπως  γίνεται, ο νικητής καθορίζει το δίκαιο, το δέον γενέσθαι, το γίγνεσθαι και ο ηττημένος υπακούει. Αυτό προσπάθησα να γράψω, την ανισότητα των πλευρών, και ευελπιστώ ο αναγνώστης να το διαπιστώσει και να μη μου καταλογίσει μεροληψία. 

2. Γράφω για τα μετά το 1949 στη Μάνη, γιατί στην Πελοπόννησο οι μάχες του εμφυλίου ουσιαστικά είχαν τελειώσει από τις αρχές του 1949. 

 

 

 

 

 

 

 

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ. Μετά τη λήξη του εμφυλίου. Η Γερμανική κατοχή και μετά ο εμφύλιος επισώρευσαν πολλά δεινά στη Μάνη  [και στην Ελλάδα]. Πολλοί άνθρωποι σκοτώθηκαν, εξορίσθηκαν και φυλακίσθηκαν, οικισμοί, μεμονωμένες κατοικίες και αποθήκες κάηκαν ή καταστράφηκαν μερικώς ή ολοσχερώς [πχ στον Κότρωνα 44 σπίτια, στη Μίνα 22, στη Βάμβακα 20, στον Καρβελά 62, στη Μαραθέα 67, στην Πάνιτσα 25, στη Ράχη 29], ξεμόνια εγκαταλείφθηκαν [μη τυχόν και οι κάτοικοί τους βοηθήσουν τους αντάρτες], δένδρα και σπαρτά επίσης κάηκαν ή καταστράφηκαν, ζώα και καρποί λεηλατήθηκαν, χωράφια και περιβόλια δεν καλλιεργήθηκαν, μέχρι και αμπέλια ξεριζώθηκαν, ο όλεθρος είχε απλωθεί παντού. Η όλη κατάσταση θύμιζε παλιές Οθωμανικές επιδρομές καταστροφής ξεκληρίσματος στη Μάνη ή μάλλον χειρότερες.

[Σημείωση. Στη Μάνη έγιναν και από τις δυο πλευρές ιδιαιτέρως άγρια φονικά κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, που την έγραψαν στις πιο μελανές σελίδες της ιστορίας. Έγιναν βεβαίως και άλλα εγκλήματα [πχ πυρπολήσεις κατοικιών και αγρών, αρπαγές ζώων και προϊόντων], όπως σημειώνεται παραπάνω αλλά η φρικαλεότητα και αγριότητα των ιδιαζόντως ειδεχθών και απεχθών φονικών [ξαναγράφω φονικών] δεν μπορεί να αποσιωπηθεί. Και από αυτά τα φονικά τα περισσότερα δεν έχουν σημειωθεί καθόλου ή  με την ακρίβεια ιστορικού γεγονότος [ονόματα θυτών και θυμάτων, χρόνος, τόπος, πράξη, αίτια κλπ]  είτε από φόβο για επέκταση των διώξεων μετά είτε γιατί πολλοί [και πάντως όχι όλοι] ήθελαν να ξεχαστούν και να περιέλθουν στη λήθη. Ιδιαιτέρως όσα από τα παιδιά παλιών αριστερών μεταπήδησαν στο συντηρητικό χώρο  δεν ήθελαν ‘’να μείνει’’ ότι ο πρόγονός τους ήταν στους ‘’άλλους’’.

Εντελώς ενδεικτικά θα αναφέρω ‘’γενικά και αόριστα’’, υπό μορφή ‘’ιστοριών ρούγας’’, κάποια φονικά.

1]. Τα όσα συνέβησαν στο Οίτυλο [‘’κάθε μέτρο και ένας σκοτωμένος’’] είναι αδιανόητα [λχ κεφάλια σε στέρνα και τα σώματα στο χωράφι]. Έχουν γραφεί ιστορίες για κάποια φονικά αλλά … έγιναν πολλά. Και από τις δυο πλευρές, ξαναγράφω. Όποτε επιχειρούσα να κάνω συζήτηση για αυτά με Βοιτυλιώτες μου έλεγαν ότι δεν θέλουν ούτε να τα σκέπτονται. Το έργο της Δήμητρας Πέτρουλα, Που είναι η μάνα σου, μωρή; είναι απλώς ενδεικτικό.

2]. Στην ευρύτερη περιοχή των Μολάων ομαδάρχης των ταγμάτων ασφαλείας, καταγόμενος από τη Μέσα Μάνη, σκότωσε πολλές γυναίκες πάνω στις ελιές καθώς μάζευαν τον καρπό, επειδή θεωρούσε ότι είναι γυναίκες αριστερών.  

Λέγεται για αυτόν ότι άρπαξε μια κοπέλα και την παντρεύτηκε, αφού προηγουμένως σκότωσε τους γονείς της, επειδή ήταν[;] αριστεροί. Λέγεται επίσης ότι τα παιδιά του άλλαξαν το επώνυμό τους, μια τουλάχιστον νύφη του είναι προοδευτική, αριστερή[;] και τα παιδιά της [εγγόνια του] το ίδιο.  Είναι η εκδίκηση της ιστορίας. Επίσης για αυτόν  λέγεται ότι στο γήρας του δικαιολογιόταν ότι είχε κάνει λάθος και είχε παρασυρθεί από τον υπέρμετρο πατριωτισμό του.

3]. Ο ίδιος ομαδάρχης στην ευρύτερη περιοχή του Ξηροκαμπίου καθόταν με γνωστό του σε καφενείο ενός χωριού. Έξω από το καφενείο πέρασε ένα βοσκόπουλο με τα πρόβατά του και ο ομαδάρχης το πυροβόλησε και το σκότωσε.

-Μα, γιατί; τον ρώτησε ο γνωστός του.

Και η απάντηση.

-Πρώτον για να ιδώ αν δουλεύει το πιστόλι μου και εγώ σημαδεύω καλά και δεύτερον γιατί αυτό το παιδί, θέλοντας ή και μη θέλοντας, μπορεί να βοηθήσει τους αντάρτες στα βουνά δίνοντάς τους γάλα, τυρί, μυζήθρες ή αρνιά. 

 Γράφει για αυτόν η Βούλα Δαμιανάκου στο ποίημά της, Το Μοιρολόι της Μανιάτισσας, σελ. 40,    ‘’Ξέρεις καλά τα φονικά, χίλιους νομάτους έσφαξες,

                            από μωρά της αγκαλιάς, ως γέρους εκατό χρονών’’].

Την επομένη του εμφυλίου σίγησαν μεν τα όπλα στη Μάνη αλλά ο εμφύλιος συνεχίσθηκε με διαφορετική μορφή, δηλαδή εκείνη του κατατρεγμού των ηττημένων από τους νικητές, καθώς κυριάρχησε απόλυτα το, ‘’Ουαί τοις ηττημένοις’’. ‘’Το τέλος των Μανιατών-στελεχών του Δημοκρατικού Στρατού Πελοποννήσου [ΔΣΠ] σήμαινε και το επίσημο τέλος του εμφυλίου ως τέτοιου. Η δίχως έλεος συμπεριφορά στους αμετανόητους ‘’αντάρτες’’ σήμαινε για τους νικητές την απόλυτη πάταξη του κομμουνισμού. Η Μάνη θα ‘’καθάριζε’’ από τέτοιου είδους νοοτροπίες εξ ολοκλήρου. Από τη στιγμή αυτή όμως θα άρχιζε για την περιοχή μια νέα φάση στο πλαίσιο της ‘’κουλτούρας της βίας’’ στον τόπο, που εκφραζόταν από τα συλλογικά τραύματα τα οποία με τη σειρά τους χαράχτηκαν στους κατοίκους της περιοχής’’ [Γιάννη Καρακατσιάνη, δ. δ. Πόλεμος στη Μάνη, κατοχή, αντίσταση εμφύλιος, σελ. 404].

Δηλαδή, και κεντρικά, το κράτος ήθελε να απαλλαγεί  από ‘’τα μιάσματα του κομμουνισμού’’ στη χώρα αλλά, ειδικά, στη Μάνη που οι χίτες ‘’αλώνιζαν’’, η εθνικοφροσύνη έπρεπε να επικρατήσει απόλυτα, η Αριστερά να εξαφανισθεί [‘’θάνατος στους προδότες’’] ή να μείνει στο περιθώριο [‘’σιδερένια υποταγή’’] και να διατηρηθεί αδιατάρακτη [στο μέλλον] η κατάσταση που δημιουργήθηκε μετά την ήττα των ανταρτών.

Η περίοδος από το 1949 ως το 1974 φέρει έντονα τα τραύματα του εμφυλίου, δεν σβήνει τις μνήμες, δεν φέρνει τη λήθη αλλά διαπνέεται από το μίσος των μεν προς τους δε, από την κυριαρχία των νικητών και την καταδίωξη των ηττημένων. Δεν επιδιώκεται συμφιλίωση.

Η πολιτική τρομοκρατία των δεξιών [κυρίως πρώην χιτών και ταγματασφαλιτών ως συνεργατών των αρχών ή μάλλον ως πρωτεργατών, μπροστά από τις αρχές] κατά των ‘’άλλων’’ ήταν απερίγραπτη. Υπήρχαν δυο κατηγορίες πολιτών, οι εθνικόφρονες και οι ‘’αντεθνικώς’’ σκεπτόμενοι. Οι δεξιοί και οι ‘’άλλοι’’. Οι ‘’άλλοι’’, αριστεροί και κεντρώοι [που και οι κεντρώοι θεωρούνταν κρυφοί αριστεροί και συνοδοιπόροι του κομμουνισμού] έπρεπε ή να εξορισθούν, φυλακισθούν, φύγουν, να μη τους βλέπουν οι δεξιοί ή να τεθούν στο περιθώριο, βουβοί, ‘’μαζωμένοι’’, άβουλα υπάκουοι, αποδεχόμενοι τις ‘’συνέπειες’’ της νίκης των εθνικοφρόνων. [Βλ. και Πάνου Καλιδώνη, Μακρόνησος, όπου σημειώνονται και ονόματα Μανιατών φυλακισθέντων],

 Μερικοί αντάρτες, δηλαδή όσοι δεν έφυγαν ή δεν εκτελέσθηκαν, επιχείρησαν -και κατάφεραν για μικρό διάστημα- να κρυφτούν, σαν αγρίμια, σε σπηλιές [των βουνών και της ακτογραμμής], απομονωμένες καλύβες και στάνες απόμακρων χωραφιών και βουνών, κρύπτες που έφτιαξαν σε αποθήκες και κατώια, μεγάλους λάκκους στις αυλές ή στα χωράφια, που άνοιξαν στη γη. Σε ένα χωριό της Μέσα Μάνης λέγεται ότι κάποιος έμεινε στον λάκκο, τροφοδοτούμενος από τους οικείους του, ως το 1954. Και κάποιοι από τη βόρεια Μάνη κρύβονταν στον Ταΰγετο [βλ. Θανάση Βαλτινού, Η κάθοδος των εννιά].

Όμως αργά ή γρήγορα ένας-ένας ανευρισκόταν. Εκείνο το οποίο έγινε με τους δυο Κρητικούς στα Λευκά όρη, που κατάφεραν να μη συλληφθούν ως το 1974 [μεταπολίτευση], οπότε και έλαβαν αμνηστία, δεν μπορούσε να γίνει στη Μάνη. Εκεί, στην Κρήτη, που τα παλιά έθιμα επιβίωναν και ουσιαστικά δεν υπήρξε εμφύλιος, ήταν δημοκρατικοί [βενιζελικοί], στη Μάνη όμως βασιλόφρονες [εθνικόφρονες]. Στην Κρήτη όποιος μαρτυρούσε καταφύγιο φυγόδικου άνοιγε πόλεμο με το σόι του καταζητούμενου. Στη Μάνη  ο κάθε εθνικόφρων -και οι εθνικόφρονες ήταν η συντριπτική πλειοψηφία και  κυριαρχούσαν απόλυτα-  θεωρούσε ιερό χρέος του ‘’να αφανισθεί κάθε μίασμα του ξενοκίνητου εαμοβουλγαροαναρχοκουμμουνισμού’’ και, κατά συνέπεια, ‘’έβλεπε’’ όσους κρύβονταν  ή τους οικείους τους, που τους τροφοδοτούσαν και θα ενημέρωνε τη χωροφυλακή για κάθε κίνησή των ‘’εχθρών της πατρίδας’’.      

Στη Μάνη από παλιούς χρόνους ίσχυε το δίκαιο του ισχυρού, μετά την ‘’κατάσταση’’ ισχυροί ήταν οι δεξιοί, οι νικητές, οι οποίοι φέρθηκαν ανελέητα απέναντι στους ηττημένους, χωροφυλακή αργούσε να ελέγξει τους ‘’αποστρατευμένους’’ αρχηγούς-ομαδάρχες και άνδρες των πρώην ταγμάτων ασφαλείας, οι οποίοι [ως άνδρες ή και όχι των ΤΕΑ] και με το φωτοστέφανο του θριαμβευτή, κατά τα χρόνια του εμφυλίου, έκαναν ό,τι ήθελαν στα χωριά και ήταν ο φόβος και ο τρόμος των μη ακραιφνών δεξιών, τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια μετά τη λήξη του εμφυλίου. Ουσιαστικά την πολιτική τρομοκρατία στη Μάνη ασκούσαν οι παλιοί άνδρες των ταγμάτων ασφαλείας και οι χίτες με τους αρχηγούς τους. Όλοι αυτοί ενεργούσαν είτε αυτοβούλως είτε σε συνεργασία με τη χωροφυλακή και θεωρούσαν εαυτούς φύλακες του έθνους, της πατρίδας, της θρησκείας και της οικογένειας. [Ας σημειωθεί ότι συνέχιζαν, ουσιαστικά, τη δουλειά που έκαναν και στον εμφύλιο, δοθέντος ότι, όπως σημείωναν σε αναφορές τους οι στρατιωτικοί διοικητές στην Πελοπόννησο, αυτές οι ομάδες των εθνικοφρόνων, ιδία στη διάρκεια των εκκαθαριστικών κινήσεων του στρατού, δεν επεδίωκαν να συγκρουστούν με ένοπλους αντάρτες αλλά φόβιζαν και λεηλατούσαν κεντρώους και αριστερούς, καθώς και τις οικογένειές τους [β. Ι. Καρακατσιάνη].

Η εθνικιστική έξαψη και ο φανατισμός κυριαρχούσαν. Καλλιεργήθηκε ‘’κουλτούρα τρομοκρατίας’’. Φόβος και σιωπή στους ηττημένους, ρωμαϊκοί πανηγυρισμοί [θρίαμβοι] για τους νικητές. Ένας διαχωρισμός εθνικοφρόνων και μη, ένας σιωπηλός εμφύλιος μετά τον εμφύλιο που διατηρούσε ζωντανές τις μνήμες του αλληλοσκοτωμού. Ήταν το από τους ‘’άλλους’’ χαρακτηριζόμενο ‘’αστυνομικό κράτος της Δεξιάς’’.  Και οι ‘’συνετοί δεξιοί’’, που δεν ήθελαν να υπερθεματίζουν για την εθνικοφροσύνη και τη βασιλοφροσύνη, έπρεπε να σιωπούν τουλάχιστον για μερικά χρόνια, ώσπου να ‘’ξεθυμάνουν’’ οι φανατικοί δεξιοί, να ηρεμήσουν στοιχειωδώς από τα πάθη του εμφυλίου.

Στη Μάνη αυτό το κλίμα, που όλο και εξασθένιζε, έφθασε ως τη μεταπολίτευση [1974, κατά μερικούς και λίγα χρόνια ακόμη…] με ένα μικρό διάλειμμα κατά τη διακυβέρνηση της ΕΚ [1964-65]. Αυτό το κλίμα φόβου  ήταν αρνητικό για την ανάπτυξη της οικονομίας, της κοινωνίας και της πολιτιστικής ζωής.

Βέβαια, καθώς απομακρυνόμαστε από το 1949 αρχίζει να απλώνεται στη χώρα μια νομιμότητα σε μερικές περιοχές μάλλον επιφανειακή και κυρίως στο Γύθειο και στις κωμοπόλεις γιατί στα μικρά χωριά τα πράγματα, επί μακρόν, ήταν σε άγρια κατάσταση. Έτσι, αρκετοί ουδέτεροι αλλά και κεντρώοι και κρυφοί αριστεροί του [αρχικού] ΕΑΜ, δηλαδή όσοι δεν είχαν εκδηλωθεί ανοιχτά υπέρ του ΚΚΕ ή ‘’των παραφυάδων του’’ ή είχαν ενωρίς, στη διάρκεια του εμφυλίου, φύγει από το ΕΑΜ  και δεν ήταν γνωστή η όποια δράση τους ή δεν κατηγορούνταν  με εγκλήματα ή ‘’ήταν και από εδώ και από εκεί’’ και είχαν εξαναγκαστεί να φύγουν από το χωριό τους από την αρχή των συγκρούσεων ή πιο πριν, αυτοί γύρισαν στα χωριά τους, ‘’σεμνά και ταπεινά’’, έφτιαξαν τα σπίτια τους, καλλιέργησαν τα χωράφια τους και περίμεναν να βελτιωθεί η κατάσταση.     

Η κοινωνία, πάντως, και μετά το 1949, ήταν με τις ίδιες προπολεμικές αντιλήψεις, που οξύνονταν εξαιτίας των παθών που δημιουργήθηκαν από τον εμφύλιο και επηρέαζαν, καθοριστικά, τα πολιτικά και οικονομικά πράγματα της Μάνης, τα οποία παρακάτω θα εξετάσομε.

Στα πρώτα χρόνια μετά το 1949, με νωπές τις μνήμες για τους σκοτωμούς συγγενών, τον όλεθρο και την καταστροφή των περιουσιών, τον πολιτικό φόβο, καθώς η πολιτική τρομοκρατία δεν παύει και ενώ φουντώνει ο ξενιτεμός, συνεχίζεται η παραδοσιακή αγροτική ζωή με τις πρωτόγονες καλλιέργειες και κυριαρχούν οι συντηρητικές αντιλήψεις και το κλειστό της κοινωνίας. Όμως, μετά από λίγα χρόνια, κάτι αρχίζει να κινείται, κάπως βελτιώνονται τα πράγματα στην κοινωνία και στην οικονομία που θα αποκτήσουν μια ταχύτητα αργότερα και θα προετοιμάσουν την ανάπτυξη του τόπου με την ακμή του τουρισμού τις τελευταίες δεκαετίες. Ας τα ιδούμε αναλυτικότερα καθώς,

          Ο τόπος μας είναι κλειστός, όλο βουνά ………………..

          Δεν έχουμε ποτάμια, δεν έχουμε πηγάδια, δεν έχουμε πηγές,

          Μονάχα λίγες στέρνες, άδειες κι αυτές,

          που ηχούν και που τις προσκυνάμε.

          Μου φαίνεται παράξενο πως κάποτε μπορέσαμε να χτίσουμε

          τα σπίτια, τα καλύβια και τις στάνες μας.

                                                             Γ. Σεφέρη Μυθιστόρημα Ι.

 

 

Η οικονομική και κοινωνική κατάσταση της Μάνης μετά το 1949. ‘’Ειρήνη γεωργόν καν πέτραις θρέφει καλώς, πόλεμος δε καν πεδίω, κακώς’’. Μένανδρος. Δηλαδή, όταν υπάρχει ειρήνη, ο γεωργός και στις πέτρες να καλλιεργήσει θα του αποδώσουν, ενώ, όταν γίνεται πόλεμος και στην πεδιάδα δεν θα πάρει καρπούς. [Στη Μάνη, κατά την περίοδο 1940-49, ‘’πέτρες’’ ήταν ο πόλεμος, η κατοχή και ο εμφύλιος αλλά και οι πέτρες, οι βράχοι, οι γκρεμοί κυριαρχούν].

Αβάσταχτη φτώχεια υπήρχε και πριν τον εμφύλιο αλλά ακόμη χειρότερη ήταν στη διάρκειά του που οι καταστροφές ήταν ανυπολόγιστες. Και στα επόμενα του 1949 χρόνια τα πράγματα ήταν δύσκολα.  

Η Μάνη για χρόνια, πριν και μετά το 1949 ήταν εγκαταλελειμμένη και απομονωμένη  περιοχή. Βεβαίως έτσι ήταν, περίπου, όλη η Ελληνική ύπαιθρος, καθώς το αδύναμο Ελληνικό κράτος φρόντιζε πρώτα την πρωτεύουσα και τις μεγάλες πόλεις, όπου είχε καταφύγει μεγάλο μέρος των κατοίκων της επαρχίας, ιδία μετά το 1949, και επεδείκνυε μικρό ενδιαφέρον για την ύπαιθρο όπου οι κάτοικοι δεινοπαθούσαν.   

Η ζωή όμως ‘’θέλει να ζήσει’’, έπρεπε να ξαναρχίσει. Με θρήνους, με μοιρολόγια οι άνθρωποι έπρεπε να επισκευάσουν ή ξαναχτίσουν τα σπίτια, τις αποθήκες, τους στάβλους και τα μαντριά, τους τράφους και τους τοίχους, να μαζέψουν τα ζώα τους, να καλλιεργήσουν τα χωράφια και τα περιβόλια τους, να σπείρουν σιτάρι, να φυτέψουν ελιές, να μπολιάσουν άγρια δένδρα.

[‘’Τα σπίτια να ξαναχτιστούν, τα μαγαζιά να ανοίξουν,                                να πάει μπροστά η Μανιατουριά, καλλίτερα να ζήσει’’].

Το 1950 οι Μανιάτες ήταν αγρότες, δηλαδή γεωργοί και κτηνοτρόφοι, όπως πριν το 1940. Υπήρχαν και μερικοί ψαράδες, έμποροι, αγωγιάτες και εργάτες. Αλλά και αυτοί ή τα περισσότερα μέλη των οικογενειών τους αγρότες ήταν. Μόνο οι λίγοι δημόσιοι υπάλληλοι [εκπαιδευτικοί, αστυνομικοί]  και κάποιοι καταστηματάρχες δεν ασχολούνταν με τη γη. Η ενασχόληση με τη γεωργία και την κτηνοτροφία ήταν εργασία επιβίωσης, ίσα-ίσα που τους εξασφάλιζε μερικά στοιχειώδη για να ζουν. Δεν ασχολούνταν με την παραγωγή ενός προϊόντος [μονοκαλλιέργεια] πχ με τις ελιές αλλά με ό,τι μπορούσαν, σχεδόν με όλα. Καλλιεργούσαν ελιές, σιτάρι, άλλες καλλιέργειες, είχαν ζώα και κότες, έκαναν μεροκάματα σε ισχυρούς, δούλευαν σε ελαιοτριβεία και μύλους, έκαναν μεταφορές με τα μουλάρια κλπ. Ο κουρέας, ο τσαγκάρης, ο ψαράς γινόταν γεωργός, κτηνοτρόφος στις ελεύθερες ώρες  και καφετζής [το βράδυ].

Τα χωράφια των περισσοτέρων ήταν πετρώδη, με λίγο χώμα μικρής έκτασης, τεμαχισμένα από τις αλλεπάλληλες κληρονομικές διανομές και διάσπαρτα σε απόμακρες περιοχές της αγροτικής περιφέρειας του χωριού. Μόνο οι απόγονοι των ισχυρών οικογενειών στην Έξω και ΒΑ Μάνη [Πασσαβά, Γύθειο], από τις οποίες είχαν προέλθει οι μπέηδες και καπετάνιοι, είχαν αφήσει μεγάλες περιουσίες με πύργους, μεγάλα χωράφια, μύλους και ελαιοτριβεία.

Υπήρχε, βεβαίως, η Αγροτική τράπεζα αλλά οι αγρότες  αντιμετώπιζαν με φόβο τα δάνεια και τα επιτόκια. Πολύ περισσότερο φοβούνταν τους συγχωριανούς τους τοκογλύφους, στους οποίους κατέφευγαν σε έσχατη ανάγκη, με κίνδυνο να χάσουν ‘’ό,τι είχαν και δεν είχαν’’.

Είχαν ιδρυθεί και μερικοί συνεταιρισμοί, που προμήθευαν τους αγρότες με κάποια προϊόντα σποράς [και λιπάσματα αργότερα] αλλά η συμβολή των περισσοτέρων ήταν μικρή στην τοπική οικονομία, ενώ κάποιοι άλλοι συνεταιρισμοί [πχ της Πετρίνας, της Συκικής στο Σκουτάρι, ελαιουργικοί σε διάφορα χωριά] είχαν θετικά αποτελέσματα. Είχαν γίνει, επίσης, και κάποιες προσπάθειες από τις υπηρεσίες γεωργίας της νομαρχίας για καλλιέργεια τριφυλλιών [για την κτηνοτροφία], καταπολέμησης του δάκου [με ελικόπτερα και αεροπλάνα για την προστασία του καρπού της ελιάς] και δενδροφυτεύσεις χαρουπιών και άλλων δένδρων σε ορεινές περιοχές [Ο φάρος της Λακωνίας, φ. 119-120/ 24-12-1958] που, σύντομα, κατέστρεψαν τα κοπάδια, καθώς οι κτηνοτρόφοι δεν έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την προστασία των δένδρων. Αρκετά χρόνια μετά το 1960, στα κεφαλοχώρια εμφανιζόταν ‘’αραιά και που’’ και κάποιος γεωπόνος της νομαρχίας για να προτρέψει τους αγρότες να κλαδεύουν τις ελιές [ως τότε δεν τις κλάδευαν], να χρησιμοποιούν λιπάσματα ή να τους προτείνει να φτιάξουν ορνιθοτροφεία, να ασχοληθούν με τη μελισσοκομία αλλά όμως ήταν νωρίς για να αλλάξουν οι Μανιάτες συνήθειες αιώνων και να εκσυγχρονισθούν. Έτσι η γεωργία και μετά το 1960 εξακολουθούσε να είναι πρωτόγονη.

Το υνί ήταν μεν σιδερένιο αλλά το αλέτρι, για το όργωμα, ξύλινο, εποχής Ησιόδου. Και τα πιο πολλά εργαλεία ήταν πρωτόγονης εποχής και η απόδοσή τους μικρή σε ένα πετρώδες έδαφος που δεν επέτρεπε τη χρήση μηχανημάτων έστω και αν υπήρχαν. Ως λιπάσματα, αρχικά, οι περισσότεροι χρησιμοποιούσαν μόνο τις κοπριές των ζώων και τη στάχτη από τη φωτιά. Υπήρχε, βεβαίως, και η αγρανάπαυση. Το λιομάζωμα γινόταν με τα χέρια και όχι με χτένια [λανάρια], τα ελαιόπανα [λιόπανα] ήταν λίγα και μπαλωμένα, δεν κάλυπταν στο έδαφος όλο το άπλωμα της ελιάς και τα πριόνια ήταν χειροκίνητα. Όλες οι δουλειές γίνονταν με τα χέρια, μηχανήματα δεν υπήρχαν.

Καμίνια για ασβέστη, κεραμίδια και κάρβουνα λειτούργησαν ως το 1960 περίπου. Σιτάρι έσπερνα ως το 1965. Μετά αγόραζαν αλεύρι και λίγο αργότερα [έτοιμο] ψωμί από τους φούρνους.

Όμως έλειπαν τα εργατικά χέρια, ο ανδρικός πληθυσμός είχε ελαττωθεί λόγω του πολέμου και του εμφύλιου, οι νέοι μετανάστευαν, πολλά χωράφια ήταν πετρώδη, διάσπαρτα στην αγροτική περιοχή του χωριού και μικρά, η γεωργία και η κτηνοτροφία δεν απέδιδαν καθώς ο κάθε νοικοκύρης είχε, κατά μέσο όρο, 10-20 στρέμματα γης, 50-80 ρίζες ελιές, μερικές κότες, ένα γουρούνι, 2-3 αγελάδες ή 30-40 πρόβατα ή [κυρίως] 80-100 αγριοκάτσικα [γίδια] που ‘’αλώνιζαν’’ όλο το βουνό με τους γκρεμούς σε μια μέρα και κατά συνέπεια ο βοσκός έπρεπε ‘’να έχει πόδια’’, δηλαδή να είναι νέος και οι περισσότεροι νέοι είχαν φύγει. Η φτώχεια ήταν σύντροφος των αγροτών.  

Στην εφ. Ο Φάρος της Λακωνίας, φ. 92, της 12-10-1957, σελ. 4, έγραφε περιηγητής, ‘’Άνερα στόματα, ξερά και πεινασμένα…Στην Αρεόπολη είδαμε μεγάλη φτώχεια. Εδώ οι άνθρωποι -όπως και στα άλλα χωριά της Μάνης- δεν έχουν τα κέφια τους γιατί τους δέρνει η αρρώστια της φτώχειας’’.

Μια εικόνα της ζωής των Μανιατών, την περίοδο 1950-60, ανακατεμένη με φαντασιώσεις για βυζαντινές μεγαλοπρέπειες και αρχαία μεγαλεία, δίνει και ο Πάτρικ Λη Φέρμορ στο έργο του, Μάνη. Περιγραφή κάνει και ο Γιάννης Μαντούβαλος στο έργο του, Στη σκιά του Ταϋγέτου. Στιγμιότυπα από τη ζωή στην Αρεόπολη μπορεί ο αναγνώστης να διαβάσει και στην εργασία μου, Αρεόπολη, η αγροτική περιοχή και η θάλασσά της. Σημειώνω ότι πολλά από τα διηγήματα των τεσσάρων συλλογών διηγημάτων μου περιγράφουν τη ζωή των Μανιατών στην περίοδο 1950-70.

Ο επισκέπτης έβλεπε στα ξεμόνια, ζωή πρωτόγονη και παιδιά ξυπόλητα, με μπαλωμένα ρούχα, αδύνατα, άπλυτα, ‘’αγρίμια’’, που άλλοτε τον πετροβολούσαν και άλλοτε κρύβονταν και τον κρυφοκοίταζαν σαν να μην είχαν ξαναδεί ξένο

Ιστορίες ρούγας. Μου έλεγε Μανιάτης, που πήγε στον στρατό το 1953, ότι εκεί ‘’χόρτασε φαΐ’’. Μέχρι τότε, στα 21 χρόνια του, στο σπίτι του, έτρωγε πολύ λίγο και σηκωνόταν από το τραπέζι, σχεδόν, νηστικός. Στον στρατό φόρεσε κάλτσες, είχε παπούτσια [αρβύλες], που δεν είχαν τρύπες [τον περισσότερο χρόνο ως παιδί ήταν ξυπόλητος], τα στρατιωτικά του ρούχα δεν ήταν μπαλωμένα και στον στρατό ζεστάθηκε τις νύκτες του χειμώνα από τις κουβέρτες, γιατί του σπιτιού του ήταν τρύπιες και η στέγη έσταζε νερό από τη βροχή, καθώς είχαν σπάσει κάποια κεραμίδια από τον πολύ χρόνο [αλλά και τον πετροπόλεμο των παιδιών]. Και αυτά ίσχυαν για τους περισσότερους Μανιάτες και υπόλοιπους Έλληνες. Ήταν μια κοινωνία σημαδεμένη από τη φτώχεια.

Πολλές γυναίκες, ως το 1960 και ίσως και μετά, αναγκάζονταν για ένα μήνα ή και περισσότερο, το θέρος ή το φθινόπωρο, να πηγαίνουν στη Μεσσηνία [από την Έξω Μάνη] ή στο Έλος του Κάτω Ευρώτα [από την Ανατολική Μάνη] για να δουλέψουν [στο βαμβάκι, στο ρύζι κλπ].

Εγώ ξενοδούλεψα στο Λέημονα, στου Ντουραλή

και μού έκανε το σχοινί πληγή και το νιακόξυλο οπή.

[Νιάκα ήταν κάτι σαν φορητή κούνια, που την κρεμούσαν στον λαιμό τους οι γυναίκες, έβαζαν μέσα σ’ αυτή το μωρό, μπροστά τους, στο στήθος τους και δούλευαν νανουρίζοντας το ή μοιρολογώντας].

‘’Από την άλλη μεριά’’ αρκετοί άνδρες, συνεχίζοντας παλιές συνήθειες, ακόμη και μετά το 1950, δεν δούλευαν ‘’γιατί αυτά είναι δουλειές των γυναικών, οι άνδρες είναι για τον πόλεμο’’ [τους γδικιωμούς που είχαν πια ατονήσει αλλά το ‘’πνεύμα’’ έμενε] και  σύχναζαν, ολημερίς και καθημερινά, στα καφενεία, όπου χαρτόπαιζαν και μεθοκοπούσαν σε βάρος του οικογενειακού προϋπολογισμού. Και αν η γυναίκα τους διαμαρτυρόταν δεν θα δίσταζαν και να την ξυλοκοπήσουν.

Τα χωράφια, νωρίς, απογυμνώνονταν από χορτάρι καθώς δεν άφηναν τίποτα τα ισχνά ζώα, οι πέτρες ξεπρόβαλαν δίνοντας εικόνα νεκρού τοπίου ενώ οι, λόγω ανομβρίας, ελιές, που μέρος του καρπού τους έπεφτε χωρίς να ωριμάσει, έμοιαζαν με ‘’ικέτιδες που παρακαλούσαν να βρέξει’’. [΄΄οι καημένες οι ελίτσες [είναι] σαν γριούλες και νυφίτσες’’],

 Μόνον οι κοιλάδες της ΒΑ Μάνης ήταν αποδοτικές.

 Οι κάτοικοι, όσοι απέμειναν, είχαν γραμματικές γνώσεις δημοτικού ή μάλλον κάποιων τάξεων του δημοτικού, οι γυναίκες σχεδόν όλες αναλφάβητες, ένας πολύ συντηρητικός πληθυσμός, που είχε νωπές τις εμπειρίες του εμφυλίου. Αποχωρητήρια σε πολλά σπίτια δεν υπήρχαν παρά μόνον στο Γύθειο και κάποιες κωμοπόλεις για μερικούς κατοίκους και κυρίως δημοσίους υπαλλήλους και εμπόρους, οι υπόλοιποι χρησιμοποιούσαν τις μάντρες των φραγκοσυκιών και τα χωράφια. Νερό, στα περισσότερα χωριά, έπαιρναν από τις στέρνες [που μάζευαν το νερό της βροχής κατά τον χειμώνα], τα ζώα διανυκτέρευαν τον χειμώνα στα κατώια και το καλοκαίρι στις αυλές [και μερικών στους στάβλους και στα χωράφια], όταν ήταν όμως άρρωστα ή θα γεννούσαν ‘’συζούσαν’’ στο σπίτι με τον κύριό τους. Το φαγητό μαγείρευαν με ξύλα στη φωτιά που άναβαν στο τζάκι και κάθε σπίτι είχε φούρνο για να ψήσουν το ψωμί που ζύμωναν από το αλεύρι σιταριών παραγωγής τους.

Οι σχέσεις των ανθρώπων ήταν ουσιαστικές, ειλικρινείς αλλά υπήρχαν αντιζηλίες και έχθρητες.

Τα φαγητά τους ήταν αγριολάχανα, φακές, φασόλια, ελιές, σύγγλινα [καπνιστό χοιρινό Μάνης], αυγά, κοτόπουλα, τυρί, θηράματα κυνη-γιού, κρέας [‘’Χριστού και Λαμπρή’’] και στα εύφορα εδάφη είχαν φρούτα [σταφύλια, σύκα, καρύδια, πορτοκάλια] και  λαχανικά.  

Οι χωματόδρομοι είχαν μεγάλες λακκούβες, που τον χειμώνα γέμιζαν νερό και γίνονταν αδιάβατοι, τα ζώα οι κτηνοτρόφοι τα περνούσαν μέσα από τον οικισμό και στο παζάρι [λαϊκή], κάθε Παρασκευή για το Γύθειο και κάθε  Σάββατο για την Αρεόπολη, οι κεντρικοί δρόμοι γέμιζαν γαϊδούρια και μουλάρια των Μανιατών, που έρχονταν από τα χωριά τους για πωλήσεις  και αγορές πουλερικών, χοιριδίων, οπωροκηπευτικών και άλλων αγαθών, δουλειές δηλαδή που έκαναν κυρίως οι γυναίκες, γιατί οι άντρες συνωθούνταν στα καφενεία της πόλης για να πιούν κρασί καθώς συναπαντιούνταν από διαφορετικά χωριά συμπέθεροι, κουμπάροι, μπατζανάκηδες, παλιοί γνώριμοι από τον στρατό, τα χίτικα ή τα τάγματα ασφαλείας και μάλωναν μεταξύ τους για το ποιος θα κεράσει τον άλλον καφέ ή κρασί [‘’Μη μας περάσουν για τίποτα κακομοίρηδες’’].

Τα ψώνια γράφονταν στα δεφτέρια των μπακάληδων και ήταν αυτά τα δεφτέρια, πίονες αγροί κατά Παπαδιαμάντη [Σταχυομαζώχτρα]. [Βλ. και Ομήρου Οδύσσεια Δ 757].

‘’Μπακάλη, στο δεφτέρι σου όλα τα διπλασιάζεις.

Κλέβεις. Με κλέβεις φανερά και δε με λογαριάζεις.

Σβήστα καλά και εξ αρχής και μη το εξετάζεις,

τι σου χαλώ το μαγαζί, σου παίρνω και τη κεφαλή’’.

Μετά το 1950[;] ξεκίνησε για ένα μέρος του πληθυσμού μια ασθενική και αργή βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, λόγω ανάπτυξης της χώρας, μετά τη δεκαετή συμφορά,  εξαιτίας χρημάτων που έστελναν οι ξενιτεμένοι και ιδία οι ναυτικοί, αμερικάνικης βοήθειας [σχέδιο Μάρσαλ], δανείων από το εξωτερικό, ‘’ήρθαν’’ και οι αγροτικές συντάξεις το 1963 για τους ηλικιωμένους  [510 δραχμές το τρίμηνο], κάποια μεροκάματα σε δημόσια έργα [κυρίως δρόμους] και μερικοί αρμόδιοι δήλωναν για τους φίλους τους πολύ περισσότερα μεροκάματα και μοιράζονταν τα χρήματα, αλλά μεγάλο μέρος του πληθυσμού είχε προβλήματα και αναζητούσε διέξοδο στη μετανάστευση.    

Η απριλιανή δικτατορία διέγραψε τα μικρά δάνεια της αγροτικής τράπεζας στους αγρότες [μέχρις 6.000 δραχμές;] ενώ περαιτέρω βελτίωση του βιοτικού επιπέδου παρατηρείται μετά την μεταπολίτευση [1974].

Η ζωή, ωστόσο, στα μικρά χωριά της Μάνης ήταν δύσκολη.

Τα πρώτα χρόνια μετά το 1949 τα παιδιά γεννιούνταν με τη βοήθεια της πρακτικής μαμής ή της γειτόνισσας ακόμη και στα χωράφια. Και αφού δεν υπήρχαν γιατροί στα χωριά ανθούσαν [από αιώνες] η πρακτική ιατρική και τα γιατροσόφια. Οι άνδρες πρακτικοί γιατροί, κατά κανόνα, ασχολούνταν ως ‘’ορθοπεδικοί’’ με τα τραύματα από ατυχήματα και οι γυναίκες με το σύνολο, σχεδόν, των ασθενειών, κρυολόγημα [βεντούζες και χαρτί με πετρέλαιο], δάγκωμα φιδιού [σκόνη από πέτρα], ‘’κουφή’’ [με τον κόπανο], μάτιασμα [με ‘’μυστικά’’ λόγια] κλπ]. Συνήθως ζητούσαν τη συνδρομή του παπά για να πέμψει δεήσεις. Ό, τι γινόταν για τους ανθρώπους έκαναν και για τα ζώα. Ευρεία ήταν για κάθε νόσο η χρήση των βοτάνων [χαμομηλιού, φασκόμηλου] και φύλλων δάφνης.

Για τις δεισιδαιμονίες και προλήψεις, που ανθούσαν, σημειώνεται μόνον ότι για κάθε σταυροδρόμι, ρυάκι, πηγάδι, στέρνα, ξέφωτο κλπ υπήρχε και μια παράδοση για φαντάσματα με νύφες, στρίγγλες, καβαλάρηδες ως συνέχεια των αρχαιοελληνικών νυμφών, μουσών κλπ. 

Το 1955 εγκαινιάσθηκε ο υγειονομικός σταθμός [ιατρείο] Αρεοπόλεως [βλ. Ο φάρος της Λακωνίας, φ. 36/15-1-1955]. Μαίες διορίστηκαν σε μερικά χωριά το 1956 [εφ. Ο φάρος της Λακωνίας, φ. 61-62 της 24-3-1956, σελ. 4]. Μετά το 1955 σε μερικά χωριά της Μάνης τοποθετήθηκαν αγροτικοί γιατροί. Στην Κοκκάλα αγροτικό ιατρείο ιδρύθηκε το 1961 [Ο φάρος της Λακωνίας, φ. 177/26-10-1961, σελ. 3]. Το Γύθειο είχε νοσοκομείο πριν το 1940. Αντιτραχωματικά ιατρεία λειτούργησαν σε Γερο-λιμένα και Πύργο Διρού [Ο φάρος της Λακωνίας, φ. 3/1-8-1953, σελ. 4]. Με τη λειτουργία των ιατρείων άρχισε και ο εμβολιασμός των παιδιών και έτσι απαλλάχθηκαν από ασθένειες, που ως τότε μάστιζαν την περιοχή, με πρώτη τη φυματίωση. Και οι γυναίκες θα γεννούσαν στα [δημόσια, τότε] ιατρεία με τη βοήθεια ειδικευμένης μαίας. Έτσι περνούσαν, σταδιακά, στο περιθώριο οι κάθε λογής κομπογιαννίτες και πρακτικοί με τα γιατροσόφια και τους εξορκισμούς. Περνούσε η περιοχή από τον μεσαίωνα των δεισιδαιμονιών σε έναν αρχαϊκό διαφωτισμό.

Στον Πύργο Διρού λειτούργησε Οικοκυρική σχολή για κορίτσια [Ο φάρος της Λακωνίας, φ. 50-51/Οκτ. 1955, σελ. 3] και στο Γύθειο σχολή μαγείρων του στρατού [Ο φάρος της Λακωνίας, φ 56-57/ Ιαν. 1956].

 Επειδή κατά την περίοδο 1940-1949, λόγω του πολέμου, της Γερμανικής κατοχής και του εμφυλίου, πολλά σχολεία ήταν κλειστά και τα παιδιά δεν φοίτησαν σε αυτά, μερικά χρόνια μετά τη λήξη του εμφυλίου, λειτούργησαν, τα βράδια, νυχτερινά δημοτικά σχολεία για μεγάλα παιδιά που στερήθηκαν τη φοίτηση στα χρόνια ‘’που έπρεπε’’. Τα μαθήματα γίνονταν στις αίθουσες των δημοτικών σχολείων, που το πρωί και το απόγευμα λειτουργούσαν για τα μικρά παιδιά από τους εκεί διορισμένους δασκάλους. Γινόταν μια προσπάθεια καταπολέμησης του αναλφαβητισμού, ο οποίος, προπολεμικά, και ιδία στις γυναίκες ήταν πολύ μεγάλος. Λειτούργησαν επίσης και σχολεία ενήλικων-αναλφάβητων για κάποιο διάστημα και, επίσης, μερικά βράδια κάποιοι καθηγητές ή δάσκαλοι έδιναν επιμορφωτικές διαλέξεις για τους κατοίκους.

 [Σημείωση. Βέβαια στα νυχτερινά σχολεία, που τα παιδιά ήταν μεγάλα, σχεδόν μέχρι είκοσι ετών, ο δάσκαλος δεν είχε βέργα, γιατί στα κανονικά σχολεία για τα μικρά παιδιά, ως δώδεκα ετών, το ξύλο ήταν στην ημερήσια διάταξη ιδιαίτερα για τα αγόρια. Και οι γονείς παρότρυνα τους δασκάλους να δέρνουν τα παιδιά αν έκαναν φασαρία ή δεν διάβαζαν ‘’για να γίνουν άνθρωποι’’].

Το βράδυ ο φωτισμός για τις σπιτικές δουλειές και το διάβασμα γίνονταν με τα φανάρια, τα λυχνάρια, τα κεριά ή τις λάμπες πετρελαίου.

Στις αυλές των σπιτιών υπήρχαν κότες, γουρούνια, κατσίκες, πρόβατα, αγελάδες, γαϊδούρια και άλογα ή μουλάρια. Τα σπίτια ήταν παλιά, πετρόχτιστα, με κατώια για τα ζώα. Μερικά ήταν έρημα ή  χαλασμένα και άλλα κατοικούνταν από έναν ή δύο ηλικιωμένους.

Ας σημειωθεί όμως, ότι στη Μάνη και ευρύτερα στην ύπαιθρο, ακόμη και στη μεγάλη πείνα της κατοχής, υπήρχε μεν μεγάλη φτώχεια –αιώνιος σύντροφος των Ελλήνων- αλλά οι κάτοικοι δεν πέθαιναν από την πείνα γιατί είχαν άγρια λάχανα [χόρτα του βουνού], φρούτα και λαχανικά από το περιβόλι και άλλους καρπούς από τα χωράφια [λάδι, σιτάρι κλπ], ψάρια από τη θάλασσα, λαγούς, πουλιά από το κυνήγι, γάλα και κρέας από τα ζώα και βεβαίως κοτόπουλα και αυγά.

Το τέλος της σιτοπαραγωγής κατά το 1965[;] ήταν το σήμα του ουσιαστικού τέλους της αγροτικής ζωής, με την οποία ήταν δεμένοι οι Μανιάτες από αιώνες. Όχι πως μετά από τον χρόνο που σταμάτησαν να σπέρνουν σιτάρι έπαυσαν να ασχολούνται με τη γη και την κτηνοτροφία και τέλειωσε η αγροτική τους ζωή. Το σιτάρι, όμως, τους ‘’έδενε’’ περισσότερο με τη γη. Καθάριζαν το χωράφι, όργωναν, έσπερναν, σβάρνιζαν, βοτάνιζαν [ξεχορτάριαζαν], θέριζαν, αλώνιζαν, λίχνιζαν, μάζευαν τα άχυρα, κοσκίνιζαν το σιτάρι, ξεχώριζαν την ήρα από το στάρι, πήγαιναν το σιτάρι για άλεσμα στον μύλο, ζύμωναν, φούρνιζαν και έτρωγαν το ψωμί που έκαναν με τον ιδρώτα τους επί τόσους μήνες δουλειάς στο χωράφι. Και, παρά τη μεγάλη φτώχεια, για τη Μάνη, φαγητό χωρίς ψωμί, φαΐ αψείο [ή αψίο;] ήταν αδιανόητο. Ήταν το έσχατο σημείο οικονομικής εξαθλίωσης και κανένας δεν θα το ήθελε για το σπίτι του. [Μόνο ‘’τα μακαρόνια τυρωτά’’ [με μυζήθρα δηλαδή] έτρωγαν χωρίς ψωμί].  

Παρά τις δυσκολίες των καιρών άρχισε κάτι να κινείται στη Μάνη.

 Λειτούργησαν σφαγεία στην Αρεόπολη [βλ. εφ. Ο φάρος της Λακωνίας, φ. 134/3-9-1959 και ΦΕΚ 208 Α/5-8-1955], ηλεκτρικό ρεύμα ήρθε το 1968 στην Αρεόπολη [βλ. Ο φάρος της Λακωνίας, αρ. φ. 279/17-4-1968] και στα χωριά λίγο αργότερα. Η μελέτη για τον εξηλεκτρισμό της Μάνης είχε γίνει από τη ΔΕΗ τέλος του 1966, αρχές του 1967 [εφ. ΜΑΝΗ, αρ. φ. 45 της 10ης Ιανουαρίου 1967], δηλαδή πριν τη δικτατορία. [Το Γύθειο ηλεκτροδοτείτο από το 1926. Το 1966 προγραμματίσθηκε η ύδρευση των επαρχιών Γυθείου και Οιτύλου [[εφ. ΜΑΝΗ φ. 26/23-12-1966, σελ. 4]. Το Γύθειο υδροδοτείτο από το 1927.

Τηλέφωνα, ένα για κάθε χωριό, υπήρχαν πριν τον πόλεμο. Περισσότερα τηλέφωνα, στα σπίτια δηλαδή, χορηγήθηκαν στην Αρεόπολη το 1972 και στα χωριά αρκετά αργότερα. Κατασκήνωση η Τσίπα απέκτησε το 1949. [‘’Από το 1949, αρχές Ιουλίου, η Κοινωνική Πρόνοια στέλνει 100 κορίτσια στο Νέο Οίτυλο’’, έγραφε Ο φάρος της Λακωνίας, φ.153-154/31-8-1960. Το φεστιβάλ Γυθείου διοργανωνόταν από το 1958. [Από τριετίας έγραφε Ο φάρος της Λακωνίας, φ. 173-174/22-7-1961, σελ. 5]. Μάλλον, όμως, ξεκίνησε το 1955 [βλ. περ. ΗΩΣ, 1963, σελ. 1]. Το ‘’τουριστικό’’ αναψυκτήριο Γυθείου, στο περιβολάκι, άνοιξε το 1955 [Ο φάρος της Λακωνίας φ. 45/25-6-1955, σελ. 4]. Τότε θα πρέπει να έγινε και η πλαζ του Γυθείου καθώς και το ‘’τουριστικό’’ της Τσίπας [Νέου Οιτύλου].

[Στατιστικά στοιχεία για την οικονομία της Μάνης, δεν παρατίθενται γιατί δεν υπάρχουν [ή δεν βρέθηκαν από τον γράφοντα].

Σημείωση. Κυρίως οι Μεσομανιάτες, θεωρούν ότι όλα τα έργα ή τα περισσότερα [δρόμοι, ύδρευση, εξηλεκτρισμός] στην περιοχή τους έγιναν στη διάρκεια της δικτατορίας. Βέβαια, σε μεγάλο βαθμό, ήταν και είναι άκρως συντηρητικοί και πολλοί υποστήριξαν ένθερμα την δικτατορία. Η αλήθεια, πάντως, είναι ότι στη διάρκεια της επταετίας έγιναν κάποια έργα στη νότια Μάνη, αλλά πρέπει να σημειωθεί ότι αυτά είχαν προγραμματισθεί ή ξεκινήσει πριν την 21η Απριλίου 1967, όπως προκύ-πτει από τις ημερομηνίες που σημειώνονται παραπάνω για κάθε έργο.    

Έννομη τάξη. Μετά το 1949, αν αφαιρέσομε τις πολιτικές διώξεις και το κλίμα φόβου που επικρατούσε στους ηττημένους, εκτός κάποιων φονικών, προσωπικού, οικονομικού ή κοινωνικού χαρακτήρα, κατά την πρώτη δεκαετία ή στις αρχές της δεύτερης, που όμως δεν εξελίχθηκαν σε γδικιωμούς, στη Μάνη, δεν υπήρξε παραβατικότητα σημαντικών ποινικών νόμων [ληστείες, βιασμοί κλπ]. Ναι μεν τα πινάκια των τοπικών δικαστηρίων ήταν ‘’φορτωμένα’’ αλλά με αδικήματα, ‘’συνήθους’’, χαμηλής παραβατικότητας από την οικονομική και κοινωνική ζωή. Οι αυλόπορτες, οι εξώπορτες, τα παράθυρα ήταν ανοιχτά και ο γείτονας, αν συνέβαινε κάτι, θα ήταν συμπαραστάτης, εκτός και αν ήταν εχθρός. [Πάντως σε κάθε χωριό υπήρχε σταθμός χωροφυλακής και σχολείο]. 

Προϊόντα. Η Μάνη είχε κόκκινα και λευκά μάρμαρα, έβγαζε αλάτι [από τις σγούρνες στην Έξω Μάνη] και η εμπορία του γινόταν κρυφά, λόγω του κρατικού μονοπωλίου, ψάρια από τη θάλασσα [μερικοί χρησιμοποιούσαν και δυναμίτη], μάζευε ορτύκια ως το 1970 περίπου, παρήγαγε ρίγανη, βελανίδι, λούπινα, μετάξι, μέλι, λάδι, σύκα, φραγκόσυκα και άλλα αγαθά ανάλογα με την εποχή. Στην εύφορη ΒΑ Μάνη είχαν επίσης πορτοκάλια, λεμόνια, μανταρίνια, αμπέλια, καλαμπόκι και λαχανικά.  

Εμπόριο. Προπολεμικά, αλλά και για κάποια χρόνια μετά το 1949, το εμπόριο  και οι μεταφορές διεξάγονταν από τη θάλασσα με καΐκια προς Γύθειο και Καλαμάτα, λόγω του ορεινού εδάφους, της μεγάλης ακτογραμμής και των φυσικών λιμανιών που είχε η Μάνη. Γινόταν και από μονοπάτια με φορτωμένα ζώα [γαϊδούρια] και ζαλωμένες γυναίκες. Η διάνοιξη δρόμων έφερε στο προσκήνιο φορτηγά και τρακτέρ, τα καΐκια περιορίσθηκαν ενώ τα λεωφορεία ανέλαβαν τη μεταφορά προσώπων.

Από τα χωριά συνήθως για την αγορά των χρειωδών οι χωρικοί κατέφευγαν σε Γύθειο, Αρεόπολη, Καρδαμύλη, αν και μπακάλικα υπήρχαν σχεδόν σε κάθε χωριό. Πάντως το μεγαλύτερο εμπορικό κέντρο ιδία για τη δυτική Μάνη ήταν η Καλαμάτα. Και  έμποροι επισκέπτονταν τα χωριά και αγόραζαν  ή πωλούσαν εμπορεύματα. Η περιοχή χρειαζόταν αλεύρι, υφάσματα και διάφορα τρόφιμα και εργαλεία.

Παζάρια. Στο Γύθειο εμποροζωοπανήγυρη γινόταν από το 1860, στις 14 Σεπτεμβρίου [βλ. Ν. Λέκκας, Αγοραί, εμποροζωοπανηγύρεις, εκθέσεις, σελ. 124 και Κ. Κόμη, Πληθυσμός και οικισμοί της Μάνης, σελ. 310].

’Νας πας στο σταυροπάζαρο, να πάρεις ένα γάιδαρο’’.

Στην Αρεόπολη ο πρόεδρος της κοινότητας, το 1955, δήλωνε, ‘’Καταβάλλω ενεργείας όπως δια β.δ. ανεγνωρισθή να γίνεται ετήσια εμποροζωοπανήγυρις εις την Αρεόπολιν προς εξυπηρέτησιν των κατοίκων όλης της Μάνης. Θα είναι πενταήμερος και θα γίνεται κάθε χρόνο από τις 2 μέχρι και τις 7 Αυγούστου…Φροντίζω για την ίδρυσιν παιδικού στα-θμού’’ [Ο Φάρος της Λακωνίας, φ. 48-49/ 3-10-1955, σελ. 3].

Το 1955 καθιερώθηκε στην Αρεόπολη η εμποροζωοπανήγυρη με το β. δ. της 26-7-1955, ΦΕΚ 208 Α/5-8-1955. [Βλ. και την υπ’ αριθμ. 21/1955 πράξη του Κοινοτικού Συμβουλίου Αρεοπόλεως]. Θα ακολουθήσει στον Γερολιμένα [β. δ. της 19-4-1961, ΦΕΚ 77 Α/10-5-1961 από 29-31 Ιουλίου], στο Ξηροκάμπι [β. δ. της 6-11-1962, ΦΕΚ 204 Α/29-11-1962 από 5-9 Αυγούστου] και αλλού. Όμως, σύντομα, λόγω μετανάστευσης και μείωσης της παραγωγής τα παζάρια σταμάτησαν.

Επικοινωνία μεταξύ των χωριών υπήρχε όχι πυκνή και συχνή, αλλά υπήρχε, για γάμους, κηδείες ή εργασία [πχ πετρομάστορες] ή εμπόριο. Έντονη επικοινωνία υπήρχε με τις πόλεις και τα κεφαλοχώρια, Καλαμά-τα, Γύθειο, Αρεόπολη, Κότρωνα. Κίττα, Καρδαμύλη και άλλα χωριά. Κρατούσε όμως ακόμη το Σπαρτιατικό πνεύμα της ξενηλασίας για το οποίο βλ. παρακάτω σε σχετική παράγραφο.

Βιοτεχνία. Υπήρχαν αλευρόμυλοι [νερόμυλοι, ανεμόμυλοι και μηχανοκίνητοι], ελαιοτριβεία, καμίνια [για ασβέστη, κεραμίδια και κάρβουνα], οι κάτοικοι ασχολούνταν με τη σηροτροφία [για υφαντά σε αργαλειούς], την κατασκευή οικιακών σκευών, αγροτικών εργαλείων και έφτιαχναν σαπούνια από τα κατακάθια [μούργα] του λαδιού.

Μικροεπαγγελματίες. Υπήρχαν πρακτικοί γιατροί, εκδοροσφαγείς, ξυλογλύπτες, πελεκητές πέτρας, κτίστες, εμβολιαστές αγρίων δένδρων, ευνουχιστές αρσενικών ζώων, κουρείς, ράφτες, τσαγκάρηδες, πεταλωτήδες και φυσικά νεκροθάφτες, ό,τι δηλαδή χρειαζόταν ένα χωριό, που από το διπλανό του απείχε περισσότερο μιας ώρας πεζοπορία. Και όλοι αυτοί ήταν συνάμα και γεωργοί και κτηνοτρόφοι- Σε κάθε χωριό υπήρχε μπακάλικο  και καφενεία που οι κάτοικοι μάθαιναν τα νέα.

‘’Τάξεις’’. Παρά τη φτώχεια, στη Μάνη, κάποιοι δεν έλεγαν ‘’φτώχεια και των γονέων ‘’ διότι υπήρχαν και λίγοι που δεν δυστυχούσαν. Υπήρχαν δημόσιοι υπάλληλοι, έμποροι και κτηματίες [που είχαν κληρονομήσει ή αγοράσει αρκετά μεγάλες εκτάσεις σε σχέση με εκείνες των άλλων συγχωριανών τους]. Μερικοί είχαν λιοτρίβια, μύλους, μπακάλικα, άλλοι δάνειζαν τοκογλυφικά και άλλοι έκαναν μεταφορές.

Στη δεκαετία 1940-50 οι περιουσίες, μικρές ή μεγάλες, ισχυρών ή αδύναμων, αν και υπέστησαν καταστροφές, άλλες λιγότερο και άλλες περισσότερο, πάντως δεν χάθηκαν, διατηρήθηκαν και μετά το 1950, αργά ή γρήγορα, αποκαταστάθηκαν και οι προπολεμικά ευκατάστατοι ‘’επανήλθαν στην τάξη τους’’ και προσέλαβαν εργάτες και σέμπρους.

Κάποιοι όμως, δηλαδή οι ομαδάρχες των ταγμάτων ασφαλείας, ‘’εκτός του ότι ήταν έμπλεοι πατριωτικών αισθημάτων και άκρατης εθνικοφροσύνης’’, απέκτησαν λεφτά στον εμφύλιο γιατί έκαναν πλιάτσικο, λεηλατούσαν σπίτια, άρπαζαν κοπάδια ζώων, λάδια και άλλους καρπούς, εισέπρατταν φόρους και έκαναν ‘’αγορές βίας’’ [δηλαδή ήθελες δεν ήθελες σου το έπαιρναν και έπρεπε να είσαι ευχαριστημένος αν σου έδιναν και δυο δεκάρες για ‘’τίμημα’’ ή σου χάριζαν τη ζωή]. Και από το Λιμένι και το Γύθειο τα πήγαιναν στην Καλαμάτα, όπου και τα πωλούσαν. ‘’Έκαναν λίρες και όταν ένας καπετάνιος ζήτησε να τις βάλουν κάτω και να τις μοιραστούν στα ίσια, παραλίγο να σκοτωθούν’’, βλ. Ι. Καρακατσιάνη, Πόλεμος στη Μάνη, κατοχή, αντίσταση, εμφύλιος, σελ. 200, 304, 307, 308, δ. δ. και β’ τ. σελ. 24]. [Συνάντηση για αυτόν τον σκοπό είχαν κάνει στην Τσίπα, βλ. Ι. Καρακατσιάνη, ό.π. σελ. 367].

Και αρκετοί από τους παλιούς καπετάνιους και άνδρες των ταγμάτων ασφαλείας εντάχθηκαν στον στρατό, στη χωροφυλακή ή στα τάγμα-τα εθνοφυλακής αμύνης [ΤΕΑ] και ενημέρωναν τη χωροφυλακή για την έκδοση πιστοποιητικών εθνικοφροσύνης [προκειμένου διοριστούν οι εθνικόφρονες, πρώτοι δηλαδή αυτοί και τα παιδιά τους, στο δημόσιο, στον στρατό, στη χωροφυλακή ή πάρουν άδειες φορτηγού, ΤΑΧΙ,  λαχείων, θυρωρού, περιπτέρου, πάγκου στη λαϊκή και άλλες δουλειές].

Αυτές ήταν οι ‘’τάξεις’’ στη Μάνη κατά το 1950. [Για τις οικονομικές διαφορές της ΒΑ Μάνης με την υπόλοιπη βλ. παρακάτω].

Αλλά αυτή η κοινωνική και οικονομική κατάσταση γρήγορα θα άλλαζε από την εξέλιξη και οικονομική ανάπτυξη της χώρας καθώς θα διαμορφώνονταν νέες συνθήκες, λόγω παιδείας, μετανάστευσης, διορισμών στο δημόσιο, συντάξεων, τουρισμού, επιδοτήσεων κλπ.

Μετά το 1950, πάντως, ναι μεν κάποια ονόματα παλιών, μεγάλων οικογενειών ήταν γνωστά αλλά η αμφισβήτηση της δύναμή τους ή μάλλον η αδιαφορία για αυτά ήταν διάχυτη. Σε λίγες δεκαετές το ‘’ποιος είσαι εσύ’’ έδειχνε την ανατροπή της παλιάς ιεραρχίας δυνάμεων καθώς όλοι ή πάρα πολλοί ήθελαν να ‘’ορθώσουν’’ το μπόι τους [΄΄ξέρεις ποιος είμαι εγώ, ρε’’] επειδή διορίστηκαν  κάπου ή πέτυχαν επιχειρηματικά. Η παλιά ιεραρχία ισχυρών [με τα ντουφέκια] είχε καταρρεύσει. Όποιος όμως έκανε ρουσφέτια, κατείχε υψηλό δημόσιο αξίωμα ή είχε αρκετά χρήματα ήταν σεβαστός.

Τα πολιτικά πράγματα της περιοχής μετά το 1949. Για το κλίμα φόβου και την τρομοκρατία που επικράτησε στη Μάνη έγινε αναφορά παραπάνω, στο κεφάλαιο, Μετά τη λήξη του εμφυλίου.

Όμως όσο απομακρυνόμαστε από το 1949, τα οξυμένα πάθη των φανατικών αρχίζουν να καταλαγιάζουν, λίγο-λίγο, και μια νομιμότητα, υπό το αυστηρό πλέγμα των διατάξεων του Συντάγματος του 1952 και των ‘’εκτάκτων μέτρων’’, έστω επιφανειακή, αρχίζει να επικρατεί.

Ουσιαστικά ένα κόμμα υποστηριζόταν στα χωριά, ο συντηρητικός Εθνικός Συναγερμός που, μετά τον θάνατο του Παπάγου, μετονομάστηκε σε Εθνική Ριζοσπαστική Ένωση [ΕΡΕ] με αρχηγό τον Καραμανλή. Μια εφημερίδα, επίσης, διαβαζόταν η [γηραιά] ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ. Όποιος αγόραζε πχ ΤΟ ΒΗΜΑ -εφημερίδα του Κέντρου- έπρεπε να την κρύψει ή να τη ‘’διπλώσει’’.  Για την ΑΥΓΗ, εφημερίδα της Αριστεράς, όποιος την αγόραζε εξασφάλιζε … δωρεάν εισιτήριο και διαμονή σε ξερονήσι [που σήμερα είναι πολύ της μόδας].

Στις εκλογές της 31-3-1946 οι εθνικόφρονες, στην επαρχία Οιτύλου, επί 2.098 ψηφισάντων, πήραν 2.082 και εξ αυτών ο εθνικόφρων Πέτρος Μαυρομιχάλης 2.048 [Ι. Καρακατσιάνης, ό. π. σελ. 242]. 

Στις εκλογές της 19ης Φεβρουαρίου 1956 [Ο φάρος της Λακωνίας, φ. 60, σελ. 1] στην επαρχία Γυθείου εψήφισαν 6.027 και έλαβαν, ΕΡΕ 4.465, Δημοκρατική Ένωση 1.393, Προοδευτικοί 148 και στην επαρχία Οιτύλου εψήφισαν 3.021 και έλαβαν, ΕΡΕ  2.231, Δημοκρατική Ένωση 577 και Προοδευτικοί 170. 

Στις εκλογές της 11ης Μαΐου 1958 σημειώθηκαν τα εξής αποτελέσματα. Στην επαρχία Γυθείου ψήφισαν 7.204 και έλαβαν, ΕΡΕ 4.238 Φιλελεύθεροι 1.306, ΕΔΑ 554, Λαϊκοί 676 και ΠΑΔΕ 250. Στην επαρχία Οιτύλου ψήφισαν 3.418 και έλαβαν, ΕΡΕ 2.412, Φιλελεύθεροι 382, ΕΔΑ 184, Λαϊκοί 394, ΠΑΔΕ 47. [ Ο φάρος της Λακωνίας, φ. 105/19-5-1958].

Στις εκλογές της 29ης Οκτωβρίου 1961, γνωστές και ως εκλογές ‘’βίας και νοθείας’’ κατά την αντιπολίτευση, στην επαρχία Γυθείου ψήφισαν 8.066 και έλαβαν, ΕΡΕ 5.993, ΕΚ 1.456,  ΠΑΜΕ 569 και στην επαρχία Οιτύλου ψήφισαν 3.702 και έλαβαν, ΕΡΕ 3.087, ΕΚ 442,  ΠΑΜΕ 152 [Ο φάρος της Λακωνίας, φ. 178-179/29-11-1961, σελ. 4].

 Στις εκλογές της 3-11-1963 [Ο φάρος της Λακωνίας, φ. 211-212/29-11-1963, σελ. 1] στον νομό Λακωνίας εκλέχτηκαν βουλευτές από την ΕΡΕ οι, Δ. Δαβάκης [14.572 ψήφοι], Νηκηταράς Βαρβιτσιώτης [9.296], Ν. Λαμπρινάκος [7.463], Ν. Σκανδαλάκης [6.713] και από την ΕΚ, ο Δ. Παπαμιχαλόπουλος [6.713].    

Στις εκλογές της 16-2-1964, στην επαρχία Γυθείου, η ΕΡΕ έλαβε 5.439 ψήφους και η ΕΚ 2.340. Στην επαρχία Οιτύλου, η ΕΡΕ έλαβε 2.523 και η ΕΚ 762.

 [Προσωπικές θύμησες. 1]. Σε κεντρικό καφενείο της Αρεόπολης, Σάββατο, τέλος Σεπτεμβρίου 1963 που είχε παζάρι [λαϊκή], ήρθε από το χωριό του [στη Μέσα Μάνη] και μπήκε μέσα παλιός ομαδάρχης των χιτών που είχε σκοτώσει πολλούς εντός Μάνης αλλά και εκτός, ιδία στις περιοχές Λακεδαίμονος και Επιδαύρου Λιμηράς. Μόλις τον είδαν οι θαμώνες ξεσηκώθηκαν και τον επευφήμησαν, ‘’Γειά σου, ρε …-άκο …-η, που εδόξασες τη Μάνη’’]. [Βλ. και παραπάνω σελ. 3].

2]. Στην Αρεόπολη για πρώτη φορά ήρθε και μίλησε, όχι κρυφά ή ‘’προσεχτικά’’, μέσα, πάντως μέσα, σε καφενείο [του μπάρμπα-Νίκου], στο Αγιάτικο, πολιτευτής της Ε. Κ. παραμονές των εκλογών της 16ης Φεβρουαρίου 1964 [ίσως και της 3ης Νοεμβρίου 1963] και στην Κίττα παραμονές εκλογών της 18ης Οκτωβρίου 1981. Πριν, μόνο ‘’κρυφά, διακριτικά, στο ‘’μιλητό’’ των μυημένων’’ και με κινδύνους θα μπορούσε να κατεβεί στη Μάνη υποψήφιος του Κέντρου. Και αυτό, το να μην επισκέπτεται τα χωριά πολιτικός του Κέντρου, ίσχυε για όλα τα χωριά της Μάνης, δηλαδή, της Έξω, της νότιας αλλά και της εύφορης ΒΑ .

Παραμονές των εκλογών του 1958, υποψήφιος του Κέντρου, από ισχυρή Μανιάτικη οικογένεια, πήγε με καΐκί σε κεφαλοχώρι της Προσηλιακής και συνοδευόμενος από έμπιστό του σαν σωματοφύλακα επιχείρησε να βγει από το κεφαλοχώρι για να επισκεφθεί κάποιον γνωστό του σε κοντινό ξεμόνι αλλά επέστρεψε και έφυγε, γιατί έξω, σε ρεματιά, δέχθηκε επίθεση και άγριο ξυλοδαρμό.

Στο Γύθειο ήταν κάπως καλλίτερα τα πράγματα ‘’επιφανειακά’’ αλλά δεν απείχε και πολύ η κοινωνία στις γειτονιές από το κλίμα, που περιγράφει ο Παύλος Δελαπόρτας για την πόλη, που υπηρέτησε ως εισαγγελέας, κατά τον εμφύλιο, στο βιβλίο του, Το ημερολόγιο ενός πιλάτου. Ο πολιτικός φόβος των μη δεξιών ήταν έντονος. Και αν αυτά ίσχυαν στο Γύθειο πιο κάτω ήταν ασυγκρίτως χειρότερα.

3]. Ήταν τέτοια η πίεση των μη δεξιών –μερικοί που είχαν φύγει για πολιτικούς λόγους είχαν γυρίσει από την Αθήνα στα χωριά τους μετά το 1960- οι οποίοι –να σημειώσω χαρακτηριστικά- το βράδυ της 16ης Φεβρουαρίου 1964 που τις εκλογές είχε κερδίσει η Ένωση Κέντρου [ΕΚ] [όπως και το βράδυ της 3ης Νοεμβρίου 1963, που επίσης με μικρή διαφορά είχε κερδίσει η ΕΚ], όσοι κεντρώοι ήταν στην Αρεόπολη βγήκαν στον κεντρικό δρόμο με λαμπάδες και φανάρια σα να γιόρταζαν την ανάσταση. Έσπασε το κλίμα του φόβου για λίγο χρόνο.

Και πως έπαιρνε ψήφους το Κέντρο ή η Αριστερά στη Μάνη;

Ας ληφθεί υπόψη ότι,

Α] Στη μεγάλη τους πλειοψηφία οι Έλληνες [και οι Μανιάτες] ήταν φτωχοί και ζούσαν σε πρωτόγονη κατάσταση αλλά αρκετοί θυμούνταν τον Ελευθέριο Βενιζέλο, που έδωσε φτερά στη χώρα και την διπλασίασε και, επίσης, θυμούνταν και το ΕΑΜ, που αγωνίσθηκε κατά του κατακτητή. Επομένως, το Κέντρο αλλά και η Αριστερά, είχαν συμπάθειες στον Ελληνικό λαό, που μια ζωή ήταν διχασμένος σε ‘’από εδώ και από εκεί’’, σε συντηρητικούς και προοδευτικούς, σε υποστηρικτές ‘’της καθ’ ημάς Ανατολής’’ και τους οπαδούς του διαφωτισμού της Δύσης. Εξάλλου και η τρομοκρατία του εμφυλίου και η συνέχειά της ναι μεν υποχρέωνε πολλούς ‘’να μετανοήσουν’’ για να ζήσουν ή να διοριστούν αλλά άλλους τους πείσμωνε για ‘’πάλης ξεκίνημα, νέους αγώνες’’. Και η άλλη άποψη ακόμη υπάρχει… και θα υπάρχει καθώς συντηρητικοί και προοδευτικοί πάντα υπήρχαν ‘’από κτήσεως κόσμου’’, καθώς άλλοι μεν ήθελαν να παραμείνουν τα πράγματα ως είχαν και άλλοι να αλλάξουν και ο κόσμος να αλλάξει. Η ιδεολογία δεν εξαλείφεται εύκολα και σε κρίσιμες στιγμές ‘’νάτη πετιέται … κι αντριεύει και θεριεύει’’.

Β] Μετά τον εμφύλιο ή και στη διάρκειά του δεν έφυγαν όλοι οι κεντρώοι και αριστεροί. Έφυγαν όσοι είχαν πάει αντάρτες στα βουνά ή είχαν  βοηθήσει τους αντάρτες ή σκοτώσει δεξιούς. Έφυγαν και όσοι δεν μπορούσαν για διάφορους, λόγους κυρίως ελευθερίας ή λόγων παλιών γδικιωμών, που ξαναζωντάνεψαν στον εμφύλιο, να παραμείνουν μέσα σε αυτό το κλίμα που είχε δημιουργηθεί στην τοπική κοινωνία. Όσοι όμως δεν είχαν κάπου αλλού να πάνε και πάντως [εξυπακούεται ότι] δεν είχαν εμπλακεί ενεργά στον εμφύλιο,  γίνονταν ανεκτοί, υπό τον όρο ότι ‘’δεν θα μιλούσαν, δεν θα φαίνονταν στο χωριό και θα περιορίζονταν στη γωνιά τους’’, πάντα, υπό τη στενή παρακολούθηση  των φυλάκων της εθνικοφροσύνης, που θα καθόριζαν, όπως θα ήθελαν, τα πράγματα στο  χωριό, ακόμη και να προσβάλλουν και τραμπουκίζουν τους αριστερούς και τους ‘’συνοδοιπόρους’’ τους. Ας σημειωθεί, πάντως, ότι οι κεντρώοι τύχαιναν ηπιότερης μεταχείρισης [ύποπτοι πάντως ήταν] και με τον καιρό η κατάσταση βελτιωνόταν.

Γ] Τέλος, ας ληφθεί υπόψη ότι στις εκλογές, που γίνονταν στα χωριά, έρχονταν και από την Αθήνα Μανιάτες, που δεν είχαν μεταφέρει τα πολιτικά τους δικαιώματα στην πρωτεύουσα για συναισθηματικούς ή άλλους λόγους. [Και μερικοί υποψήφιοι δρομολογούσαν ειδικά για αυτόν το σκοπό λεωφορεία]. Έ, αυτοί οι ψηφοφόροι ψήφιζαν πλέον ‘’ελεύθερα’’. [Στα χωριά που το Κέντρο και η Αριστερά έπαιρναν ‘’κάμποσες’’ ψήφους, κυρίως στη ΒΑ Μάνη, τα έλεγαν κόκκινα ή Μόσχα].

Μανιάτες πολιτικοί. Μετά το 1950 δεν εισέρχεται στη Βουλή, ως έχει σημειωθεί, γόνος των Μαυρομιχαλαίων, που από το 1821 διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στα πράγματα της χώρας. Ο τελευταίος Μαυρομιχάλης βουλευτής ήταν ο Πέτρος, που, επειδή ήταν απόγονος του Πετρόμπεη και έφερε το όνομά του, λεγόταν και μπέης. Όλες οι οικογένειες, που είχαν αναδείξει μπέη [δηλαδή τον είχε διορίσει ο Σουλτάνος], έφεραν τον τίτλο του μπέη. Πάντως, την περίοδο του εμφυλίου, ο ‘’μπέης’’, που ήταν υπουργός, φέρεται ότι τήρησε σκληρή στάση έναντι των αριστερών Μανιατών [Ι. Καρακατσιάνη, ό.π. σελ. 260], ενώ θα έπρεπε να επιχειρήσει την ειρήνευση στη Μάνη [βλ. Πέτρου Κ. Μαυρομιχάλη, Εις τον αγώνα δια την επιβίωσιν της φυλής, 1946-1950, Αθήνα, 1950]. [Κατά, και μετά, τον εμφύλιο, και οι εκκλησιαστικοί άνδρες δεν στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων, καθώς συνέπλευσαν με το κυρίαρχο κλίμα και μερικοί υπερθεμάτισαν για τον κατατρεγμό των ηττημένων].

 Άλλοι Μανιάτες πολιτικοί. Για πολλά χρόνια διετέλεσε υπουργός και υφυπουργός διαφόρων υπουργείων και κυρίως  Δημόσιας Τάξης [πριν το 1964 αλλά και μετά το 1974] ο από τη Μέσα Μάνη [Κεχριάνικα] καταγόμενος βουλευτής Λακωνίας [της ΕΡΕ και μετέπειτα της  ΝΔ] Δημήτριος Δαβάκης, στον οποί-ον απευθύνονταν οι Μανιάτες για τα θέματά τους.

 Το ίδιο γινόταν και με τον από το Νομιτσί της Έξω Μάνης καταγόμενο βουλευτή Μεσσηνίας Ιωάννη Ψαρρέα [ΕΡΕ], ο οποίος διετέλεσε [1956-1963] υφυπουργός κοινωνικής πρόνοιας.

Η ιστορία ‘’επαναλήφθηκε’’ και στην κυβέρνηση των ‘’αποστατών’’ [1965-66] οπότε υπουργός Δημοσίας Τάξεως  διετέλεσε ο από τη Γέρμα της Ανατολικής Μάνης καταγόμενος Χρήστος Αποστολάκος, βουλευτής Αθηνών, το γραφείο του οποίου ήταν ανοικτό στους Μανιάτες.

Και η επικοινωνία πολιτευτή με ψηφοφόρο δεν σταμάτησε…

Είναι φανερό ότι σε μια δεδομένη στιγμή, τυχαία λαμβανόμενη, οι Μανιάτες, που υπηρετούσαν στον στρατό και στα σώματα ασφαλείας, έκαναν μια μεραρχία και οι διορισμένοι στο δημόσιο γέμιζαν την πλατεία Ομονοίας. Πόσοι από αυτούς είχαν διοριστεί αξιοκρατικά και προσέφεραν στους πολίτες και στη χώρα ας κρίνει ο αναγνώστης.

Δεν πρέπει να παραγνωρισθεί η δράση μερικών, κατά καιρούς, Μανιατών υπουργών, υφυπουργών και βουλευτών για την περιοχή τους. Επειδή η δεκαετία 1940-50 ήταν καταστρεπτική για τη χώρα, μετά τη λήξη του εμφυλίου, εξ αυτού ήταν αδήριτη ανάγκη, να γίνουν έργα, να υπάρξει προσπάθεια ανασυγκρότησης της χώρας, καθώς ‘’ήρθε’’ και η αμερικάνικη βοήθεια, άσχετα αν δεν χρησιμοποιήθηκε ορθολογικά.

 Είναι αλήθεια ότι κάποιοι πολιτικοί προσπαθούσαν ‘’να βγάλουν λεφτά’’ για έργα στη Μάνη [διανοίξεις δρόμων, επισκευές εκκλησιών, ηλεκτροφωτισμό, ύδρευση, αποζημιώσεις σε αγροτικές ζημίες, επιχορηγήσεις κλπ] τα οποία ‘’ανακοίνωναν’’ στους κομματάρχες και στους ψηφοφόρους τους.  Είναι γνωστά τα τηλεγραφήματα,

’Προς τον εφημέριο του ιερού ναού…[ή τον πρόεδρο της κοινότητος …]. Κατόπιν ενεργειών μας ενεκρίθη από τον υπουργό οικονομικών [εκ των κρατικών λαχείων] η χορήγησις ποσού … δραχμών δια την επισκευή του ιερού ναού…[ή έργων εις την κοινότητά σας]. Μετά τιμής [Α,Β] Πολιτευτής Λακωνίας’’.   

Οι εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 1963, που χαρακτηρίστηκαν αδιάβλητες, διεξήχθησαν από υπηρεσιακή κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον τότε πρόεδρο του Αρείου Πάγου Στυλιανό Μαυρομιχάλη, που καταγόταν από την Αρεόπολη. Στην ίδια κυβέρνηση συμμετείχε ως υπουργός προεδρίας ο από την Καρέα καταγόμενος Πότης Τσιμπιδάρος. Και οι δυο είναι ευεργέτες του γυμνασίου Αρεοπόλεως.

Ως προς τα ρουσφέτια για τους Μανιάτες, που ζούσαν στη Μάνη βλ. παρακάτω αντίστοιχο κεφάλαιο για τους Μανιάτες της Αθήνας.

Κριτική στους Μανιάτες πολιτικούς που κυβέρνησαν επί μακρόν τον τόπο μετά το 1949. Αυτούς τους πολιτικούς οι αντίπαλοι τους κατηγορούσαν ότι οι ενέργειές τους ήταν ρουσφετολογικές και ψηφοθηρικές, ότι δεν γίνονταν στη βάση ενός προγράμματος [βραχύχρονου ή μακρόχρονου] αλλά τα έργα που έκαναν  ήταν ασύνδετα μεταξύ τους, αποσπασματικά και απέβλεπαν στις εντυπώσεις, στην ψηφοθηρία και στην ικανοποίηση ‘’ημετέρων’’.

Μέγα [μέγιστο] σφάλμα των πολιτικών -γιατί για στοχευμένη πολιτική πρόκειται- ήταν το ότι δεν απέτρεψαν -και δεν προσπάθησαν να αποτρέψουν- τη μετανάστευση προς Αθήνα, άλλες πόλεις και το εξωτερικό. Βέβαια χρειαζόταν, στα χωριά, ήρεμο πολιτικό κλίμα, δηλαδή να μην υπάρχει τρομοκρατία, φόβος, ανελευθερία -οι μισοί Έλληνες [δεξιοί] να κυνηγούν τους άλλους μισούς [αριστερούς] αντί να επιδιωχθεί εθνική συμφιλίωση- και, φυσικά, έπρεπε να γίνουν και αναπτυξιακά έργα με πρόγραμμα. Αντί τα εργοστάσια να γίνουν στην Αθήνα και τριγύρω, έπρεπε να γίνουν στην επαρχία και τα δάνεια, που δίνονταν, να χρησιμοποιούνται για επενδύσεις στην επαρχία και να μη μετατρέπονται σε λίρες και να διοχετεύονται στην Ελβετία]. Έπρεπε να εκσυγχρονιστεί η γεωργία [μηχανήματα, λιπάσματα, φάρμακα, αρδεύσεις, επιμόρφωση αγροτών από τους γεωπόνους κλπ]. [Η καπνοβιομηχανία στην Καλαμάτα έκλεισε, η ποτοποιεία στη Σπάρτη έκλεισε, οι Ιταλοί αγόραζαν [-ουν;] το Ελληνικό λάδι χύμα σε χαμηλή τιμή, το τυποποιούν [εμφιαλώνουν] και το πωλούν σε υψηλή. Αυτά είναι μόνον θέματα των ιδιωτών; Η πολιτεία μένει αδιάφορη στην ερήμωση της υπαίθρου;

Όμως οι πολιτευτές, ο νομάρχης, ιδία μετά το 1949, μπορούσαν να προσφέρουν πολλά στη φτωχή Μάνη και στους αγράμματους κατοίκους της. Στις περιοδείες τους υμνούσαν τα έργα της κυβέρνησή τους και κατακεραύνωναν τους αντιπάλους τους στο κυνήγι της ψήφου.

Τι έπρεπε να κάνουν;

Βεβαίως, πρώτα-πρώτα, δεν έπρεπε να κάνουν ρουσφέτια γιατί, πέραν του ότι παρανομούσαν, καταργούσαν την ισότητα των πολιτών, κατέστρεφαν και τις δημόσιες υπηρεσίες [για τους εξυπηρετούμενους πολίτες], καθώς τις επάνδρωναν με ακατάλληλους προς ζημία της χώρας. [Οι θιασώτες του πελατειακού συστήματος αντέτειναν ότι ‘’πρέπει να βρει δουλειά ο κόσμος, να μην πεινάει’’. Ναι αλλά όχι με ρουσφέτια].

Έπρεπε όμως να γίνονται οι πολιτικοί στις περιοδείες τους και δάσκαλοι των χωρικών. Με το κύρος που διέθεταν, τότε, μπορούσαν να προσφέρουν πολλά στην ανάπτυξη της Μάνης. Είχαν διαβεί πολλά μέρη, είχαν εμπειρίες και ίσως κάποιες ιδέες, θα μπορούσαν να κάνουν προτάσεις υπέρ του γενικού συμφέροντος του χωριού και να εισακουσθούν. [Πχ ‘’φέρτε το νερό με σωλήνες από τη βρύση που είναι πάνω και μακριά από το χωριό, σε κεντρικά σημεία του χωριού σας’’, ‘’παραχωρείστε λίγο από τα βράχια του χωραφιού σας για να ανοιχθεί δρόμος’’, ‘’όχι γδικιωμοί’’, ‘’στείλτε και τα κορίτσια στο σχολείο’’, ‘’δουλέψτε και εσείς, όχι μόνον οι γυναίκες σας’’, ‘’φυτέψτε ελιές’’, ‘’φτιάξτε ορνιθοτροφεία, ασχοληθείτε με τη μελισσοκομία, μην κάθεστε μέρα-νύχτα στα καφενεία’’ και άλλα. Κατηγορούνταν ότι έκαναν ‘’εξυπηρετήσεις’’.

Το ατυχές για τη Μάνη είναι ότι πολλοί από αυτούς που καθόρισαν την πορεία της με τον ένα ή άλλο τρόπο [πολύ ή λίγο] και από όποια θέση [υπουργού, βουλευτή, νομάρχη, δημάρχου, προέδρου κοινότητας ή συμβούλου, διοικητή, προέδρου δημόσιου οργανισμού και επιχείρησης, ανώτερου δημόσιου υπαλλήλου του ευρύτερου δημοσίου τομέα] δεν μπορούν, φρονώ, να ισχυρισθούν  ότι προσέφεραν σημαντικές υπηρεσίες στον τόπο. Φταίνε βέβαια και οι πολίτες, που τους ψήφιζαν ή χειροκρότησαν κλπ [για ρουσφέτια] και φυσικά οι διανοούμενοι και οι υγιείς δυνάμεις του τόπου που σιώπησαν.

‘’Από την άλλη’’ υπήρξαν και αξιόλογοι πολιτικοί και δήμαρχοι ή πρόεδροι κοινοτήτων κλπ, που ήθελαν να προσφέρον και προσπάθησαν να προσφέρουν. Το ατύχημα ήταν ότι ήταν λίγοι και βρήκαν πολλά εμπόδια από αντιδραστικές δυνάμεις και οργανωμένα συμφέροντα που πολλές φορές δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν. 

Μανιάτες ευεργέτες. Ένας καθηγητής [Χρήστος Πετάκος], με την ευκαιρία της απονομής των βραβείων Παύλου Κουράκου-Μαυρομιχάλη, στο γυμνάσιο Αρεοπόλεως, το 1964, είχε πει για μερικούς από τους ξενιτεμένους Μανιάτες, ‘’Μακριά από τα ιερά χώματα της πατρίδας, ένιωσαν στα φυλλοκάρδια, της άγιας πέτρας το βάρος και έγειραν από το ψήλος τους να ρίξουν τη στοργική ματιά τους πάνω κι από το φτωχό σχολείο μας… Κι έχει ανάγκη ετούτος ο ξερότοπος … από τις ματιές των ξενιτεμένων του παιδιών’’. Και προέτρεψε τους μαθητές, ‘’ Μαθητές και μαθήτριες της Μάνης, όσο ψηλά κι αν φτάσετε, όπου μακριά κι αν βρεθείτε μην αλαφρώσει στα φυλλοκάρδια σας η πέτρα της αγάπης για τη μικρή πατρίδα, για το φτωχό σχολείο μας’’. [ΜΑΝΗ, αριθμός φύλλου 24 της 1ης Απριλίου 1965]. Μερικοί μαθητές το ενστερνίστηκαν.

Σε αρκετά χωριά υπήρξαν κάποιοι, λιγοστοί βεβαίως, μόνιμοι κάτοικοι ή [περισσότερο] ξενιτεμένοι, που βοήθησαν, λίγο ή πολύ, το χωριό τους. Ήταν ‘’μικροί’’ ευεργέτες. Στις σχολικές γιορτές [του δημοτικού] παρά τη φτώχεια τους, έβαζαν λαχνούς για να φτιάξουν σχολική βιβλιοθήκη, να καλύψουν κάποιες ανάγκες του σχολείου αλλά και να επισκευάσουν εκκλησίες ή να ανεγείρουν μνημεία ‘’των υπέρ πατρίδος πεσόντων’’. Μερικοί [γιατί άλλοι έφερναν πολλά εμπόδια] έδωσαν μέρος από τα χωράφια τους για να ανοιχθούν δρόμοι και σχεδόν όλο το χωριό δούλευε και με προσωπική εργασία για τη διάνοιξη των δρόμων.

Ο Πέτρος Κουράκος-Μαυρομιχάλης [β.δ. 176/25-8-1959 και β.δ. 386/1965 ΦΕΚ 91 Α, 27-5-1965] και η Ρέα σύζυγος του Γιώργου Τσιμπιδάρου–Φτέρη [εφ. ΤΟ ΒΗΜΑ της 10-11-1968 και εφ. ΜΑΝΗ φ. 75 της 31-10-1969] χορήγησαν βραβεία στους μαθητές του γυμνασίου Αρεοπόλεως. Ο Γεράσιμος Καψάλης δώρισε τα βιβλία του και έτσι έγινε η δημοτική βιβλιοθήκη Γυθείου [εγκαίνιά στις 15- 1-1961, βλ. Ο φάρος της Λακωνίας, φ. 164/1-3-1961, και Λακωνικαί Σπουδαί, τ. 6, 1982, σελ. 521] και προσέφερε πολλά στο χωριό του. Ο σύλλογος των Απανταχού Καστανιωτών, που ιδρύθηκε το 1964, χορηγούσε χρηματικά βραβεία στους μαθητές του χωριού του, που διακρίνονταν για τη φιλομάθειά τους στο τοπικό δημοτικό και στο γυμνάσιο Γυθείου. Επίσης με χρήματα του Γεράσιμου Καψάλη ανεγέρθηκε μνημείο, δώδεκα μέτρων αψίδα, στην Καστάνια [ΜΑΝΗ, φ. 75/31-10-1969]. Η σύζυγος του Φτέρη, στη μνήμη του συζύγου της, δώρισε τη βιβλιοθήκη του που απετέλεσε τη βάση της δημόσιας βιβλιοθήκης Αρεοπόλεως [υπ’ αρ. 10767/7-10-1972, ΦΕΚ 859 Β, 19-10-1972, κοινή απόφαση των υπουργών προγραμματισμού και κυβερνητικής πολιτικής, οικονομικών και πολιτισμού και επιστημών]. Άλλοι έδωσαν υποτροφίες σε φοιτητές, άλλοι άφησαν κληροδοτήματα.  

Οι περισσότεροι ανδριάντες και προτομές Μανιατών, που υπάρχουν σήμερα στους Μανιάτικους οικισμούς αλλά και σε περιοχές της Αθήνας, έγιναν με δωρεές. Ιδιαίτερη ήταν η συμμετοχή των αποδήμων με τους συλλόγους τους στην Αθήνα και ακόμη μεγαλύτερη των ομογενών μας στην Αμερική και Αυστραλία.

Και άλλοι απόδημοι ‘’επώνυμοι’’ Μανιάτες και μερικοί πεπαιδευμένοι και οι σύλλογοι και κάποιοι υπάλληλοι σε δημόσιες υπηρεσίες [πολεοδομία, αρχαιολογία, δασαρχείο κλπ] στα πλαίσια των καθηκόντων τους, ενήργησαν για έργα στη Μάνη. Η Γεωργική υπηρεσία και το δασαρχείο Γυθείου λχ μερίμνησαν για τη διάνοιξη αγροτικών δρόμων σε διάφορα χωριά της Μάνης. Για την πολεοδομία και την αρχαιολογική υπηρεσία έγινε λόγος ως προς την προσπάθειά τους να διαφυλάξουν την πολιτιστική κληρονομιά και τον παραδοσιακό χαρακτήρα των οικισμών.

[‘’Από την άλλη’’ υπήρξαν και άλλοι που δεν ήθελαν να προσφέρουν ‘’ούτε του αγγέλου τους νερό’’, όπως έχει σημειωθεί].

Βασιλοφροσύνη. Βασιλικοί οι Μανιάτες αλλά έπρεπε και να φαίνονται [για να έχουν και ανταμοιβή]. Σε σπίτια, καταστήματα και υπηρεσίες, υπήρχαν επιγραφές, ΖΗΤΩ ΤΟ ΕΘΝΟΣ, ΖΗΤΩ Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ, ΖΗΤΩ Ο ΣΤΡΑΤΟΣ, ΖΗΤΩ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΗ αλλά και φωτογραφίες της Αυτού Μεγαλειότητας του βασιλιά Παύλου [ο άναξ], της Αυτής Μεγαλειότητας της βασιλίσσης Φρειδερίκης και της Αυτού Υψηλότητας του διαδόχου Κωνσταντίνου, για τους οποίους στα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα λέγαμε,   

’Ζήτω του βασιλέως μας της Φρειδερίκης της ωραίας μας,

ζήτω του διαδόχου, του μεγάλου μας ανθρώπου.

Να μεγαλώσει με χαρά, να πάει στην Αγιά-Σοφία

και ‘κει να μεταλάβει, με τους Τούρκους να τα βάλει’’.

Στις 13 Δεκεμβρίου 1967 κίνησε ο Κωνσταντίνος για την Καβάλα να τα βάλει με τους συνταγματάρχες της δικτατορίας, που υποτίθεται ότι διέταζε και, τελικά, κατέληξε στη Ρώμη. Σκέψου, αναγνώστη, να πήγαινε στην Κωνσταντινούπολη για  να τα βάλει με τους Τούρκους…

Όπως γράφει, περί το 1958[;] ο Πάτρικ Λη Φέρμορ [στο έργο του, ΜΑΝΗ],‘’ανορθόγραφες επιγραφές με τρεκλιστά μαύρα γράμματα πάνω στον ασβέστη [σσ του μαγαζιού] φώναζαν, ‘’Ζήτω ο βασιλεύς’’. Μια άλλη επιγραφή έλεγε, ‘’Ζήτω η αιωνία Ελλάς’’ και μια τρίτη, ‘’Θάνατος στους προδότες’’, εννοώντας, προφανώς, τους κομμουνιστές.

Η βασιλοφροσύνη των Μανιατών είναι συνέπεια του συντηρητισμού, του ολιγαρχικού πνεύματος που είχε καλλιεργηθεί από παλιά και της προσκόλλησης στον αρχηγό και φυσικά στον ισχυρό, τρεφόταν δε και με το ρουσφέτι από τον ισχυρό για μια θέση και περιβαλλόταν με τον μανδύα του πατριωτισμού και της εθνικοφροσύνης. ‘’Ελιά, ελιά και Κώτσο βασιλιά’’. [Όμως μια μοιρολογίστρα, όταν σκοτώθηκε το παιδί της στον πόλεμο, δεν δίστασε στο αποκορύφωμα της θλίψης της να πει,

’Κατάρα να ’χει η αυλή κι ας ήμουνα βασιλική.

Κατάρα να  ’χει ο βασιλιάς οπού δεν έχει άλλη δουλειά,

να υπογράφει τα χαρτιά, ο κόσμος για να πολεμά

και να σκοτώνουν τα παιδιά’’].

Στο δημοψήφισμα για τη βασιλεία [8-12-1974] στη Λακωνία υπέρ της βασιλείας ψήφισε το 59,52 ο/ο [το μεγαλύτερο σε όλη την Ελλάδα] και στη Μεσσηνία το  49,24 ο/ο. Στη Μάνη το ποσοστό ήταν αρκετά μεγαλύτερο. Ενδεικτικά σε μερικά χωριά της Έξω [Μεσσηνιακής] Μάνης ψήφισαν,

                βασιλεία δημοκρατία                  βασιλεία   δημοκρατία

Νομιτσί      93            31               Πλάτσα    136             84

Αβία        156            80                Βέργα      226          153

Δολοί      225             86               Κάμπος     332         127

[Εφ. ΘΑΡΡΟΣ Μεσσηνίας]. Στη Μέσα Μάνη το ποσοστό υπέρ του βασιλιά ήταν ακόμη μεγαλύτερο.

Στης Μάνης μας τα άγρια βουνά, η φτώχεια κι αν θεριεύει,

εμείς, ο Κωσταντίνος μας, θέλομε βασιλεύει.

Βασιλικές επισκέψεις. Από την εποχή του Όθωνα τη Μάνη επισκέπτονταν πολλές φορές οι βασιλιάδες. Ήταν σαν στο σπίτι τους. Οι τοπικοί παράγοντες χτυπούσαν τις καμπάνες, συγκεντρώνονταν τα σχολεία και όλος ο κόσμος και όποιος απουσίαζε εθεωρείτο εχθρός της πατρίδας και  ‘’εξασφάλιζε φάκελο’’. Για μια επίσκεψη του βασιλιά Παύλου και της Φρειδερίκης στη Μάνη βλ. Ο φάρος της Λακωνίας, φ. 75/10-1-1957. Ο γιός τους, Κωνσταντίνος, επισκέφθηκε τη Μάνη, αφού είχε εκπέσει του θρόνου. Και τα παιδιά του, όταν ήρθαν [2025], έτυχαν θερμής υποδοχής. [Μερικοί ‘’ψήλωσαν’’ πολύ σαν τα είδαν].

Ιστορίες της ρούγας. 1. Πριν το 1960 σε επίσκεψη του βασιλικού ζεύγους [Παύλου και Φρειδερίκης] σε κεφαλοχώρι της Μάνης ο ενωματάρχης, διοικητής του τοπικού υποσταθμού χωροφυλακής, με την παρότρυνση του προέδρου και του ομαδάρχη των ΤΕΑ, διέταξε οι χωριανοί να φέρουν από τα σπίτια τους και να στρώσουν με κουβέρτες, πατανίες, βελέντζες κλπ τον δρόμο, από το σημείο που θα κατέβαινε από το αυτοκίνητο  το ζεύγος, ως τον χώρο της επίσημης υποδοχής, όπου και θα εκφωνούνταν οι σχετικοί λόγοι.

Οι βασιλείς δεν έπρεπε να πατήσουν στο χώμα -δεν ήταν κοινοί θνητοί- αλλά και να μην ιδούν τα χάλια των κοινοτικών δρόμων.  Έτσι και έγινε και καθώς η Φρειδερίκη, καμαρωτή-καμαρωτή, δίπλα στον Παύλο, πατούσε πάνω σε μια κόκκινη κουβέρτα, στραβοπάτησε γιατί δεν φαινόταν η λακκούβα, που σκεπαζόταν από την κουβέρτα. Ένιωσε πόνο αλλά δεν έπαθε κάταγμα ούτε ‘’στραμπούλιξε’’ το πόδι. Της προσφέρθηκαν αμέσως βοήθειες, της έφεραν καρέκλα να καθίσει και μετά από λίγο συνέχισε να περπατά κανονικά. Όμως η κουβέρτα ήταν κόκκινη, δηλαδή κομμουνιστική και μάλιστα κάλυπτε μια λακκούβα, δηλαδή παγίδα. Ήταν εμφανές, κατά τους εθνικόφρονες παράγοντες του χωριού, ότι επρόκειτο για ‘’κομμουνιστικό δάκτυλο’’. Κατά συνέπεια έπρεπε να ανευρεθεί ο ‘’πράκτορας της Μόσχας’’ και να εξορισθεί σε κάποιο ξερονήσι. Άρχισαν ανακρίσεις, μόλις έφυγαν οι βασιλείς, αλλά κανένας δεν ομολογούσε ότι η κουβέρτα είναι δική του από τον φόβο, βεβαίως, και ενώ οι χωριανοί, μετά την αναχώρηση του βασιλικού ζεύγους, πήραν πάλι τα κλινοσκεπάσματα που είχαν φέρει, την κόκκινη κουβέρτα δεν την αναζήτησε κανένας. Ο ενωματάρχης την άπλωσε δίπλα στον σταθμό της χωροφυλακής και έδωσε εντολή στους χωροφύλακες να προσέχουν ποιος θα πήγαινε να την πάρει και αμέσως να τον συλλάβουν. Όμως, αφού για μέρες  κανένας δεν πήγαινε να την πάρει και με το κόκκινο χρώμα της η κουβέρτα, που ανέμιζε στον αέρα σαν επαναστατικό λάβαρο, αποτελούσε, στην πλατεία του χωριού, ‘’κόκκινο πανί’’ για τους ‘’ταύρους της εθνικοφροσύνης’’, καθώς θύμιζε την κομμουνιστική σημαία, διέταξε να την κάψουν και στον φάκελο της ανάκρισης έγραψε ότι ‘’ο δράστης παραμένει άγνωστος αλλά θα ανευρεθεί’’. Τη λακκούβα και τις άλλες λακκούβες του δρόμου δεν σκέφθηκε κανένας να καλύψει…

2. Όταν πέθανε ο βασιλιάς Παύλος, Μάρτιος 1964, -καταθέτω την μαρτυρία μου- στον Ταξιάρχη της Αρεόπολης μαζεύτηκαν οι κάτοικοι και πήγαμε ‘’με τη γραμμή’’ οι μαθητές του γυμνασίου ‘’για να δεηθούμε υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του’’.  Ο πρόεδρος της κοινότητας κάλεσε και μοιρολογίστρες να θρηνήσουν τον βασιλιά, οι οποίες έκλαιγαν γοερά, τραβούσαν τα μακριά μαλλιά τους, στηθοχτυπιούνταν και συναγωνίζονταν πια θα πει το καλλίτερο μοιρολόι. [Λέγεται ότι, όταν πέθανε, Απρίλιος του 1947, ο Γεώργιος Β’, ο θάνατός του ανακοινώθηκε ακόμη και στα σχολεία και δόθηκε εντολή στους μαθητές να κλάψουν δυνατά. Εμάς, ευτυχώς, στον θάνατο του Παύλου, δεν μας έβαλαν να κλάψομε]. ‘’Χτυπάτε καμπάνες λυπητερά. Κλάψτε τον Παύλο, τον βασιλιά’’. 

         Δικτατορία. Αλλά η ΕΚ παρέμεινε μικρό διάστημα στην κυβέρνηση, τη διαδέχθηκε η κυβέρνηση των ‘’αποστατών’’ και στις 21 Απριλίου 1967 μια ομάδα επίορκων στρατιωτικών κατέλαβε την εξουσία και κατάργησε τα πολιτικά δικαιώματα και τις ατομικές ελευθερίες των πολιτών. [Για το πώς μάθαμε στην Αρεόπολη ότι έγινε δικτατορία το 1967 γράφω στην εργασία μου, Στη Νομική σχολή της Αθήνας, σελ. 3].

Το πολιτικό κλίμα επανήλθε, από το 1967 ως το 1974, στην περίοδο του εμφυλίου και των πρώτων μετεμφυλιακών χρόνων. Φόβος επικρατούσε στους αντίπαλους του καθεστώτος, σε μεγάλο μέρος του λαού. Η ελευθερία των ιδεών και του λόγου καταργήθηκαν. Η άλλη άποψη απαγορεύτηκε. Ανενόχλητος έμενε ο υπάκουος υπήκοος και ευνοούμενος έγινε όποιος υπερθεμάτιζε στην ιδεολογία του καθεστώτος.

Ο άκρατος εθνικισμός έγινε υποχρεωτική ιδεολογία και σε πολλούς, ‘’παντρεμένος’’ με τη φτώχεια, μακρόχρονη πληγή των Ελλήνων, δημιουργούσε ένα άκρως οπισθοδρομικό, σκοταδιστικό  κλίμα.

Αρκετούς, ένθερμους υποστηρικτές, αγωνιζόμενους μεταξύ τους για το ποιος είναι πλέον εθνικόφρων, θα εύρισκε η δικτατορία–ευνόητο είναι- και στη Μάνη.

‘’Ετούτη μας η κυβέρνηση αιώνια να μείνει’’.  

[Στα γεγονότα λχ του Πολυτεχνείου, Νοέμβρης 1973 [ήμουν ‘’επί πτυχίω’’ φοιτητής] μερικοί Μανιάτες ήθελαν ‘’να ξαναπάρουν το σπαθί τους’’ κατά των αντιστασιακών και φώναζαν στα χωριά, ‘’σκοτώστε τα κ…παιδα’’, αντί να πουν, ‘’αν γλιτώσει το παιδί υπάρχει ελπίδα’’].

Και ενώ από τη δικτατορία δεν επιτρέπονταν αρχαιρεσίες στους συλλόγους, μερικοί Μανιάτικοι σύλλογοι έκαναν εκλογές [εφ. ΜΑΝΗ φ. 54/10-11-1967 και φ. 71/31-5-1969]. Δεν τους ‘’έπιανε’’ ο νόμος ή δεν ήταν κίνδυνος για το στρατιωτικό καθεστώς; Αντιστασιακοί δεν ήταν.

Στις 15 Αυγούστου 1968 έγιναν στο Οίτυλο ‘’τα αποκαλυπτήρια μνημείου των σφαγιασθέντων υπό των κομμουνιστών εθνικοφρόνων Οιτυλιωτών’’, εφ. Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ [της Σπάρτης], αρ. φ. 289/25 Αυγ. 1968. [Κατά τον εμφύλιο στο Οίτυλο -και όχι μόνον εκεί- έγιναν ευρείας έκτασης φονικά πολιτικών αντιπάλων [βλ Δήμητρας Πέτρουλα, Που είναι η μάνα σου, μωρή;’’] αλλά και ‘’ξεκαθαρίσματα παλιών λογαριασμών’’ εκατέρωθεν.

Την ίδια περίοδο ‘’συνεκροτήθη ερανική επιτροπή δια την συγκέντρωσιν χρημάτων προς κατασκευήν ανδριάντος του αειμνήστου λοχαγού Παν. Κατσαρέα ο οποίος θα τοποθετηθή εις Γύθειον. Μέχρι σήμερον συνεκεντρώθησαν 100.000 περίπου. Ο έρανος συνεχίζεται’’ [εφ. Ο φάρος της Λακωνίας, αρ. φ. 326/28-10-1971]. Ο Κατσαρέας ήταν αρχηγός των ταγμάτων ασφαλείας στη Μάνη και τον σκότωσαν [20-3-1947] οι αντάρτες. [Κατ’ άλλους τον σκότωσαν ομοϊδεάτες του].

Στο ‘’δημοψήφισμα’’ της 29-9-1968 της δικτατορίας για το ‘’Σύνταγμα’’ που έφτιαξε, σε όλα τα χωριά το ΝΑΙ ήταν καθολικό ή είχε συντριπτική πλειοψηφία, ενώ το ΟΧΙ και τα άκυρα ήταν απειροελάχιστα, ικανά, πάντως, στοιχεία για να οδηγήσουν πολλούς σε περιπέτειες [βλ. Ο φάρος της Λακωνίας, φ. 285/30-9-1968, όπου σημειώνονται οι ψήφοι ανά χωριό]. Ενδεικτικά, στην Αρεόπολη ψήφισαν 599 και έλαβαν, ΝΑΙ 596, ΟΧΙ 1 και άκυρα 2. Στο Γύθειο ψήφισαν 3.488 και έλαβαν ΝΑΙ 3.242, ΟΧΙ 234 και άκυρα 12 [εφ. Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ [της Σπάρτης], αρ. φ. 294/6-10-1968]. Στα χωριά όλα ΝΑΙ.  

Βεβαίως η δικτατορία έτυχε θερμής υποδοχής εκ μέρους πολλών Μανιατών, όπως σημειώνεται παραπάνω, αλλά η αποχώρηση του βασιλιά στενοχώρησε μεν πολλούς αλλά οι περισσότεροι από αυτούς δεν δίστασαν να ταχθούν με τον ισχυρό, δηλαδή τους συνταγματάρχες, που συνέχισαν να κατέχουν την εξουσία.

Από τις κυβερνήσεις της δικτατορίας, ως υπουργοί, δεν μπορούσαν να απουσιάζουν οι Μανιάτες, Ευστάθιος Πουλαντζάς [Κοινωνικής Πρόνοιας], Λεωνίδας Ροζάκης [Δικαιοσύνης] στην πρώτη κυβέρνηση, μετά Δημήτριος Πουλέας [Εργασίας], Σπυρίδων Δημητράκος [υφυπουργός παιδείας], Κωνσταντίνος Παναγιωτάκος [υφυπουργός εξωτερικών] και Τζώρτζης Τζωρτζάκης [Γεωργίας], στην τελευταία [της χούντας Ιωαννίδη] οι δυο τελευταίοι. 

’Σάμπως δε θέλαμε και εμείς, να ναι Μανιάτης υπουργός,

              να ’χομε την υπόληψη όλοι μέσα στο σπίτι μας’’;

 Στην πρώτη κυβέρνηση των συνταγματαρχών ήταν εκτός των άλλων και ο από τον Πύργο Διρού καταγόμενος Ευστάθιος Πουλαντζάς, ο οποίος με κλιμάκιο υπουργών επισκέφθηκε στις 28 Μαΐου 1967 την Αρεόπολη. Στην εφ. ΜΑΝΗ, αρ. φ. 51/10-7-1967, για την επίσκεψη του με άλλους υπουργούς, σημειώνεται ότι, ‘’Η Ελένη Χρυσικάκη-Ρεσβάνη χαιρέτησε τους υπουργούς ως εξής,

‘’Με ωραιότατα γλυκά  και με υπέροχα άνθη,

με κρίνα, με τριαντάφυλλα, με άνθη παραδείσου,

έραναν τους υπουργούς, να τους καλωσορίσουν.

Εξοχώτατοι, καλώς ήρθατε, κι ας βάλατε και κόπο,

εσείς τον εκτιμήσατε της Μάνης μας τον τόπο.

Στον τόπο μας οι υπουργοί, ψηλώσαμε μια σπιθαμή,

τ’ είναι του κράτους μας η στολή και της Ελλάδος η τιμή.

Μα υπουργός ο Πουλαντζάς, ψήλωσε η Μάνη μια οργιά.

Χαίρεται ο κόσμος, ο ντουνιάς, κι όλα της Μάνης τα χωριά.

Όλοι να το εγκρίνομε και να τους ευχηθούμε,

‘’Αυτή μας τη κυβέρνηση μόνιμη να την δούμε’’.

Τα δημόσια και δημοτικά καταστήματα αλλά και πολλά σπίτια ήταν γεμάτα με μεγάλες  φωτογραφίες του δικτάτορα Παπαδόπουλου και επιγραφές, ΖΗΤΩ ΤΟ ΕΘΝΟΣ, ΖΗΤΩ Ο ΣΤΡΑΤΟΣ. ΖΗΤΩ Η 21 ΑΠΡΙ-ΛΙΟΥ 1967. Τεράστιες  επιγραφές για την 21η Απριλίου είχαν φτιάξει και με ασβεστωμένες πέτρες στα βουνά.

 

 

 

 Μετανάστευση. Η μετανάστευση ήταν μεγάλη πληγή για τη Μάνη από την εποχή της Τουρκοκρατίας. Οι λόγοι πολλοί [φτώχεια, άγονο έδαφος, υπερπληθυσμός, γδικιωμοί κλπ]. Μετά το 1945 οι μεν κεντρώοι και αριστεροί έφευγαν για πολιτικούς κυρίως λόγους, οι δε δεξιοί για οικονομικούς αλλά μετά το 1949.

 Οι περισσότεροι που έφυγαν ήταν νέοι, ‘’ανοιχτά μυαλά’’ και όσοι ήθελαν να δουλέψουν, να προκόψουν, αυτοί που αναζητούσαν ανοιχτούς ορίζοντες, δυνατότητες δημιουργίας και προόδου, που ήθελαν να απαλλαγούν από τον ασφυκτικό, κλειστό, συντηρητικό, κοινωνικό πλαίσιο με τις παραδοσιακές δεσμεύσεις και αντιλήψεις, που δεν επέτρεπε στα ελεύθερα πνεύματα να προχωρήσουν. Δεν ήταν δηλαδή μόνον η φτώχεια αλλά και το κοινωνικό περιβάλλον. Οι παραδόσεις, τα έθιμα, οι αντιλήψεις της κοινωνίας ήταν φραγμοί για τους νέους που επεδίωκαν την εξέλιξη, τη δημιουργία. Έτσι η Μάνη στερήθηκε τα πιο καλά μυαλά, αυτά που μπορούσαν να της προσφέρουν πολλά. Οι νέοι, πέραν του ότι δεν εύρισκαν εργασία στο χωριό, ονειρεύονταν, πλέον, και μια καλλίτερη ζωή στην πόλη και ιδία στην Αθήνα για την οποία είχαν πληροφορίες από συγχωριανούς τους, που την είχαν επισκεφθεί, ‘’και μετά το στρατιωτικό τους  δεν μπορούσε να τους συγκρατήσει κανείς’’. Ένας ακόμη λόγος μετανάστευσης για τους νέους [άνδρες και γυναίκες] ήταν και για να παντρευτούν γιατί στα χωριά τους δεν εύρισκαν σύντροφο.

Η μετανάστευση έπληξε όλες τις περιοχές της Μάνης περισσότερο και νωρίτερα την άγονη και πετρώδη νότια και βραδύτερα τη βόρεια ακόμη και την εύφορη ΒΑ. Η μετανάστευση δεν έγινε σε έναν ή δυο χρόνους αλλά είναι διαρκής [από παλιά όπως σημειώθηκε] και στις δεκαετίες του ’50, ’60 και ’70  είχε έντονο χαρακτήρα και συνεχίζεται ως σήμερα.                  

Μία εικόνα της μείωσης του πληθυσμού δίνει ο παρακάτω πίνακας απογραφών που καταχωρείται στην εφημερίδα ΜΑΝΗ [φ. 35 /1-3-1966].

                            Απογραφή   1951                   1961

Γύθειο                                     7.326                  6.385

Κότρωνας                                1.263                  1.062

Λάγεια                                        612                      471

Σκουτάρι                                    532                     442

Αρεόπολη                               1.217                    1.046

Οίτυλο                                     1.047                      860

Πολιάνα                                      391                      109

Μηλέα                                         618                      489

Καρβελάς                                    504                      407

[Σε πολλές οικογένειες έφευγε αρχικά ο πατέρας και μετά καιρό τα παιδιά με την μητέρα].

 

Απογραφές                        1940          1951         1961

Επαρχία   Γυθείου           15.390       13.385      11.738

                Οιτύλου           11.854         7.987         6.147    

[Σημείωση. Οι απογραφές δεν απεικονίζουν την πραγματικότητα καθώς πολλοί ‘’Αθηναίοι’’ πήγαιναν στα χωριά τους για να απογραφούν εκεί, όπως και να ψηφίσουν, ως έχει σημειωθεί].                

Το 1957 επισκέπτης στη Μάνη [ο Παναγιώτης Δρακουλινάκος] γράφει [Ο φάρος της Λακωνίας, φ. 94/12-10-1957, σ. 4], ‘’ Πέρασα από το ιστορικό Λιμένι με τα ετοιμόρροπα παλάτια των Μαυρομιχαλαίων και είδα τα σπίτια όλα κλειστά και σαν φαντάσματα τους επτά κατοίκους του και έκλαψε η ψυχή μου για την ερήμωση του. Πέρασα και από το τουριστικό Νέο Οίτυλο και παρά τα έργα εξωραϊσμού του και τις παιδικές κατασκηνώσει, ερημιά και φτώχεια. Οι λίγοι κάτοικοι του είναι έτοιμοι να φύγουν και αυτοί για την ξενιτιά’’.

Μια εικόνα της ερήμωσης στη Μάνη μας δίνει επισκέπτης [Σταύρος Κούκουρας] το 1959 στην εφημερίδα, Ο φάρος της Λακωνίας, φ. 142/9-2-1960, σελ. 1. ‘’Το Γύθειον έχασε ολότελα κάθε ικμάδα και κάθε ζωηρότητα. Ομοιάζει με πόλιν προσφάτως βομβαρδισθείσαν … Τα σπίτια και το μεγαλύτερο μέρος έχουν προ πολλών ετών να ιδούν επισκευή… Κατήφεια και μελαγχολία πλανάται εις την πόλιν.  Η διαρροή των κατοίκων συνεχίζεται… Η επίσκεψίς μου εις Γύθειον με εγέμισε θλίψιν και μελαγχολία.  Από το Γύθειον με σφιγμένην την καρδίαν από θλίψιν, εσυνέχισα το ταξείδιόν μου προς  Γερολιμένα… Δεν υπάρχει επαρχιακός δρόμος που να ευρίσκεται εις χειροτέραν κατάστασιν… Μένω με την εντύπωσιν ότι πορεύομαι εις περιοχήν απολιθωμένην. Παντού ερείπια… εγκληματική αδιαφορία και ερήμωσις… Η Μάνη ζει μόνον με το παρελθόν…. Παντού μαρασμός… Από Αρεοπόλεως  μέχρι Γερολιμένος νομίζει κανείς ότι διατρέχει ακατοίκητον περιοχήν… Όλοι φεύγουν… Χωριά ολόκληρα έχουν εγκαταλειφθεί… [Κι όμως μπορεί να αλλάξει η κατάστασις. Αλλά ποίος ενδιεφέρθη να διδάξη τους κατοίκους’’.

Το γυμνάσιο Αρεοπόλεως κινδύνευσε να κλείσει γύρω στα 1980 λόγω έλλειψης μαθητών και σε πολλά χωριά έκλεισαν τα δημοτικά σχολεία και τα λιγοστά παιδιά των χωριών και ξεμονιών συγκεντρώνονταν στα κεφαλοχώρια. Με το ν. δ. 100/ 1969, ΦΕΚ 25 Α/15-2-1969, έκλεισαν τα ειρηνοδικεία Αβίας, Λεύκτρου, Καρδαμύλης, Οιτύλου [Αρεόπολης] και Μελιτίνης. Τα τελευταία χρόνια έκλεισαν πολλά υποθηκοφυλάκεια λόγω των  κτηματολογικών γραφείων.

Ως τα 1965 [ή νωρίτερα[;] το κάθε χωριό είχε και τον παπά του. Μετά σαν πέθαιναν οι παλιοί παπάδες λίγοι επέλεγαν το ράσο και η μητρόπολη τους διόριζε στα μεγάλα χωριά, οπότε τα μικρά δεν είχαν λειτουργία την Κυριακή και για κηδείες κλπ η μητρόπολη έστελνε παπά από το Γύθειο. Τον επιτάφιο και κυρίως την ανάσταση, ο παπάς, εκτός από το χωριό του, την έκανε 2-3 φορές ακόμη, στη συνέχεια, στα γειτονικά.

Πολλά καφενεία έκλεισαν και στα μικρά χωριά οι λιγοστοί κάτοικοι μαζεύονταν στην πλατεία του χωριού και έκαναν ρούγα. Ελαιοτριβεία έκλεισαν και μπακάλικα και κουρεία και αλευρόμυλοι ή περιορίσθηκαν σε κεφαλοχώρια και επαγγελματίες δεν υπήρχαν και καμίνια για ασβέστη, κεραμίδια και κάρβουνα σταμάτησαν να ανάβουν.

Οι δρόμοι, οι αυλές των σπιτιών, τα μονοπάτια, τα χωράφια και οι ραχούλες δεν έσφυζαν πλέον από ζωή, άνθρωποι και ζώα δεν υπήρχαν όπως άλλοτε. Ελάχιστοι γάμοι και βαπτίσεις γίνονταν, σε αντίθεση με τις κηδείες και στα νεκροταφεία έβλεπες κάποια μαυροφορεμένη γριά να μοιρολογεί όχι μόνον τους πεθαμένους της αλλά και ‘’τη νέκρα’’ του χωριού της.   ‘’Εκεί που τον παλιό καιρό βροντάγανε ντουφέκια

           και βασιλεύανε χαρές κι ακούγονταν τραγούδια

           …[τώρα]… φαντάσματα γυμνά κι ανεμογεννημένα,

           περιπολεύουν στα τειχιά του έρημου του πύργου’’.    

Ένας Μανιάτης περπατούσε σε έρημο ξεμόνι και μοιρολογούσε,

‘’Στου κάτου κόσμου τα σκοτάδια, ω σκιές,

που ήσασταν του πάνου κόσμου ανθρώπινες μορφές,

τα βήματά μου τα μοναχικά, ακούστε τα για παρηγοριά’’.

Οδικό δίκτυο, πεζοπορία, μεταφορές και συγκοινωνία. Παλιά οι άνθρωποι της υπαίθρου περπατούσαν πολύ, στην δε ορεινή και πετρώδη Μάνη δεν ήταν εύκολο να καβαλούν τα ζώα, εκτός από τα βατά μονοπάτια. Όταν έβοσκαν τα γίδια υποχρεώνονταν να διασχίζουν βουνά και λαγκάδια κάθε μέρα γιατί τα γίδια δεν είναι πρόβατα ή αγελάδες και κινούνται συνεχώς.

Στα παζάρια, στα γειτονικά χωριά, στα χωράφια και στα βουνά πήγαιναν με τα πόδια [και όταν τέλειωσε πχ ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος  ήρθαν στη Μάνη με τα πόδια από την Πίνδο].

Οι μεταφορές γίνονταν με γαϊδούρια και μουλάρια όμως, λόγω των πολέμων με Ιταλούς, Γερμανούς και τον εμφύλιο, πολλά από τα ζώα σκοτώθηκαν καθώς τα χρησιμοποιούσαν οι εμπόλεμοι. Το κενό κλήθηκαν να καλύψουν οι γυναίκες, που και παλαιότερα σήκωναν τα φορτία [ζαλώνονταν] ως συμπληρωματικές των ζώων. [Κάρα, συρόμενα από ζώα,  για μεταφορές είχαν μερικοί σε πεδινές περιοχής της ΒΑ Μάνης].   

Ο αυτοκινητόδρομος, χωματόδρομος που ‘’ξεκίνησε’’ από το Γύθειο το 1880, έφθασε στην Αρεόπολη το 1924 και στον Πύργο λίγο πριν τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Δηλαδή το 1950 ένας δρόμος υπήρχε,  αυτός από Γύθειο ως Αρεόπολη και Πύργο. Η Καλαμάτα δεν συνδεόταν οδικώς με την Αρεόπολη και τα χωριά στη Μάνη, στην ανατολική και δυτική πλευρά του Ταϋγέτου [προσηλιακά κι αποσκερά] καθώς και στη ΒΑ Μάνη, αλλά και στον νότο εξυπηρετούνταν από τα παλιά μονοπάτια, όπως, επίσης, και  από τη θάλασσα λόγω της μεγάλης Μανιάτικης ακτογραμμής [βλ. παρακάτω].

Αφού όμως στεριανοί δρόμοι δεν υπήρχαν πήραν πρωτοβουλίες οι κάτοικοι λίγα χρόνια μετά τη λήξη του εμφυλίου.

Πολλές φορές, αγανακτισμένοι προς την Πολιτεία, ξεκινούσαν, ‘’με ορμή’’, τη διάνοιξη δρόμου με κασμάδες, αξίνες  και φτυάρια, από ίδια πρωτοβουλία και με σχέδια που έφτιαχναν επιτοπίως. Επίσης, όταν ‘’ακουγόταν’’ ότι σε κάποιο χωριό άρχισαν οι κάτοικοι μόνοι τους να ανοίγουν δρόμο, τότε και στα γειτονικά χωριά ‘’ξεσηκώνονταν’’ και έκαναν το ίδιο και στη συνέχεια ζητούσαν από τον βουλευτή χρήματα και μηχανήματα. Έτσι λχ ξεκίνησαν τον δρόμο το 1953 από Γερολιμένα προς Άλικα και από Λάγεια προς Άλικα [Ο φάρος της Λακωνίας, φ. 5/1-9-1953] καίτοι ο δρόμος από Πύργο Διρού ήταν, ακόμη, μακριά. Και οι του Κότρωνα το ίδιο έκαναν το 1953 για να φθάσουν  στα Ξιφαριάνικα Αρεόπολης. Στη συνέχεια το έργο αναλάμβανε ή χρηματοδοτούσε η νομαρχία ύστερα από παρεμβάσεις των βουλευτών που είχαν πιεσθεί από τους κατοίκους και έτσι έκαναν και οι ντόπιοι μερικά μεροκάματα [‘όπως και για άλλα έργα πχ κοπή φλόμων, τοποθέτηση στύλων για επέκταση δικτύου τηλεφώνων, ηλεκτρισμού, εγκατάσταση σωλήνων ύδρευσης, επέκτασης λιμανιών, εργασίες στα σπήλαια Διρού] .

Στη δεκαετία 1956-1966 πολλοί δρόμοι ανοίχθηκαν όχι μόνον κεντρικοί, βασικοί, Αρεόπολης-Κότρωνα-Κοκκάλας, Αρεόπολης-Γερολιμένα, Καλαμάτας-Αρεόπολης αλλά και δευτερεύοντες, δηλαδή προς τα μικρά χωριά που ήταν μακριά από τον κεντρικό δρόμο, κάθετοι ως προς αυτόν, στη νότια και Έξω Μάνη αλλά και στα Μαλευροχώρια [Καρβελά, Σκαμνάκι, Πάνιτσα και άλλα της εύφορης ΒΑ Μάνης].

Και στα μεν πεδινά, όπου υπήρχε χώμα, οι εργασίες με τη σκαπάνη, τον κασμά και το φτυάρι ήταν σχετικά εύκολες, στα πετρώδη όμως -και η Μάνη γεμάτη πέτρες είναι- η δουλειά ήταν δύσκολη και αδύνατη με τα χέρια και χρειάζονταν μηχανήματα [κρουστικά,  προωθητικά]. Η δουλειά ήταν επίπονη, υπήρχαν ριζωμένες, σκληρές πέτρες και βράχια, υπήρχαν ρεματιές όπου έπρεπε να γίνουν γεφύρια και δεν υπήρχαν μηχανήματα, παρά μόνον κάτι ‘’κομπρεσέρ’’ τροφοδοτούμενα από τρακτέρ. Δούλευαν με τα χέρια οι κάτοικοι αλλά και με φουρνέλα και δυναμίτη.

Τα εγκαίνια του δρόμου Αρεόπολης-Κότρωνα–Φλομοχώρι έγιναν την Κυριακή 22-12-1957 [Ο φάρος της Λακωνίας, φ. 96-97/25 Δεκεμβρίου 1957] αλλά ο δρόμος δεν είχε ολοκληρωθεί [Ο φάρος της Λακωνίας, φ. 28/11-5-1957, σελ. 5 και 6 και φ. 96-97, σ. 4, 12η Ιουνίου 1957]. 

Για τη νοτιανατολική Μάνη η διάνοιξη συνεχίσθηκε το 1955 από Ξιφαριάνικα Αρεόπολης προς Κότρωνα και τον ίδιο χρόνο για Δυτική Μάνη από Πύργο προς Γερολιμένα. Από εκεί προς Άλικα  ανοιγόταν κατά Μάιο του 1957 [Ο φάρος της Λακωνίας , φ. 82-82 σελ. 3].

Νότια ξεκίνησε [1966] ο περιφερειακός δρόμος Κοκκάλας-Λάγειας-Πορτοκάγιο-Βάθειας-Άλικα [εφ. ΜΑΝΗ, φ. 37/1-5-1966 και φ. 42/5-10-1966], ο δρόμος Κοκκάλας-Λάγειας περατώθηκε το 1968 [Ο φάρος της Λακωνίας, φ. 284/30-8-1968] και στο τέλος του 1970 το λεωφορείο τερμάτιζε στην Κοκκάλα. Για τον ίδιο δρόμο βλ. Ο φάρος της Λακωνίας, φ. 287/26-11-1968 και φ. 334/30-6-1972.

Εμπόδια, εκτός από τα βράχια, είχαν και μερικούς Μανιάτες-συγχωριανούς που δεν ήθελαν να περάσει ο δρόμος από το χωράφι τους αλλά από του γείτονα και έβαζαν και ‘’μέσον’’ για αυτόν τον σκοπό. Στη διάνοιξη των δρόμων συμμετείχε και η ΜΟΜΑ [Μικτές Ομάδες Μηχανημάτων Ανασυγκροτήσεως], τεχνική υπηρεσία στρατού, και η παρουσία του στρατού απέτρεπε μερικούς κακόβουλους ιδιοκτήτες από το να εμποδίσουν εργασίες στα χωράφια τους, αν και είχαν αποζημιωθεί.

Στον Γερολιμένα ο δρόμος έφθασε το 1961 [βλ. π. ΗΩΣ  σελ. 238]. [Τότε στη Βάθεια  ζούσαν 5 οικογένειες, οι άλλες είχαν φύγει για Πειραιά και Αμερική.

Μια Αμερικανίδα περιηγήτρια γράφει [περιοδικό ΗΩΣ [Λακωνία, Ένα ταξίδι στη Μάνη το 1961 αρ. φ. 66-70, 1963, σε. 233-238] ότι δυο ώρες έκανε το λεωφορείο από Γύθειο ως  Αρεόπολη. Και συνεχίζει ότι από Πύργο ‘’ξεκινήσαμε προς νότο με τα πόδια. Κανένα αυτοκίνητο δεν πέρασε όλη την ημέρα και γι’ αυτό περπατούσαμε σχεδόν όλο το μήκος της Μέσα Μάνης’’. [Πορεία το 1961 από Πύργο ως Γερολιμένα]. Ας σημειωθεί ότι στους χωματόδρομους με τις λακκούβες και τις πέτρες το αυτοκίνητο, λεωφορείο, τρακτέρ, φορτηγό, είχε ταχύτητα πεζοπόρου. Έλεγε χαρακτηριστικά αγανακτισμένος Μανιάτης ότι όσο έκανε το λεωφορείο να φθάσει από την Αθήνα στη Σπάρτη, άλλο τόσο έκανε για να φθάσει από αυτήν ως την Αρεόπολη. Και άλλος ότι όσο κάνει από την Αθήνα ως το Γύθειο άλλο τόσο κάνει και από αυτό ως τον Γερολιμένα.

Γι’ αυτό και στους μεγάλους δρόμους, που περνούσαν πολλοί δια-βάτες, υπήρχαν καταλύματα [πανδοχεία, χάνια], για την εξυπηρέτηση των ταξιδιωτών και των ζώων τους. [Περιώνυμα ήταν τα χάνια της Κουτουμού [Αιγιές] στη ΒΑ Μάνη και πιο πάνω προς Σπάρτη της Τάραψας [Βασιλάκιο] για όσους πήγαιναν, πεζοπόροι, στα μεγάλα παζάρια του Μυστρά και της Τεγέας.

Η λεωφορειακή σύνδεση Καλαμάτας-Αρεόπολης έγινε το 1965, όταν αποπερατώθηκε ο δρόμος [εφ. ΜΑΝΗ, φ. 22, 1η Φεβρουαρίου 1965, σελ. 4]. Τα εγκαίνια του δρόμου Καλαμάτας-Οιτύλου έγιναν το 1960 [Ο φάρος της Λακωνίας, φ. 158/21-11-1960] αν και δεν είχε ολοκληρωθεί [Ο φάρος της Λακωνίας, φ. 163/10-2-1961]. Για την κατασκευή του δρόμου Καρδαμύλης-Αρεόπολης, βλ. ΦΕΚ 50 Α/18-3-1959, β, δ, της 27-2-1959]. Για το Οίτυλο ο δρόμος ανοίχθηκε το 1956 από Αρεόπολη.

Και από το Γύθειο ανοίχθηκε δρόμος προς το Έλος αλλά η λεωφορειακή σύνδεση απέτυχε γιατί δεν είχε επιβάτες και κρίθηκε ασύμφορη. Επί μέρους λεωφορειακές γραμμές δρομολογήθηκαν, αργότερα, για τους μαθητές των σχολείων του Γυθείου από την ΒΑ Μάνη αλλά και για άλλα χωριά κατά τις ημέρες των λαϊκών αγορών στα κεφαλοχώρια ή όπου κρίθηκε αναγκαίο.

Τελικά, πριν το 2000, ο δρόμος, ‘’ως ταπεινός προσκυνητής’’, έφθασε στον ναό του Ποσειδώνα, στο Ταίναρο, και είχε ολοκληρωθεί, από χρόνια, ο γύρος της Μάνης, Λάγεια-Άλικα, με δρόμο από προσηλιακά και αποσκερά. Και όπου έφθανε ο κεντρικός δρόμος, έφθανε, στη συνέχεια, και το λεωφορείο της συγκοινωνίας. [Και στον σταθμό του λεωφορείου, όπως και στο κάθε λιμάνι, όταν θα ερχόταν το λεωφορείο ή το καράβι, περίμεναν πολλοί για να ιδούν ποιος φεύγει και ποιος έρχεται και να μάθουν τα νέα από ‘’τον έξω κόσμο’’].

Με τους στεριανούς δρόμους ατόνησαν οι θαλάσσιοι και οι συγκοινωνίες και οι μεταφορές γίνονταν, πλέον, από τους αυτοκινητόδρομους, έστω και αν ήταν χωματόδρομοι. [Η δεξαμενή του Λιμενιού αποφασίσθηκε να γίνει το 1961 για τον ανεφοδιασμό των καϊκιών βλ. Ο φάρος της Λακωνίας, φ. 161/16-2-1961, σελ. 1]. Ο δρόμος Γυθείου-Αρεοπόλεως-Διρού ασφαλτοστρώθηκαν το 1970, για τα σπήλαια Διρού, οι άλλοι δρόμοι, κύριοι και δευτερεύοντες, αρκετά αργότερα . 

Ιστορίες της ρούγας. Η διάνοιξη δρόμου ως το [κάθε] χωριό και η άφιξη του πρώτου αυτοκινήτου σε αυτό ήταν σημαντικό γεγονός στην ιστορία του χωριού. Και πριν πήγαινε ο ταχυδρόμος με τα πόδια, ο ψαράς και ο μανάβης έβαζε την πραμάτειά του στα καλάθια, τα φόρτωνε στο γαϊδούρι και πήγαινε στο χωριό αλλά το αυτοκίνητο ανοίγει την κλειστή, απομονωμένη κοινωνία του χωριού και την φέρνει σε επικοινωνία με τον έξω κόσμο. Όχι αμέσως αλλά γίνονται τα πρώτα βήματα και η αμετακίνητη, για χρόνια, Μανιάτικη κοινωνία αρχίζει να λαμβάνει μηνύματα ‘’απέξω’’ και σιγά-σιγά αλλάζει…

Διηγούνται πολλά ευτράπελα για τους δρόμους και τα αυτοκίνητα.

1] Για κάποιο ξεμόνι, μετά τον Γερολιμένα,  που είχε απομείνει μια οικογένεια και μια γριά μονάχη, θα γινόταν διάνοιξη δρόμου. Ο δρόμος όμως έπρεπε να περάσει από το χωράφι της γριάς.  ‘’Έμ, δρόμο θα κάνεις το χωράφι μου, ρε’’; Η γριά δεν άφηνε να προχωρήσει το μηχάνημα και καθόταν εκεί όλη την ημέρα με τον γκρα απειλώντας όποιον επιχειρούσε να προχωρήσει. Μετά έναν χρόνο πέθανε η γριά, της έβαλαν τον γκρα στον τάφο της και ο δρόμος συνεχίσθηκε.

2] Στην πρώτη άφιξη αυτοκινήτου σε ένα χωριό -όνομα και μη χωριό- ο πρόεδρος σκέφθηκε να διοργανώσει γιορτή υποδοχής και κάλεσε όποιους ήθελαν να φέρουν δώρα. Ένας χωρικός πήγε έναν κουβά με νερό από τη στέρνα του και ένα δεμάτι ξερά χόρτα [σανό]  θεωρώντας ότι το αυτοκίνητο ως μεταφορικό μέσο θα ήταν κάτι σαν γαϊδούρι ή μουλάρι και αφού ερχόταν από μακριά θα είχε ανάγκη να φάει και να πιεί.

Σημείωση. 1. ‘’Επενδύσεις’’  στη Μάνη μετά το 1949 έκανε μόνο το κράτος με δημόσια έργα [δρόμους, ύδρευση, εξηλεκτρισμό κλπ] για την βελτίωση των όρων ζωής στην ύπαιθρο αλλά και για την στοιχειώδη οικονομική ανακούφιση των κατοίκων με μερικά μεροκάματα. Επενδύσεις από ιδιώτες, Μανιάτες, ντόπιους ή της διασποράς [κυρίως της Αθήνας] ή μη Μανιάτες θα γίνονταν αργότερα με την άνθηση του τουρισμού.

2. Οι Μανιάτες, και οι Λάκωνες ευρύτερα, ζητούσαν και σιδηροδρομική γραμμή από Τρίπολη προς Σπάρτη και Γύθειο αλλά το αίτημα δεν ικανοποιήθηκε.

Θαλάσσιοι δρόμοι. Η Μάνη ως χερσόνησος έχει μεγάλη ακτογραμμή και πολλά μικρά, φυσικά λιμάνια, χρήσιμα μεν παλαιότερα για την πειρατεία, κατόπιν δε για μεταφορές προσώπων και αγαθών. Μια μικρή, συνήθως, τσιμεντένια αποβάθρα επέτρεπε στα καΐκια και στις ψαρόβαρκες  να προσεγγίσουν στη στεριά και να εξυπηρετήσουν τους κατοίκους, όχι μόνον των παραθαλάσσιων χωριών αλλά και των ορεινών που άλλωστε δεν απείχαν και πολύ από το λιμάνι, εφόσον ήθελαν να πληρώσουν εισιτήριο για να ταξιδέψουν και δεν επέλεγαν την πεζοπορία.

Καθώς οι περισσότεροι στεριανοί δρόμοι ανοίχθηκαν μετά το 1955-60 η θάλασσα εξυπηρετούσε σε σημαντικό βαθμό τους κατοίκους τόσο τοπικά όσο και για Καλαμάτα, Γύθειο και Πειραιά. [Ας θυμηθούμε πχ τη Μυρτιδιώτισσα]. Οι από τη θάλασσα μεταφορές περιορίσθηκαν όταν το οδικό δίκτυο ‘’απλώθηκε’’ σε όλη τη Μάνη, δηλαδή μάλλον μετά το 1970.

Όμως αν και βρέχεται  σε μεγάλη έκταση από τη θάλασσα και αρκετοί Μανιάτες ήταν, παλιά, πειρατές και ως σήμερα μερικοί είναι ψαράδες, παρά ταύτα η Μάνη δεν αναδείχθηκε σε ναυτική δύναμη, όπως η Ύδρα, το Γαλαξίδι κλπ. Μερικοί Μανιάτες ‘’μπάρκαραν’’ ως ναυτικοί και στον Πειραιά, λίγοι Μανιάτες, δραστηριοποιήθηκαν στη ναυτιλία και αναδείχθηκαν σε επιτυχημένους εφοπλιστές.  

Αξιοσημείωτο, τέλος, είναι ότι οι περισσότεροι Μανιάτες ως σχεδόν το 1975, όπως έχει σημειωθεί, δεν έμπαιναν στη θάλασσα για κολύμπι παρά μόνον στο Γύθειο, όπου υπήρχε πλαζ και στα παραθαλάσσια χωριά μερικοί νεαροί για να κάνουν ‘’ηρωισμούς’’. Στη θάλασσα οι Μανιάτες και κυρίως οι Μανιάτισσες μπήκαν, αφού είδαν τους τουρίστες να απολαμβάνουν τα γαλάζια νερά μας και τους ξενιτεμένους, όταν έρχονταν για διακοπές στη Μάνη.

Ενδεικτικό της έλλειψης δρόμων στη στεριά και της σημασίας των θαλάσσιων μεταφορών είναι και το γεγονός ότι το Ειρηνοδικείο Νεαπόλεως Βοιών, στη χερσόνησο του Μαλέα, πιο κάτω από τους Μολάους, δεν υπαγόταν στο Πρωτοδικείο Σπάρτης αλλά του Γυθείου, επειδή οι δικηγόροι του Γυθείου μπορούσαν να μεταβούν εκεί δια θαλάσσης σε αντίθεση με τους συναδέλφους τους της Σπάρτης οι οποίοι δεν μπορούσαν να μεταβούν στην Νεάπολη, καθώς δεν υπήρχε δρόμος.   

Γύθειο. Το Γύθειο, κτισμένο με πυκνή, νησιώτικη δόμηση στην ανατολική πλευρά του λόφου Λαρύσσιον [Ακούμαρος], είναι, πολύ πριν το τέλος του 19ου αιώνα, το μεγαλύτερο χωριό της Μάνης, η μόνη πόλη της. Μετά το 1950 αριθμούσε περί τις 7.000 κατοίκους, οι οποίοι, βεβαίως, προέρχονταν [παππούδες των παππούδων τους] από τα Μανιάτικα χωριά, μερικούς πρόσφυγες από την Μικρά Ασία, συν ελάχιστους Εβραίους. Ήταν δήμος,  έδρα της μητρόπολης, είχε δικαστήρια, φυλακές, υποθηκοφυλάκειο, στρατό, χωροφυλακή και δημόσιες υπηρεσίες, εξατάξιο γυμνάσιο, εμπορική σχολή, νοσοκομείο, μουσεία, λιμενικό ταμείο, ναυτιλιακό γραφείο, τράπεζες, ΔΕΗ, ΟΤΕ, πολλά καταστήματα, γεωργικό συνεταιρισμό, αρχαίο θέατρο, αρχαιολογικά ευρήματα, φιλαρμονική, προσκόπους, βιβλιοθήκη, ξενοδοχεία, κάμπινγκ, γήπεδο, ποδοσφαιρική ομάδα, τουριστικό αναψυκτήριο στο Περιβολάκι, πλαζ, βιοτεχνίες, βιβλιοπωλεία, ύδρευση από το 1927, ηλεκτροφωτισμό από το 1926.

Κάθε Παρασκευή γινόταν παζάρι [λαϊκή] και κάθε χρόνο, για με-ρες, στις 14 Σεπτεμβρίου, γινόταν πανηγύρι για εμπορία ζώων, αγροτικών προϊόντων και άλλων αγαθών, όπως έχει σημειωθεί. Ήταν εμπορικό και διαμετακομιστικό κέντρο για ζώα, λάδι, πορτοκάλια, σύκα, ρίγανη, βελανίδι, κηπευτικά και άλλα αγαθά..

Στο Γύθειο, εκτός από τους δημοσίους υπαλλήλους και τους εμπό-ρους, υπήρχαν και μερικοί μεγαλοκτηματίες, απόγονοι παλιών ισχυρών Μανιάτικων οικογενειών [βλ. παρακάτω].

Οι περισσότεροι, ωστόσο, κάτοικοι του Γυθείου ζώντας σε μικρά σπίτια, σαν περιστερώνες, στην πλαγιά του λόφου, στα στενά σοκάκια με τα πολλά σκαλοπάτια της ανηφοριάς, ήταν εργάτες και αγρότες, είχαν λίγα, μικρά και διάσπαρτα χωράφια και συνήθως εργάζονταν στους ισχυρούς, στον δήμο ή αναζητούσαν διέξοδο στη μετανάστευση.

Όμως το Γύθειο είναι παραθαλάσσια πόλη, είχε λιμάνι, θαλάσσια συγκοινωνία, από παλιά, με  τα παραθαλάσσια χωριά της Μάνης και της περιοχής του Πάρνωνα. Από χρόνια, από το 1864, περίπου, είχε οδική σύνδεση με τη Σπάρτη και την Αθήνα, αργότερα με τη Σκάλα του Έλους και απέκτησε ναυτιλιακή γραμμή με τα Κύθηρα και την Κρήτη. Επομένως είχε επικοινωνία με τον ‘’έξω κόσμο’’, δέχθηκε νωρίτερα από τα άλλα χωριά της Μάνης τα ερεθίσματα και τα μηνύματα της Αθήνας και ανέπτυξε πολιτιστική κίνηση για την οποία θα γίνει λόγος παρακάτω στο κεφάλαιο για την πνευματική και πολιτιστική  κίνηση της Μάνης.

Το Γύθειο είχε την ‘’ατυχία’’ να έχει ανταγωνιστή, στη νότια Πελοπόννησο, την Καλαμάτα, που ήταν μεγάλη πόλη με μεγάλο λιμάνι, πρωτεύουσα εύφορου νομού, στην οποία κατέληγαν δυο σιδηροδρομικές γραμμές από Τρίπολη και Πύργο Ηλείας και, τελευταία, απέκτησε και αεροδρόμιο. Αν δεν συνέτρεχαν οι παραπάνω λόγοι και δεν περικλειόταν από λόφους, που δεν του επέτρεπαν οικιστική επέκταση, άλλη θα ήταν η εξέλιξή του. [Και βεβαίως αν οι δήμαρχοί του είχαν ένα όραμα και προσπαθούσαν να ξεφύγουν από τη σκιά της Σπάρτης, που δέσποζε πάνω τους από τους αρχαίους χρόνους].

Η ταξική διαφοροποίηση των κατοίκων του Γυθείου φαίνεται και από τις κατοικίες τους. Παλιά αρχοντικά στον παραλιακό αλλά και στους κεντρικούς δρόμους [προς μητρόπολη και νεκροταφείο] των εύπορων οικογενειών και πίσω τα μικρά σπίτια, το ένα πάνω στο άλλο στη πλαγιά, να ακούς και την ανάσα του γείτονα, σε νησιώτικο στιλ, τα σπίτια της φτωχολογιάς, της αγροτικής κοινωνίας, των ανθρώπων, που έφερε ο Τζανετάκης από τη νότια και κυρίως από τη ΒΑ Μάνη.

Την ίδια περίοδο η Αρεόπολη και η Καρδαμύλη, αν και έχουν κάποιες δημόσιες υπηρεσίες, γυμνάσιο και λίγα καταστήματα καθώς και παζάρι [λαϊκή], έχουν έντονο τον γεωργικό και κτηνοτροφικό χαρακτή-ρα, όπως και τα άλλα χωριά της Μάνης.

Όμως λίγες δεκαετίες μετά τα πράγματα θα αλλάξουν.   

Το Γύθειο, μετά το 1949, ήταν τόπος εξορίας αριστερών αλλά και ναρκομανών και όταν έκλεισαν οι φυλακές για κατάδικους αυτές επαναλειτούργησαν ως φυλακές ανηλίκων, οι οποίοι την ημέρα έβγαιναν από τη φυλακή και έκαναν πρακτική άσκηση ως μαθητευόμενοι σε διάφορες αγροτικές ή τεχνικές εργασίες και το βράδυ γυρνούσαν στη φυλακή.

Το Γύθειο, εκτός από τις δημόσιες υπηρεσίες, το λιμάνι, τις συγκοινωνίες και τον σημαντικά, για τα δεδομένα της Μάνης, πληθυσμό του, είχε ένα μεγάλο ‘’προσόν’’, περιβαλλόταν από μια εύφορη και εκτεταμένη αγροτική περιοχή, στην οποία υπήρχαν πολλά χωριά [ΒΑ Μάνη].  

 Η διαφορά ΒΑ και υπόλοιπης Μάνης. Η βορειοανατολική [ΒΑ] Μάνη [Πασσαβάς, Μαλευροχώρια, Γύθειο, Μαυροβούνι, Μπαρδουνοχώρια], δηλαδή η περιοχή βόρεια της νοητής γραμμής πάνω από Σκουτάρι, Νέα Καρυούπολη, Σκαμνάκι είναι αρκετά εύφορη. Έχει παχύ στρώμα χώματος και νερά, είναι εύφορος τόπος για πολλές καλλιέργειες, έχει πλούσιο πράσινο και για αυτό κατεχόταν από τους Οθωμανούς ως το 1750 περίπου [και κατ’ άλλους ως το 1780] οι οποίοι δεν ενδιαφέρονταν για την υπόλοιπη, άγονη και πετρώδη Μάνη παρά μόνον να παίρνουν τους φόρους και ο μπέης ή οι καπετάνιοι να τηρούν την τάξη.

Και η ΒΑ Μάνη έχει κάποια χωριά [πχ Σκυφιάνικα, Πολυάραβος] πάνω στα βουνά και τους βράχους του Ταϋγέτου αλλά και εκεί υπάρχουν δένδρα και νερά και οι κάτοικοι καταγίνονταν με την κτηνοτροφία.

Η περιοχή της ΒΑ Μάνης, στο μεγαλύτερο μέρος της, είχε κοιλάδες με μεγάλες ελιές, πορτοκαλιές, παρήγαγε σιτάρι, καλαμπόκι, κηπευτικά και είχε πλούσιο χορτάρι για κτηνοτροφία, κυρίως αγελάδων και προβάτων. Όμως επειδή απελευθερώθηκε πριν τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους και κράτος δεν υπήρχε για να επιβλέψει κάποιος τη διανομή των γαιών, αυτές ιδιοποιήθηκαν από τους ισχυρούς που εγκαταστάθηκαν εκεί μετά την αποχώρηση των Οθωμανών, δηλαδή πήγαν, Γρηγοράκης [Τζανετάκης], Βοϊδής Μαυρομιχάλης, Πετροπουλάκης, Καλκανδής, Καβαλλιεράκης, Μαλεύρης και άλλοι και πήραν τις μεγάλες εκτάσεις στις οποίες θα εργάζονταν  φτωχοί Μανιάτες, τους οποίους έφεραν από τα χωριά της αυτόνομης Μάνης, ιδρύοντας νέα χωριά [Μαυροβούνι, Γύθειο, Καρβελά, Σκαμνάκι, Μαραθέα, Μυρσίνη και άλλα]. Εξ αρχής ή με τον καιρό έδωσαν, βεβαίως, και στους εργάτες τους μερικά χωράφια αλλά αυτά και μικρά ήταν και διάσπαρτα σε διάφορα μέρη της αγροτικής περιφέρειας του νέου χωριού τους. Έτσι η φτώχεια βάραινε το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού και αυτής της περιοχής και κατά τις τελευταίες δεκαετίες, παρά το εύφορο έδαφός της. Και το οδικό δίκτυο αυτής της περιοχής έγινε την ίδια περίοδο με της υπόλοιπης Μάνης.

Σχέσεις Έξω Μάνης και Καλαμάτας. Η Καλαμάτα από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας [όπως και η Κορώνη από την Ενετοκρατία] ήταν σημαντικό εμπορικό και διαμετακομιστικό κέντρο της νότιας Πελοποννήσου που εξυπηρετούσε και τους Μανιάτες. Μετά το 1821 και ως σήμερα πολλοί Μανιάτες εγκαταστάθηκαν στην Καλαμάτα, στο Πεταλίδι και άλλες περιοχές της ακτής του Μεσσηνιακού κόλπου, έτσι που σήμερα τα 4/10[;] του πληθυσμού της πόλης να είναι Μανιάτες. [Σήμερα η Καλαμάτα είναι ενωμένη οικιστικά με τη Βέργα].

Οι περισσότεροι κάτοικοι της δυτικής Μάνης, ως κάτω το Ταίναρο, λόγω των θαλάσσιων δρόμων, ‘’προσέτρεχαν’’ με τα καΐκια ή και πεζοπορώντας, για τις ανάγκες τους, στην Καλαμάτα, πολύ δε περισσότερο οι της Έξω Μάνης, λόγω γειτνίασης, έτσι ώστε να θεωρείται η πρωτεύουσα πόλη για τις δουλειές τους. Αυτή η σύνδεση της Καλαμάτας με την Έξω Μάνη πιστοποιήθηκε και με τον Α.  Ν.  1026/21-12-1937, ΦΕΚ 8 Α/12-1-1938, οπότε, επί δικτατορίας Μεταξά [‘’και τα σκυλιά δεμένα’’], η Έξω Μάνη [λίγο πιο πάνω από το Οίτυλο] αποσπάστηκε από τον νομό Λακωνίας και εντάχθηκε στον νομό Μεσσηνίας, σήμερα δε αποτελεί τον δήμο Δυτικής Μάνης.  

Και μετά τις ληστρικές επιδρομές των Έξωμανιατών στην Καλαμάτα, επί Τουρκοκρατίας, στα νεότερα χρόνια υπάρχει ένα μικρό ‘’πρόβλημα’’ μεταξύ Καλαματιανών [Μεσσηνίων] και Μανιατών μια αντιδικία για το από που, με ποιους  και πότε ξεκίνησε η επανάσταση του 1821. Οι Μανιάτες λένε ότι, όντας ελεύθεροι, στις 17 Μαρτίου, κήρυξαν πόλεμο στον Σουλτάνο και απελευθέρωσαν λίγες μέρες μετά την Καλαμάτα, οι δε Μεσσήνιοι ότι αυτοί, με τους Μανιάτες, απελευθέρωσαν την Καλαμάτα στις 23 Μαρτίου. [Και έτσι έχουν θέμα να ‘’μάχονται’’ συνεχίζοντας τους αρχαίους Μεσσηνιακούς πολέμους, καθώς οι Μανιάτες είναι απόγονοι των Σπαρτιατών και οι Μεσσήνιοι δεινοπάθησαν από αυτούς].

Διαφορές χαρακτήρα μεταξύ των Μανιατών. Από πολύ παλιά, τουλάχιστον πριν το 1670 [βλ. περιγραφή Οθωμανού φοροεισπράχτορα Εβλιγιά Τσελεμπή [Θ. Κωστάκη, Πελοποννησιακά, τ. 14 [1980-1], σελ. 238-306] οι Μεσομανιάτες εθεωρούντο άγριοι, πρωτόγονοι, πειρατές, άκρως επικίνδυνοι για κάθε επισκέπτη που θα πήγαινε στον τόπο τους.

Γράφει ο Νηφάκος λίγο πριν τα 1800.

’Με λύπην άκραν στη ψυχή και στην καρδιά δειλίαν,

           πηγαίνω στα Θεούρια  και στην Κακαβουλίαν …

Το κοίταγμά τους άγριο, άσχημη θεωρία

και μάτια έχουν κόκκινα και νύχια σαν θηρία’’.

Αντίθετα οι της Έξω Μάνης, επειδή είχαν καπετάνιους, που ασκούσαν έλεγχο στους κατοίκους, γειτόνευαν με την Καλαμάτα και την Κορώνη, είχαν επαφές με τη Μεσσηνία και τους Βενετούς, ήταν περισσότερο πολιτισμένοι [εξευρωπαϊσμένοι].

Στη ΒΑ Μάνη [Γύθειο, Πασσαβά κλπ],  που εποικίσθηκε μετά το 1750[;] από κατοίκους του Οιτύλου και της νότιας Μάνης, θα έπρεπε οι κάτοικοί της να φέρουν και να έχουν όλα τα ‘’ανομήματα’’ του τόπου από τον οποίον προήλθαν, να συνεχίσουν δηλαδή τον άγριο τρόπο ζωής με τα ήθη και έθιμα των προγόνων τους της νότιας Μάνης [γδικιωμούς, ξενηλασία κλπ]. Αυτό που στις αρχές της εγκατάστασής τους εθεωρείτο αυτονόητο δεν έγινε  γιατί τελούσαν υπό την εποπτεία ισχυρών αρχηγών που τους πήγαν στην περιοχή και με τον καιρό ‘’εξευρωπαΐσθηκαν’’. Το εύφορο έδαφος, το νερό, οι κοιλάδες, η απόσταση μεταξύ των οικισμών, η ίδρυση της πόλης του Γυθείου και η επίδρασή του όπως και της Σπάρτης αλλά και της Αθήνας, με τις οποίες είχαν συχνότερη επαφή από τους Μεσομανιάτες, γαλήνεψαν τον άγριο χαρακτήρα, άμβλυναν τα πάθη, εξευμένισαν τις σκέψεις και οι έποικοι ασχολήθηκαν με την ήρεμη και εύφορη γη. Έγιναν ‘’ήμεροι’’ σαν τη νέα γη τους. [Η γεωγραφία επηρεάζει πολύ την ιστορία αλλά και τον χαρακτήρα των ανθρώπων].

 ‘’Διαχωρισμοί’’ Μανιατών.  Όταν πήγα από το χωριό μου Βαχός στο γυμνάσιο Αρεοπόλεως, τον μακρινό Σεπτέμβρη του 1963 -και έτσι καταθέτω τη μαρτυρία μου- Μανιάτες θεωρούσαμε, οι μαθητές και οι Αρεοπολίτες, εκείνους που κατοικούσαν πέραν του Πύργου Διρου. Δη-λαδή ούτε την Αρεόπολη ούτε τον Πύργο συμπεριλαμβάναμε στη [Με-σα] Μάνη παρά μόνον τους νοτίως του Πύργου. Και εκείνοι, τα παιδιά ‘’από τη Μάνη’’, δηλαδή του τέως δήμου Μέσσης, όταν έρχονταν στην πρώτη τάξη του γυμνασίου Αρεοπόλεως, διατηρούσαν την προφορά και το παλιό γλωσσικό ιδίωμα της περιοχής και μερικά ήταν επιθετικά δίνοντας την εικόνα αγριμιών των βουνών. Λίγα χρόνια πριν είχαν ανοιχθεί δρόμοι ‘’προς τα κάτω’’ ή μάλλον ‘’προς τα μέσα και τα ξεμόνια τους’’ και ‘’πήγαινε ο πολιτισμός και σε αυτούς’’ αργά-αργά με το λεωφορείο που πέρναγε από τα κεφαλοχώρια’’. Τα βρίζαμε ‘’κόπρους’’ γιατί δεν είχαν νερό να πλυθούν και, παλιά, μαγείρευαν τα φαγητά τους με κοπριά, αφού δεν είχαν ξύλα αλλά τα βρίζαμε και γαϊδάρους,

[‘’πέντε γαϊδάροι σταχτεροί εκάνασι γεροντική’’] και μαχαιροβγάλτες.

Για τους από την περιοχή του Κότρωνα και νότια αυτού [προσηλιακούς], που ζούσαν στις πετρώδεις, απόκρημνες, ανατολικές  πλαγιές του Σαγγιά,  καθώς έλεγαν το ‘’κορώνα μου’’, όπως και οι Μεσομανιά-τες, δεν είχαμε πρόβλημα να τους εντάξομε στους [Μέσο-] Μανιάτες.

Ο Πύργος, η Αρεόπολη, το Οίτυλο, το Σκουτάρι, ο Βαχός και τα βορειότερα χωριά είχαν ‘’εκπολιτισθεί’’ πριν τον πόλεμο. Το ίδιο και η Έξω Μάνη αν και αυτή τη θεωρούσαμε περιοχή του Οιτύλου. Και παιδιά από αυτή την περιοχή [Πολιάνα, Νομιτσί, Πλάτσα, Λαγκάδα κλπ] έρχονταν στο γυμνάσιο Αρεοπόλεως. Για την Καρδαμύλη, την Αβία κλπ  είχαμε μια θαμπή εικόνα. Όμως οι Εξωμανιάτες θεωρούσαν εαυτούς και αναγνωρίζονταν από τους υπόλοιπους ότι ήταν γνήσιοι Μανιάτες.

Υπήρχαν και οι εύφορες κοιλάδες της ΒΑ Μάνης [Πασσαβάς, Γύθειο, Μαλευροχώρια] και βεβαίως το Μαυροβούνι. Αυτούς  οι Μεσομανιάτες τους έβριζαν μπασταρδεμένους και βλαχομανιάτες, καθώς, λόγω ευφόρων εδαφών, είχαν ‘’μεταλλαχτεί’’, εκπολιτισθεί και εξευρωπαϊσθεί, παρότι κατάγονταν από τη νότια Μάνη, από την οποία είχαν φύγει μετά το 1750 και οι περισσότεροι ήταν φτωχοί, όπως οι πλείστοι  Έλληνες.

Υπήρχαν, ακόμη, κάτοικοι και στις περιοχές Μολάων, Μονεμβασιάς κλπ], στην κοιλάδα του Ευρώτα, στη Σπάρτη, στον Ταΰγετο, στην Καλαμάτα και στην υπόλοιπη Μεσσηνία [Πεταλίδι κλπ], που έλεγαν ότι ήταν, και όντως ήταν, εκ καταγωγής, Μανιάτες, καίτοι βρίσκονταν εκτός των ‘’συνόρων’’ της Μάνης. Και οι Σπαρτιάτες, που η πόλη τους ιδρύθηκε μετά το 1830, έλεγαν ότι είναι Μανιάτες, όπως ως τότε έλεγαν οι Μανιάτες ότι είναι Σπαρτιάτες [απόγονοι των αρχαίων Σπαρτιατών].

Ενδομανιάτικες διαμάχες. Οι μεταξύ των Μανιατών αντιδικίες έρχονται από παλιά και διατηρούνται ακόμη, αιτία δε είχαν κυρίως οικονομικούς λόγους αλλά και λόγους γοήτρου και, ενίοτε, ελάμβαναν γραφικό χαρακτήρα. Ο Μανιάτης θέλει, χρειάζεται έναν εχθρό για να απασχολείται και να σκέπτεται την εκδίκηση έστω και αν δεν την κάνει ποτέ. Πρέπει όμως να μισεί κάποιον, να έχει αντίπαλο. Και όχι μόνον σε ατομικό επίπεδο αλλά και σοϊού και κοινότητας και ευρύτερης περιοχής.

Το Οίτυλο εχθρευόταν την Αρεόπολη γιατί του πήρε τα πρωτεία. Η Αρεόπολη ‘’εξοργίσθηκε’’ που ένας μικρός λιμενοβραχίονας έγινε στο Καραβοστάσι και όχι στο δικό της Λιμένι. Ο Πύργος Διρού θα ‘’επαναστατούσε’’ αν γινόταν δρόμος από την Αρεόπολη, κατευθείαν, ως τα σπήλαια Διρού και άρα οι τουρίστες δεν θα περνούσαν από αυτόν. Η Αρεόπολη δεν ήθελε να ανοιχθεί δρόμος από το Σκουτάρι για Κότρωνα- Κοκκάλα για να μην παρακαμφθεί αυτή. Η Κίττα με τη Νόμια και τον Κούνο ‘’μάχονταν’’ για το ποιος έχει τους περισσότερους ή ψηλότερους πύργους ή Νικλιάνους κλπ. Ο Κότρωνας με το Φλομοχώρι ήταν σε ανταγωνισμό, το ίδιο και άλλα χωριά και σόια, ιδιαίτερα τα ισχυρά.

Μανιάτες και ‘’βλάχοι’’. Οι Μανιάτες, σε παλαιούς χρόνους, επειδή η περιοχή τους ήταν ημιαυτόνομη και φόρου υποτελής επαρχία του Σουλτάνου και είχε ‘’σύνορα’’ ως το Κακοσκάλι ανατολικά, και την Αγία Σιών δυτικά, είχαν καμπάνες στις εκκλησίες και όπλα, ήταν και καλοί πολεμιστές στις χωσίες, θεωρούσαν ότι είναι ιδιαίτερο Ελληνικό φύλο [απόγονοι των αρχαίων αριστοκρατών Σπαρτιατών με μπολιάσματα Βυζαντινών πατρικίων]. Οι γείτονές τους, λοιποί Λάκωνες και Μεσσήνιοι, που δεινοπαθούσαν από Μανιάτικες ληστρικές επιδρομές, ήταν ‘’βλάχοι’’. ‘’Όποιος δεν είναι Μανιάτης είναι βλάχος’’, έλεγαν για να ευθυγραμμισθούν με το αρχαίο, ‘’πας μη Έλλην, βάρβαρος’’.

Η αντίληψη επέζησε ως τους νεότερους χρόνους για εγωιστικούς λόγους αλλά περισσότερο και για διαφημιστικούς στον τουρισμό της Μάνης, όπως και πολλά άλλα [πχ το κορώνα μου], πλην όμως μερικοί τοπικιστές Μανιάτες, φαντασιόπληκτοι και αμετροεπείς, ‘’αραδιάζουν’’, και σήμερα, πολλά εγωιστικά και αναληθή για την ιστορία της Μάνης, που καλόν είναι ο αναγνώστης να τα αντιμετωπίζει με κριτικό πνεύμα.

 Ετεροδημότες. Ακόμη και μετά το 1950 και σχεδόν μέχρι το 1965[;] ως τα βουνά του Τσίγκου και τα χωριά Οίτυλο, Κρυονέρι, Καρέα, Γέρμα και Κόζια κατέβαιναν, τον χειμώνα, με τα κοπάδια τους, κτηνοτρόφοι της οροσειράς του Ταϋγέτου. Νοίκιαζαν στάβλους και χωράφια και έμεναν μαζί με τα ζώα τους σε σπηλιές και στάνες ή νοίκιαζαν σπίτια. Στα κοινοτικά έγγραφα [απογραφές, αποζημιώσεις] καταγράφονται ως ετεροδημότες. Η παρουσία τους δεν μαρτυρείται στην Αρεόπολη και νοτιότερα [λόγω του πετρώδους εδάφους]. Ήταν οι τελευταίοι των παλιών περιφερόμενων κτηνοτρόφων καθώς, παλιά, στον Ταΰγετο ανθούσε η κτηνοτροφία κυρίως γιδιών [άγριων κατσικιών]. Αψευδείς μάρτυρες είναι τα ερείπια, καλύβες, μάντρες, μαντρότοιχοι γυρισμάτων και τράφοι για τα λουράκια που διασώζονται σε πλαγιές και κορυφές βουνών, όπου διαβιούσαν [βλ. γεωφυσικούς χάρτες στο διαδίκτυο].   

Τοπική αυτοδιοίκηση. Παλαιότερα ο πρόεδρος της κοινότητας και ιδία το συμβούλιο, στα χωριά, είχαν, σχεδόν, τυπικό  ρόλο. Δεν είχαν πόρους και ουσιαστικές αρμοδιότητες, δεν τους έδινε σημασία και η κεντρική εξουσία. [‘’Ο καημένος ο πρόεδρος με σεβασμό του έλεγε… αλλά ο κύριος Νομάρχης κάθε τόσο τον σταματούσε λέγοντάς του, Λέγε γρήγορα, γιατί βιάζομαι να πάω και αλλού. Πιεζόμενος ο πρόεδρος, από τα βιάζομαι, κόμπιαζε, είπε μερικές κουβέντες και τέλειωσε με τα λόγια, ‘’αυτά και τίποτα άλλο, κύριε Νομάρχα’’. Ο κύριος Νομάρχης αποχαιρέτησε, μπήκε στο αυτοκίνητο και έφυγε’’. [Ο φάρος της Λακωνίας, φ. 92/12-10-1957, σελ. 4].  Ο πρόεδρος και οι σύμβουλοι ήταν γεωργοί, άνθρωποι χωρίς ιδέες, χωρίς παραστάσεις από άλλα μέρη, χωρίς όνειρα για τον τόπο τους και εκλέγονταν γιατί είχαν πολυάριθμο σόι, συμπέθερους, κουμπάρους και άλλους συγγενείς ή φίλους. Μετά τη μεταπολίτευση [1974] απέκτησαν κάποια εξουσία για τη διαχείριση των τοπικών πραγμάτων, στην αρχή υπό τον έλεγχο του νομάρχη και από το 1981 και μετά έχουν ευρείες αρμοδιότητες και σημαντική ανεξαρτησία. 

Μετονομασίες τοπωνυμίων. Στα πλαίσια του εξελληνισμού των τοπωνυμίων, λόγω της αντίθεσης στον πανσλαβισμό αλλά και  μετά στον κομμουνισμό, υπό το μετεμφυλιακό κλίμα, τα θεωρούμενα ξενικά, κυρίως σλαβικά αλλά και τούρκικα και αρβανίτικα ή άλλα τοπωνύμια χωριών και περιοχών άλλαξαν [κυρίως μετά το 1950] με βασιλικά διατάγματα. Έτσι λχ η Τσεροβά μετονομάσθηκε σε Δροσοπηγή, η Τσίπα σε Νέο Οίτυλο, η Μηνιάκοβα σε Νέα Καρυούπολη, τα Κονάκια σε Κάτω Καρέα, η Κουτουμού σε Αιγιές, η Φράγκα σε Βρύσες  κλπ.

Επέτειος της 17ης Μαρτίου 1821. Η επέτειος της 17ης Μαρτίου 1821 γιορτάστηκε για πρώτη φορά, το 1959, στην Αθήνα, σε μια ταβέρνα, από τον σύλλογο της Αρεόπολης. Κάποιος απόδημος Μανιάτης είχε διαβάσει το χωρίο του Ιωάννη Κολοκοτρώνη, Ελληνικά Υπομνήματα, σελ. 8, όπου γράφει ότι στις 17 Μαρτίου ‘’οι πρόκριτοι της Μάνης αποφάσισαν να λάβουν τα όπλα’’ και έκανε στον σύλλογο την πρόταση εορτασμού επετείου, την οποία  μερικοί σκέφθηκαν να ‘’μεταφέρουν’’ και  εορτάζουν στην Αρεόπολη, όπως και έγινε, το πρώτον, το 1961, και συνεχίζεται ως σήμερα καίτοι ο συντάκτης του Υπομνήματος δεν δίνει καμία άλλη πληροφορία για τόπο, πρόσωπα που συμμετείχαν κλπ.

Πριν κανένας δεν την ήξερε και δεν μιλούσε για αυτή την ημέρα.

Για χρόνια ήταν μια μικρή γιορτή και γιορταζόταν με λίγους Αρεοπολίτες και τους μαθητές, όπως η 25η Μαρτίου και η 28η Οκτωβρίου, δηλαδή δοξολογία στον Ταξιάρχη, παρέλαση μαθητών και μαθητριών των μεγάλων τάξεων με παραδοσιακές ενδυμασίες με τύμπανα και σάλπιγγα, πανηγυρικός λόγος, μερικά ποιήματα και χοροί μαθητριών 

Το 1969 [επί δικτατορίας, με το β. δ. υπ’ αρ. 157/25-2-1969, ΦΕΚ 46 Α/11-3-1969] ανακηρύχθηκε τοπική γιορτή. Μερικά χρόνια αργότερα, λόγω του τουρισμού και της επιστροφής συνταξιούχων, η γιορτή όλο και έπαιρνε ευρύτερο χαρακτήρα και τα τελευταία χρόνια γίνεται τριήμερη ή και πενθήμερη και συμμετέχουν σε αυτή, ενίοτε, ο πρόεδρος της δημοκρατίας και πάντα υπουργοί, βουλευτές, δήμαρχοι, άλλοι αξιωματούχοι, στρατός, αντιπροσωπείες και συγκροτήματα από διάφορες περιοχές της χώρας και ‘’όλη η Μάνη’’. [Περισσότερα βλ. στην εργασία μου, Η 17η Μαρτίου 1821, ο εορτασμός της επετείου και το γυμνάσιο Αρεοπόλεως κατά τη περίοδο 1960-70].  

Και στον Πύργο γιόρταζαν και γιορτάζουν την επέτειο της μάχης του Διρού [απόβαση δυνάμεων του Ιμπραήμ στα τέλη Ιουνίου 1826. Και στην Αθήνα έκαναν το ίδιο οι από τον Πύργο  καταγόμενοι [Ο φάρος της Λακωνίας, φ. 127-8/1959 και 132-3/1959]. Και στη Βέργα του Αλμυρού, όπου η Λέσχη Λακώνων είχε στήσει ηρώο από το 1935, ο εορτασμός της μάχης κατά του Ιμπραήμ γινόταν από τότε. Γιορτή γινόταν και γίνεται και στον Πολυάραβο γιατί και εκεί πολέμησαν τον Ιμπραήμ τον Αύγουστο του 1826. Αλλά οι εορτασμοί αυτών των επετείων είναι λιτοί, δεν έχουν τη χρονική έκταση και λαμπρότητα της επετείου της 17ης Μαρτίου.

Μανιατοσύνη. Οι Μανιάτες, από τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους αλλά, κυρίως, μετά τους πρώτους εορτασμούς της επετείου της 17ης Μαρτίου, καλλιεργούσαν σε ‘’εαυτούς και αλλήλους’’ την ιδέα ότι οι πρόγονοί τους, όντας ελεύθεροι και έχοντας ανεξάρτητο κράτος, κήρυξαν τον πόλεμο κατά της Υψηλής Πύλης, στις 17 Μαρτίου 1821, την κατατρόπωσαν και έτσι απελευθέρωσαν και τους άλλους Έλληνες.

Οι Έλληνες επαίρονται για το λαμπρό αρχαιοελληνικό παρελθόν τους [τη δημοκρατία, τον πολιτισμό, τις επιστήμες, τις τέχνες] και οι Μανιάτες  για το 1821 [ιδίως την 17η Μαρτίου 1821] και τους πριν από αυτό αγώνες των πατέρων τους εναντίον των Οθωμανών. Και από αυτούς τους αγώνες της Μάνης αλλά και την ιδιαιτερότητα της περιοχής τους, τα έθιμά και τα ‘’σύνορά’’ τους με τους άλλους υπόδουλους Έλληνες και ιδία τους γείτονές τους που αποκαλούσαν ‘’βλάχους’’, οι Μανιάτες  απέκτησαν ιδιαίτερη, τοπική συνείδηση. Και με αυτόν τον χαρακτήρα της γιορτής της 17ης Μαρτίου, ως γιορτής όλης της Μάνης αλλά και κήρυξης πολέμου για να ελευθερωθούν οι υπόλοιποι Έλληνες, ενισχύθηκε, στη συνείδηση πολλών, η πίστη τους στην ιδιαιτερότητά τους [Μανιατοσύνη] ότι δηλαδή είναι ανώτεροι των άλλων [περιούσιος λαός], ότι αποτελούσαν ιδιαίτερο κομμάτι του Ελληνισμού, φυσικά πρωτοπόρο και ασυναγώνιστο, κατ’ αυτούς. Γι’ αυτό και μερικοί ζητούσαν, εγωιστικά, νομό Μάνης [ εφ. ΜΑΝΗ , φ. 47/10-3-1967] και ιδιαίτερη μεταχείριση.  Σε αυτόν τον ‘’δρόμο’’ τους παρωθούν και πολλοί ‘’επίσημοι’’ και κυρίως μερικοί Μανιάτες συγγραφείς ‘’χωρίς περίσκεψη, χωρίς αιδώ’’.

Κατά συνέπεια θεωρούσαν ότι το Ελληνικό κράτος και οι Έλληνες, φυσικά, τους χρωστούσαν, στους αιώνες, αιώνια ευγνωμοσύνη και έπρεπε, κατά προτεραιότητα, να λύνονται όλα τα προβλήματα των Μανιατών, δηλαδή να διορίζονται οι Μανιάτες στο δημόσιο και ιδία στον στρατό και στη χωροφυλακή [για να έχουν όπλα και να διατάζουν], να μη τους φορολογεί το κράτος και να τους παρέχει υπηρεσίες [δρόμους, νερό, ρεύμα, τηλέφωνο, σιδηροδρομική γραμμή από Τρίπολη ως Γύθειο κλπ]. Χαρακτηριστικό του εγωισμού των Μανιατών είναι και το ότι παρά την άγρια μετανάστευση, που έδερνε την περιοχή, οι Μανιάτες δεν καταδέχονταν, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, οι θυγατέρες του να γίνουν υπηρέτριες σε Αθηναϊκά σπίτια, όπως τόσες άλλες κοπέλες από την επαρχία [βλ. κινηματογραφικά έργο εποχής 1960].

Προβλήματα και αιτήματα. Για μερικά χρόνια μετά τον εμφύλιο, ως έχει σημειωθεί, το λεωφορείο έφθανε ως την Αρεόπολη και η μετακίνηση με αυτό ήταν ταλαιπωρία [από τις λακκούβες και τις πέτρες].

Σε μερικά λιμανάκια προσέγγιζε καΐκι για να πάρει ή αφήσει επιβάτες και εμπορεύματα, εφόσον δεν υπήρχε θαλασσοταραχή. Κατά συνέπεια τα χωριά μετά την Αρεόπολη, που απείχαν από τη θάλασσα, ένιωθαν απομονωμένα και εγκαταλελειμμένα. Επί πλέον, από αιώνες, νερό στην άγονη νότια Μάνη είχαν από τις λίγες στέρνες τους και εφόσον έβρεχε αρκετά τον χειμώνα.

Αυτή η συναίσθηση για την αδιαφορία της πολιτείας, η πίκρα, υπήρχε και πριν τον πόλεμο και συνεχίσθηκε  και όταν ακόμη το λεωφορείο έφθανε στον Γερολιμένα ή την Κοκκάλα. Άνθρωπο ‘’δεν έβλεπαν’’, νερό δεν είχαν, ούτε ηλεκτρικό ρεύμα, η φτώχεια τους ‘’έδερνε’’, ζούσαν υπό πρωτόγονες συνθήκες, ζητούσαν δρόμους, είχαν και τα μίση ανάμεσα στα σόια ακόμη και στα ξεμόνια, ήταν αγανακτισμένοι [άσχετα αν ψήφιζαν το ίδιο κόμμα], που το κράτος δεν τους αντάμειβε για τις θυσίες τους. Έλεγαν δηλαδή οι Μανιάτες ότι οι κυβερνήσεις, αν και τους έκαναν προσωπικά ρουσφέτια, δεν έκαναν έργα ανάπτυξης της περιοχής καθώς τους θεωρούσαν ‘’δεδομένους’’, σταθερές ψήφους της Δεξιάς.  

Η Μανιάτικη παραδοσιακή ενδυμασία. Όταν ξεκίνησε ο εορτασμός της επετείου της 17ης Μαρτίου 1821 στην Αρεόπολη, οι διοργανωτές [εμπνευστές] σκέφθηκαν ότι καλό θα ήταν να παρελαύνει στη γιορτή και ένα τμήμα μαθητών και μαθητριών, από τις μεγάλες τάξεις, με παραδοσιακές στολές των Μανιατών του 1821.

Πως ήταν όμως αυτή η παλιά Μανιάτικη φορεσιά;

Έτσι άρχισε ο προβληματισμός καθώς δεν ήξεραν πως ήταν η παλιά ενδυμασία, δεν φαίνεται να είχε διασωθεί στις κασέλες.

Πολύ προ του 1900 και στα πλέον απομονωμένα ξεμόνια οι κάτοικοι φορούσαν ρούχα σαν αυτά που φοράμε σήμερα [ευρωπαϊκά], τα οποία όμως ήταν χιλιοφορεμένα, τριμμένα, μαύρα και ενίοτε μπαλωμένα.

Από τις υπάρχουσες πηγές γνωρίζομε ότι, κατά το 1821 αλλά και πριν, ο Μανιάτης πειρατής ή ψαράς φορούσε ναυτική βράκα [σαλβάρι] με υποκάμισο, ενώ οι άλλοι φορούσαν φουστανέλα, που ήταν, μάλλον, και η ‘’επίσημη’’ φορεσιά [βλέπε και στολές συγγενών Πετρόμπεη σε πίνακες ζωγραφικής] ή βράκα με φαρδιά, υφασμάτινη ζώνη και υποκάμισο. Γιλέκο και κάπα φορούσαν ανάλογα με τον καιρό, άσπρο υποκάμισο στις γιορτές, ενώ στις άλλες ημέρες σκούρο και κυρίως μαύρο για όσους πενθούσαν και συνήθως οι περισσότεροι πενθούσαν.

Οι γυναίκες του λαού, αυτές που έκαναν και τις δουλειές στο σπίτι και στα χωράφια, δηλαδή η συντριπτική πλειοψηφία των γυναικών, φορούσαν λεπτή γάζα [μαντήλα] στο κεφάλι και μακρύ φόρεμα ως τον αστράγαλο [ποδήρη χιτώνα, όχι σαλβάρι], με μανίκια μακριά και για να προστατεύονται  στο κεφάλι από τον ήλιο και στα πόδια και στα χέρια από τα ξερά χόρτα, τα αγκάθια και τους θάμνους αλλά και για λόγους ηθικής ή μάλλον σεμνοτυφίας, κατά το  αυστηρό ηθικό και κοινωνικό κλίμα της περιοχής.

Γάζα φορούσαν όλες, νέες και γριές. Οι γριές και όσες πενθούσαν [πατέρα, αδελφό, σύζυγο, παιδί ή στενό συγγενή] και συνήθως όλες πενθούσαν, είχαν μαύρη γάζα, οι δε άλλες, νέες, αν δεν πενθούσαν, χρώματος καφέ ή άλλου, όχι πάντως ζωηρού [πχ έντονου κόκκινου], για να μην προκαλούν. Οι γάζες αφαιρέθηκαν για μεν τις νέες κατά το 1960, οι δε γριές ‘’τις έπαιρναν στον τάφο τους’’. Και τα φουστάνια και τα επανωφόρια ήταν μαύρου ή σκούρου χρώματος για όσες πενθούσαν και για τις υπόλοιπες όχι έντονου, προκλητικού και, πάντως, δεν φαίνεται να είχαν οριζόντιες κόκκινες και μαύρες λωρίδες, όπως η σήμερα παραδοσιακή.

Οι άρχοντες και οι αρχόντισσες, κατά τις περιγραφές των ξένων περιηγητών, φορούσαν βαρύτιμα ενδύματα, που έδιναν την εντύπωση ανατολίτη πασά, πολύχρωμα με πολύτιμα στολίδια οι γυναίκες και χρυσά όπλα οι άνδρες. Οι αρχόντισσες και οι κόρες τους για επίδειξη και εντυπωσιασμό μπορούσαν να φορούν γάζες και ρούχα και με έντονα, ανοιχτά χρώματα, πάντοτε μεταξωτά. Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης, όταν επισκέφθηκε τον Καποδίστρια, που αργότερα σκότωσε, φορούσε χρυσοκέντητη στολή για να εντυπωσιάσει τον κυβερνήτη [που είχε χαρίσει τον μισθό του στο δημόσιο, διήγε βίο λιτό και κοιμόταν σε κρεβάτι ‘’εκστρατείας’’] του είπε ο κυβερνήτης, ‘’Στολισμός μας πρέπει να είναι η σφιχτή, ασκητική ζώνη του προδρόμου Ιωάννη και όχι η χρυσοΰφαντη χλαμύδα βασιλέως’’]. Η χλαμύδα, συνήθως, ήταν κόκκινη.

Ας σταχυολογήσομε μερικές μαρτυρίες περιηγητών.

‘’Τους οδήγησαν στον Πετρόμπεη. Συμπαθητικό παρουσιαστικό, κοντός και παχύς…Φορεσιά χρυσοκέντητη, όπλα με ασήμι δουλεμένα’’ [Κυρ. Σιμόπουλου, Τι είδαν οι ξένοι στην Ελλάδα το ’21, τ. Δ, σελ. 314]. ‘’Ο καπετάνιος [Αντώνιος Μαυρομιχάλης], αδελφός του Πετρόμπεη, ήταν πλουσιοντυμένος…με κεντήματα από χρυσή κλωστή …Στον Αλμυρό συνάντησαν τον καπετάν-Παναγιωτάκη…Πριγκιπική εμφάνιση… Όσο για τη φορεσιά του τέτοιο πλούτο δεν είχα ξαναδεί πουθενά. Ήταν καταστόλιστη με χρυσά κτενίδια. Δυο πιστόλες από συμπαγή χρυσό στη μέση… πλούσιο σαρίκι από πολύχρωμο μετάξι…Η καπετάνισσα …νέα, ολάνθιστη και σπάνιας ομορφιάς, ήταν ντυμένη με μια χλιδή πριγκίπισσας της Ανατολής… μαλλιά πλεγμένα με χρυσό κορδόνι…και σε κάθε δάχτυλο των χεριών άστραφτε ένα πανάκριβο δαχτυλίδι…’’ [Κ. Σιμόπουλου, ό. π. τ. Ε, σελ. 440]. ‘’Ο Κουμουνδούρος ήταν ντυμένος στα χρυσοκέντητα βελούδα και στα γουναρικά. Έμοιαζε περισσότερο με Τούρκο βεζύρη παρά με Έλληνα’’ [Κ. Σιμόπoυλου, ό.π. τ. Ε, σελ. 558].

Ο Τζανήμπεη Κουτήφαρης ‘’φορούσε βράκα… σφιχτό γελέκι με ανοιχτά μανίκια όλο κεντήματα από ασήμι και μάλαμα…Το ζουνάρι του, που συγκρατούσε την πιστόλα και το στιλέτο, ήταν χρυσοΰφαντο κόκκινο μαντήλι…Φορούσε σφιχτές γκέτες από γαλάζια τσόχα και μαλαμοκαπνισμένες και ασημένιες θήκες…Το σαρίκι του ήταν πράσινο και χρυσό…Η καπετάνισσα φορούσε …γαλάζιο φόρεμα χρυσοκεντημένο… κοντογούνι…βελούδο…μανίκια επίσης πλουσιοκεντημένα…χρυσοκεντημένη σκούφια που έμοιαζε με στέμμα [και] …μαντήλι από άσπρη χρυσοΰφαντη μουσελίνα… Ίδια ήταν και η φορεσιά των παρακατιανών αλλά χωρίς τα πλούσια κεντήματα και στολίδια… Οι γυναίκες φορούσαν φουστάνια απαράλλαχτα με τα Ευρωπαϊκά’’, Κ. Σιμόπουλου, ό.π. τ. β [1700-1800], σελ. 604-5.

 Και για να επανέλθομε στους νεότερους χρόνους, σχετικά με τη Μανιάτικη στολή, στις 24 Μαΐου 1954 έγιναν στην Αρεόπολη οι ετήσιοι αγώνες όλων των γυμνασίων του νομού και ‘’…την γιορτή έκλεισαν αι μαθήτριαι του Γυμνασίου Αρεοπόλεως αι οποίαι ενδεδυμέναι με τας τοπικάς των ενδυμασίας εξετέλεσαν εθνικούς χορούς…’’ [εφ. Ο φάρος της Λακωνίας, έτος Β, αρ. φ. 22 της 2ας Ιουνίου 1954, σελ. 4]. Κατά τις φωτογραφίες της εποχής [βλ. παρακάτω στην εφ. Ο φάρος της Λακωνίας] αλλά και κατά τις προφορικές μαρτυρίες μαθητριών της ογδόης εκείνης της χρονιάς [1953-54] οι ‘’τοπικές ενδυμασίες’’ ήταν ποδήρεις, χρώματος λευκού και γαλάζιου, τύπου, περίπου, ‘’Αμαλίας’’, ράφτηκαν δε από μοδίστρες στην Αρεόπολη με σχέδια κατά την έμπνευση της καθηγήτριας γυμναστικής του γυμνασίου και δεν είχαν καμία σχέση με τις γνωστές σήμερα παραδοσιακές Μανιάτικες γυναικείες στολές [βλ. φωτογραφίες εποχής  στην εφημερίδα, Ο φάρος της Λακωνίας, φ. 22/2-6-1954 που φαίνεται ότι η ενδυμασία είναι διαφορετική από τη σημερινή. Δηλαδή, ας τονιστεί, ήταν λευκού και γαλάζιου χρώματος]. Κατά συνέπεια, ως το 1960, οι μαθήτριες ντύνονταν με ενδυμασίες τύπου ‘’Αμαλίας’’ ή ακριβέστερα παρεμφερή προς αυτή. Τα αγόρια δεν φορούσαν καμία στολή.

Με βάση προφορικές μαρτυρίες παλιών Αρεοπολιτών, που συνέλεξα, το 1961, οι μαθητές της ε΄ και στ΄ γυμνασίου, φόρεσαν τη στολή που σήμερα θεωρούμε παραδοσιακή. Στην εφημερίδα ο Φάρος της Λακωνίας, φ. 201/12-4-1963, σελ. 2, έγραψε ο Π. Γριβέας,  ’Η εμφάνισις των μαθητών και μαθητριών του γυμνασίου ενδεδυμένων με τας τοπικάς ενδυμασίας των προγόνων των, του 1821, ας εδώρησαν οι εν Αθήναις και Πειραιεί Μανιάται, προεκάλεσαν ρίγη συγκινήσεως και ακράτου ενθουσιασμού’’.  Και η εφημερίδα ΜΑΝΗ γράφει [φ. 69/31-3-1969] ότι τις ενδυμασίες δώρισαν οι Μανιάτες της Αθήνας και του Πειραιά.

Κατά τις ίδιες μαρτυρίες οι Μανιάτικες φορεσιές για τους μαθητές και τις μαθήτριες έγιναν το 1961 και ήταν ιδέα ‘’επωνύμων’’ Μανιατών και Αρεοπολιτών που ζούσαν στην Αθήνα [και είχαν την ιδέα εορτασμού της επετείου της 17ης Μαρτίου]. Άλλοι αποδίδουν την ιδέα στον τότε γυμνασιάρχη της Αρεόπολης Γεώργιο Ρόκκα. Θεωρώ αυτονόητο ότι πεπαιδευμένοι Μανιάτες αλλά και Μαυρομιχαλαίοι και Μαυρομιχαλίτσες, που ζούσαν στην Αθήνα [ή η Λίζα Μαυρομιχάλη που ζούσε στην Αρεόπολη] θα εξέφρασαν γνώμη για τη Μανιάτικη φορεσιά, ιδία των γυναικών, και ίσως ανέσυραν από κασέλες, αν είχαν, παλιές φορεσιές ή παλιές φωτογραφίες ή ζωγραφικούς πίνακες προγόνων τους.

Πάντως είναι βέβαιο ότι, πριν το 1961, η σήμερα γνωστή Μανιάτικη παραδοσιακή φορεσιά δεν χρησιμοποιείτο στις γιορτές και πρώτη εμφάνισή της έγινε στην Αρεόπολη το 1961. Πριν, όπως προκύπτει από τις προφορικές μαρτυρίες αλλά και γραπτές [εφ. Ο φάρος της Λακωνίας, φ. 168/30-4-1961], όπως σημειώνεται και παραπάνω, οι παραδοσιακές στολές των μαθητριών ήταν λευκού και γαλάζιου χρώματος, κατά απομίμηση της στολής ‘’Αμαλίας’’ και οι μαθητές δεν φορούσαν. Κατά συνέπεια δεν είχαν καμία σχέση με τη  γνωστή, σήμερα, Μανιάτικη παραδοσιακή γυναικεία στολή ή με την παλιά ανδρική Μανιάτικη φορεσιά [αν θεωρήσομε ότι, όντως, υπήρχε τυποποιημένη Μανιάτικη στολή καθώς το πιθανότερο είναι ο λαός της Μάνης να φορούσε ό,τι εύρισκε ή ό,τι μπορούσε και, κατά συνέπεια, δεν είχε σχηματισθεί ιδιαίτερη, τυπική, Μανιάτικη φορεσιά]. 

Στην εφημερίδα Ο φάρος της Λακωνίας, φ. 168/30-4-1961, καταχωρείται φωτογραφία από παρέλαση μαθητριών στην Αρεόπολη με δύο παραδοσιακές στολές, τη ‘’γνωστή’’, που φορούν και σήμερα και μια  άλλη με γαλάζιο, μακρύ φόρεμα και άσπρο υποκάμισο [τύπου Αμαλίας]. Αυτό σημαίνει, ας ξαναγραφτεί, ότι η σήμερα γνωστή ως παραδοσιακή γυναικεία στολή φορέθηκε το πρώτο το 1961 και πριν φοριόταν η άλλη, λευκού χρώματος το υποκάμισο  και γαλάζιου το φουστάνι.

Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, με μεγάλο σκεπτικισμό, αντιμετωπίζω το αν η σήμερα χρησιμοποιούμενη σε τελετές ως παραδοσιακή Μανιάτικη στολή, ανδρών και γυναικών, ήταν τοπική ενδυμασία, καθημερινή ή επίσημη, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας [που κυριαρχούσε, ιδία στις γυναίκες, το μαύρο χρώμα λόγω πένθους και, πάντως, δεν είχαν τη δυνατότητα επιλογής χρώματος λόγω φτώχειας].

[Σημείωση. Τα παραπάνω, απόψεις του γράφοντος, στηρίζονται σε όσα σε πηγές της ιστορίας βρήκα και μαρτυρίες παλιών Μανιατών αλλά γράφονται με επιφύλαξη και θα είμαι πρόθυμος αν ερευνητές, με στοιχεία όμως και χωρίς τοπικιστικούς εγωισμούς, ανατρέψουν την παραπάνω θέση οπότε και θα την ανακαλέσω].

 Η Μανιάτικη σημαία. Για το αν το 1821 οι Μανιάτες, όταν ξεκίνησαν για την Καλαμάτα, είχαν σημαία δεν υπάρχουν στοιχεία εξ όσων γνωρίζω. Υπολογίζομε ότι αφού άλλοι επαναστάτες ραγιάδες είχαν, τότε, σημαίες θα έφτιαξαν και οι Μανιάτες. Δεν θα δέχονταν να υστερούν.

Η κατά τις τελευταίες δεκαετίες χρησιμοποιούμενη Μανιάτικη σημαία συνδέεται άμεσα με τον εορτασμό της επετείου της 17ης Μαρτίου 1821, στη δεκαετία του 1960.

Κατά την παράδοση, που δημιουργήθηκε μετά το 1961, λέγεται ότι οι Μανιάτες έφτιαξαν σημαία στις 17 Μαρτίου 1821 και την έμπηξαν σε τρύπα [κοτρώνι], στη μικρή πλατεία [σήμερα 17ης Μαρτίου], έξω από την εκκλησία του Ταξιάρχη. Ο Απόστολος Δασκαλάκης γράφει χωρίς να παραπέμπει σε πηγή, ‘’Υψώθη η επαναστατική σημαία, προχείρως κατασκευασθείσα εκ λευκού υφάσματος μετά μελανού σταυρού’’. Το ‘’προχείρως κατασκευασθείσα’’ σημαίνει ότι έγινε τότε, εκείνη την ώρα, ‘’στα γρήγορα’’ και πριν δεν υπήρχε. Και βέβαια δεν είχε επιγραφή ή σύνθημα.

Το θέμα της Μανιάτικης σημαίας του 1821 τέθηκε το 1961 με τον εορτασμό της επετείου στην Αρεόπολη σε συνδυασμό με την παραδοσιακή ενδυμασία μαθητών και μαθητριών. Και λύθηκε  το 1964  ως εξής.

‘’Η σημαία εσχεδιάσθη βάσει οδηγιών της δίδος Ελίζας Κουράκου-Μαυρομιχάλη. Ήτο λευκή με μικρόν γαλάζιον σταυρόν εις το μέσον’’ [εφ. ΜΑΝΗ, αρ. φ. 12, 1-4-1964, σελ. 4]. Κατά συνέπεια δεν υπήρχε Μανιάτικη σημαία το 1961, το 1962 και το 1963, έγινε δε το 1964 σε ένα λευκό ύφασμα με γαλάζιο σταυρό στο μέσον χωρίς επιγραφή ή σύνθημα.

Άραγε είχε η Λίζα Μαυρομιχάλη αντίγραφο της σημαίας; Αν είχε θα την επέδειξε και αντίγραφό της τότε φτιάχτηκε. Αν δεν είχε πως την φαντάσθηκε και υπέδειξε την λευκή με τον γαλάζιο σταυρό;

Εκείνο που προκύπτει από τα παραπάνω είναι ότι στη σημαία που έγινε με υπόδειξη της Λίζας Μαυρομιχάλη δεν υπήρχε καμία επιγραφή. Και οι επιγραφές που έχει σήμερα η Μανιάτικη σημαία πότε τέθηκαν;

  ’Επί δε της ιστορικής οπής [σσ κοτρώνι] όπου ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, επικεφαλής των Μανιατών, ύψωσεν το λάβαρον της επαναστάσεως εκυμάτιζε λάβαρον με τας λέξεις, ‘’Νίκη ή θάνατος’’, το οποίον δώρισε εις την κοινότητα μας ο Γυμνασιάρχης Γυμνασίου Θηλέων Ναυπλίου [σσ πρώην γυμνασιάρχης Αρεοπόλεως] κ. Γ. Ρόκκας, ο οποίος είχεν αφιχθή μετά ομάδος μαθητριών του Γυμνασίου Ναυπλίου’’, εφ. Μανιάτικα Νέα της 5-5-1965. [Θυμάμαι τις μαθήτριες του Ναυπλίου].

Δηλαδή από το κείμενο της εφημερίδας προκύπτει ότι το λάβαρο με την επιγραφή ‘’ΝΙΚΗ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ’’ δόθηκε από τον Ρόκκα στις 17 Μαρτίου 1965 και πριν δεν υπήρχε. Είναι η πρώτη χρονιά [1965] που η Μανιάτικη σημαία φέρει αυτή την επιγραφή. Έτσι φαίνεται ότι η επιγραφή είναι ιδέα του Ρόκκα και όχι της Λίζας Μαυρομιχάλη που με υπόδειξή της κατασκευάσθηκε σημαία, χωρίς επιγραφή, το 1964. Αν οι Μαυρομιχαλαίοι είχαν διασώσει σημαία τους ή άλλη του 1821, τότε η Λίζα Μαυρομιχάλη θα την επεδείκνυε και δεν θα πρότεινε σημαία λευκή με μελανό σταυρό.

Στο Πολεμικό μουσείο δόθηκε το 2007, από τον σύλλογο της Αρεόπολης, σημαία λευκού χρώματος με μικρό μελανό σταυρό στη μέση πάνω από τον οποίον υπάρχει η επιγραφή, ‘’ΝΙΚΗ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ’’ και κάτω από τον σταυρό η επιγραφή, ‘’ΤΑΝ Ή ΕΠΙ ΤΑΣ’’ [για να μην ξεχνάμε και τις Σπαρτιατικές ρίζες μας]. 

Έτσι φαίνεται ότι η επιγραφή ‘’ΝΙΚΗ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ’’ μπήκε το 1965 για να ευθυγραμμιστεί με την άποψη μερικών Μανιατών ότι η Μάνη ήταν ελεύθερη επί Τουρκοκρατίας, ανεξάρτητο κράτος, που κήρυξε πόλεμο [και όχι επανάσταση] στους Οθωμανούς και επομένως δεν διεκδικούσε ελευθερία [που είχε] αλλά νίκη [ή θάνατο] για να ελευθερωθούν οι ραγιάδες. Ας σημειωθεί ότι ο σύλλογος Αρεοπολιτών, που ιδρύθηκε το 1957, θα έπρεπε να έχει λάβαρο τη Μανιάτικη σημαία με τις επιγραφές ‘’ΝΙΚΗ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ’’ και ‘’ΤΑΝ Ή ΕΠΙ ΤΑΣ’’ και γιορτή του την 17η Μαρτίου. Όμως, ως γιορτή είχε την 8η Νοεμβρίου, που γιορτάζει η ενοριακή του εκκλησία, ο Ταξιάρχης, όπως τον έλεγαν για αιώνες οι Αρεοπολίτες. Αν ο σύλλογος γνώριζε την 17η Μαρτίου ή είχε επαναστατική σημαία θα το σημείωνε, πανηγυρικά, και θα την προτιμούσε από το θρησκευτικό λάβαρο. Η επιγραφή ‘’ΤΑΝ Ή ΕΠΙ ΤΑΣ’’ τέθηκε τελευταία και δεν προκύπτει από πηγές ότι υπήρχε το 1821, το 1890, το 1930 κλπ.

[Σημείωση. 1] Αν η παραπάνω άποψη για τη σημαία με τις επιγραφές, ΝΙΚΗ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ και, εσχάτως, ΤΑΝ Ή ΕΠΙ ΤΑΣ, αποδειχθεί, με στοιχεία, ότι δεν είναι ορθή, τότε, ευχαρίστως, θα την ανακαλέσω].

2] Καιρός είναι, όμως, να γίνει αποδεκτή η ορθή [κατά την επιστήμη] άποψη, ότι δηλαδή, η Μάνη, στην Τουρκοκρατία, ήταν ημιαυτόνομη και φόρου υποτελής επαρχία υπό την επικυριαρχία του Σουλτάνου, που επαναστάτησε τον Μάρτιο του 1821, και, κατά συνέπεια, δεν ήταν ελεύθερο και ανεξάρτητο κράτος, όπως λόγω τοπικιστικών εγωισμών  και φιλοδοξιών λέγεται από πολλούς. Όταν υπογράφεις [1806 και 1813] υποσχετικά υποταγής στους Οθωμανούς να έχεις ‘’άκρα υποταγή και ευπείθεια εις το …Δοβλέτι’’ και μπέης [διοικητής, έπαρχος] της Μάνης γράφει στον πασά της Τριπολιτσάς, ‘’σκλαβικώς προσκυνώ και σύροντας το πρόσωπό μου εις την γη καταφιλώ τα ίχνη των ποσών σας’’ [Σταύρου Καπετανάκη, Η Μάνη στη δεύτερη Τουρκοκρατία, σελ. 380, 430, 405], δεν  μπορείς να ισχυριστείς ότι είσαι ελεύθερο και ανεξάρτητο κράτος [βλ. εργασία μου, Το δίκαιο της Μάνης].

3] Τέλος, ως προς τη σύσκεψη των προκρίτων στις 17 Μαρτίου 1821, ας σημειωθεί ότι, όπως γράφει ο Ανάργυρος Κουτσιλιέρης [Ιστορία της Μάνης, έκδοση 1993, σελ. 449], μαζώξεις προκρίτων για να συζητήσουν για τον αγώνα είχαν γίνει πολλές, σε πολλά μέρη της Πελοποννήσου και πριν και μετά την 17η Μαρτίου].

Δοξολογία, όρκος κλπ. Δεν υπάρχει καμία αξιόπιστη πηγή, που να μας πληροφορεί ότι στις 17 Μαρτίου 1821 ή όταν ξεκίνησαν οι Μανιάτες από την Τσίμοβα για την Καλαμάτα, έγινε δοξολογία ή δόθηκε όρκος των αγωνιστών ή κηρύχτηκε πόλεμος κλπ. Οι ‘’αναπαραστάσεις’’ που γί-νονται κατά τον εορτασμό της επετείου είναι νεότερα εφευρήματα και μάλιστα αρκετά μετά τον εορτασμό της πρώτης επετείου στην Αρεόπολη. 

Οι διοργανωτές επικαλούνται την παράδοση [και όχι πηγές] για όρκο, δοξολογία, παραδοσιακή ενδυμασία, Μανιάτικη σημαία, έναρξη εκστρατείας αλλά η παράδοση ξεκινά μετά το 1961, όπως παραπάνω σημειώνεται, και όχι από το 1821. Και το κενό, η χρονική απόσταση, είναι μεγάλη και δεν μπορεί να καλυφθεί από την παράδοση. 

Σπήλαια Διρού. Για τη Μάνη το ‘’μάννα’’ δεν ήρθε εξ ουρανού αλλά από τη γη. Ως προφήτης έγραφε ο Γεώργιος Μαντζαβράκος στον Φάρο της Λακωνίας, φ. 105/19-5-1958, σ 1, ‘’Ενώ η δυστυχία και η πενία μαστίζουν…τη Μάνη, λόγω αφορίας του εδάφους και ούτε ίχνος πρασίνου υπάρχει εις τας ερημικάς βουνοκορφάς…εν τούτοις κάτω από τους γυμνούς βράχους ευρίσκονται θαμμένα σπήλαια μεγίστης αξίας … άτινα θα ηδύναντο να αλλάξουν την οικονομία της δοκιμασμένης αυτής περιοχής’’. 

   Η Βλυχάδα [από το υφάλμυρο, γλυφό  νερό της] ήταν γνωστή προ του 1895 ενώ η Αλεπότρυπα  ανακαλύφθηκε τυχαία, το 1958, χάρη  σε μια κυνηγημένη αλεπού. Η επιστημονική εξερεύνηση, από το ζεύγος Πετροχείλου, ξεκίνησε το 1949 [για τη Βλυχάδα] και τέλειωσε το 1961, συμπεριλαμβάνοντας, τελευταία, στην έρευνα και την Αλεπότρυπα.  Τα δυο σπήλαια άνοιξαν τις πύλες τους για το κοινό το 1961.

Εργασίες στα σπήλαια έγιναν και αργότερα, καθώς για ένα διάστημα έκλεισαν  [περιοδικό ΗΩΣ, ό.π. σελ. 256], επαναλειτούργησαν,  και οι εργασίες συνεχίσθηκαν σε διάφορα σημεία των σπηλαίων [ενώ η Αλεπότρυπα ακόμη είναι κλειστή].

Εξαιτίας των σπηλαίων η κυβέρνηση ασχολήθηκε με τη Μάνη, έκανε έργα [επέκταση σε πλάτος, ασφαλτόστρωση δρόμου από Γύθειο ως Διρό, διαμόρφωση εξωτερικού χώρου σπηλαίων και παραλίας] για τους τουρίστες και ‘’κοίταξε’’ τη Μάνη με ενδιαφέρον, αφού δημιουργούνταν συνθήκες ανάπτυξης της περιοχής. [Έξω από την Αλεπότρυπα είναι το Νεολιθικό μουσείο Διρού, όπου εκτίθενται παλαιοντολογικά ευρήματα από τα σπήλαια]. Τα σπήλαια ανέλαβε το 1966 ο ΕΟΤ γιατί ως τότε τα λειτουργούσε η κοινότητα του Πύργου [Ο φάρος της Λακωνίας, φ. 256/30-8-1966, σελ. 4].

[Σημειώσεις. 1. Μετά την ανακάλυψη των σπηλαίων, κατά τα συνήθη στη Μάνη, Πυργιώτες και Αρεοπολίτες διεκδικούσαν και φιλονικούσαν για το ποια κοινότητα θα αναλάβει την εκμετάλλευση τους. Τελικά τα πήρε ο Πύργος στον οποίο και ανήκε η περιοχή των σπηλαίων.

2. Τον πρώτο καιρό λειτουργίας των σπηλαίων ο κάθε επισκέπτης θεωρούσε χρέος του, σαν ανάμνηση, να κόψει και ένα μικρό κομμάτι από σταλακτίτη για να το πάρει σπίτι του, οπότε σύντομα διαπίστωνε ότι το κομμάτι ‘’μαράζωνε’’ και έχανε κάθε ιδιότητά του λόγω έλλειψης νερού. Γρήγορα αποφάσισε η κοινότητα να απαγορέψει τους βανδαλισμούς.

Πρώιμος, ισχνός τουρισμός. Τα σπήλαια του Διρού, αρχικά, επισκέπτονταν σχολεία και σύλλογοι με εκδρομικά λεωφορεία. Και όταν δρομολογήθηκε λεωφορειακή γραμμή από το Γύθειο ως τα σπήλαια, οι επισκέπτες χρησιμοποιούσαν το λεωφορείο. ‘’Τα πρώτα χελιδόνια από την Εσπερία, που έφεραν την άνοιξη’’ και ήρθαν, νωρίς, στη Μάνη, ήταν, κυρίως, φοιτητές και φοιτήτριες με [δίκυκλες] μηχανές [‘’ξένοιαστοι καβαλάρηδες’’] ή κάνοντας auto stop και έμεναν στα κάμπινγκ [Μαυροβούνι, Βαθύ]. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία έρχονταν με τροχόσπιτα. Με την εμφάνισή τους, αγόρια με μακριά μαλλιά και γένια, και κορίτσια με  mini φούστα ή shorts, φορτωμένοι όλοι με σακίδια [‘’σαμάρια’’ τα έλεγαν οι συντηρητικοί Μανιάτες]  και τις κιθάρες τους, που τραγουδούσαν για την κοινωνική απελευθέρωση, την ξεγνοιασιά και τον έρωτα, προκάλεσαν την άκρως συντηρητική Μανιάτικη κοινωνία αλλά έγιναν ανεχτοί… λόγω χρημάτων και ανώτερου πολιτισμού, όπως, παλιά, οι περιηγητές. Η μοιρολογίστρα θα το έλεγε.

’Επά στης Μάνης τα βουνά, που είχε η τιμή φωλιά

Τώρα χορεύει ο σατανάς παρέα με τα θηλυκά

οπού φοράνε τα κοντά’’.

[Σύντομα στα μακριά μαλλιά για τα αγόρια και τις κοντές φούστες για τα κορίτσια θα προσχωρούσαν και οι εξ Αθηνών Μανιατόπαιδες].

 Λίγοι οι τουρίστες, για αρκετά χρόνια, ελάχιστες οι υποδομές. Ξενοδοχεία δεν υπήρχαν παρά μόνον τρία στο Γύθειο και ένα στην Αρεόπολη που μόλις είχε γίνει [Ο φάρος της Λακωνίας, φ. 337/30-9-1972, σελ. 4] και ακόμη ένα σπίτι, κατ’ όνομα ξενοδοχείο, με ένα ή δυο δωμάτια.

Το τελευταίο βενζινάδικο ήταν στην Αρεόπολη. Ήταν το νοτιότερο βενζινάδικο στην ηπειρωτική Ευρώπη. Πιο κάτω τίποτα.    

Με τον καιρό οι τουρίστες έγιναν πολλοί [βλ. παρακάτω].

Αργή βελτίωση των όρων ζωής. Και μετά το 1949, όπως παραπάνω σημειώνεται, η Μάνη εξακολουθεί να είναι αγροτική και κλειστή κοινωνία, φτωχή και έντονα συντηρητική [με δεισιδαιμονίες] που δεν διαφέρει πολύ από εκείνη του 1930 ή του 1940. Όμως, λίγα χρόνια μετά το 1949, πολλά θα αρχίσουν να αλλάζουν στην περιοχή. Την καταστροφή θα έπρεπε να διαδεχθεί μια ανάπτυξη. Μικρή βεβαίως αλλά το κράτος κινήθηκε αποσπασματικά [;] απρογραμμάτιστα[;] στα πλαίσια του πελατειακού συστήματος πάντως υπήρξε μια κινητικότητα, έστω και με αργούς ρυθμούς. Ήταν το σχέδιο Μάρσαλ, η διάνοιξη δρόμων, η προσπάθεια μείωσης της επίδρασης των αριστερών ιδεών στον φτωχό κόσμο, που απαιτούσε έργα, η σκληρή δουλειά των κατοίκων, η τεχνολογική εξέλιξη [μηχανήματα, λιπάσματα], η παιδεία, οι επισκέψεις των ‘’Αθηναίων’’ στο χωριό τους και ιδία των πεπαιδευμένων με τις ιδέες τους, οι σύλλογοι, οι αγροτικές συντάξεις, η ελάττωση του πληθυσμού λόγω μετανάστευσης, τα εμβάσματα των ξενιτεμένων, πάντως, άρχισε η βελτίωση των όρων ζωής στην ύπαιθρο.  Αλλάζουν τα πράγματα.

Αλλαγές αντιλήψεων και κοινωνικές μεταβολές [εκσυγχρονισμός]. Η Μανιάτικη κοινωνία ή μάλλον μεγάλο μέρος της μέχρι το 1949 και αρκετά χρόνια ακόμη εξακολουθούσε, σε σχέση με την πρωτεύουσα και την Ευρώπη, να είναι καθυστερημένη αρκετά, να ζει υπό πρωτόγονες, σχεδόν, συνθήκες, να διακατέχεται από τις αντιλήψεις περασμένων γενεών και να κρατά παλιές συνήθειες και πρακτικές [‘’Εμείς καθώς ευρέθημεν, έτσι θε να βαστούμεν’’] που κρατούσαν την κοινωνία στάσιμη. Ήταν μια συντηρητική κοινωνία, αγροτική με αρκετές δεισιδαιμονίες. [Βλ. εργασία μου, Περί του συντηρητισμού των Μανιατών, Ιστορική και ερμηνευτική προσέγγιση].

Σταδιακά, στο διάστημα των 1949-1980, για λόγους που σημειώνονται παραπάνω, πρώτα στη βόρεια Μάνη και μετά στη νότια, επήλθαν μεταβολές στην κοινωνική ζωή, τα ήθη και τα έθιμα των κατοίκων.

Αυτός ο κοινωνικός μετασχηματισμός, που είχε ξεκινήσει αρκετά χρόνια μετά τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους, ήταν πολύ, μα πολύ αργός, ως τη λήξη του εμφυλίου.  Συνέχισε την αργή του πορεία και μετά το 1949 αλλά από το 1960 άρχισε να κινείται γρηγορότερα και μετά το 1980-90, η επαρχία ‘’έφθασε’’ την πρωτεύουσα. Σχεδόν εξομοιώθηκε μαζί της. [Έζησα αυτή την εξέλιξη από την αγροτική ζωή στην αστική και μερικά χαρακτηριστικά της είναι και τα ακόλουθα].   

1] Από δεκαετίες έχουν εγκαταλείψει τα τσαρούχια. Τέλος στα ‘’τάγματα ξυπόλητων’’, τέλος και στα ‘’διλογίτικα’’ παπούτσια [ελαφρώς διάφορα το ένα από το άλλο]. Τέλειωσαν τα μπαλωμένα ρούχα, στη διατροφή ‘’μπαίνει’’ και το κρέας, όχι μόνο Χριστούγεννα και Πάσχα, βελτιώνονται και οι κατοικίες.

2] Δεν γίνονται, πλέον, γάμοι με το ζόρι, παντρειά με το στανιό, με απειλή, λόγω ‘’προγαμιαίων σχέσεων’’ κλπ.

‘’Ή την παίρνεις ή θα πάει το αίμα γόνα’’.

‘’Εγώ στανιώς παντρεύτηκα, δίχως να είναι η γνώμη μου’’. 

‘’Εγώ καλά παντρεύτηκα, ας κλάψει όποιος με πήρε’’. Και τα προξενιά περιορίσθηκαν αισθητά. 

3] ‘’Παιδί’’ ήταν, παλιά, μόνο το αγόρι. ‘’Ένα παιδί και δυο κορίτσια’’. Έπαυσε και αυτό. Παιδιά ‘’έγιναν’’ και τα κορίτσια και κληρονομούσαν όπως και τα αγόρια.

4]. Άνδρας [πατέρας, αδελφός, σύζυγος]-‘’αφέντης’’. Και ο ρόλος του ‘’άντρα-αφέντη’’ όλο και περιορίζεται μετά το 1960 καθώς η γυναίκα μπαίνει στην παραγωγή, αποκτά δικαιώματα, η θέση της βελτιώνεται. Λόγω των αυστηρών ηθών τα κορίτσια αλλά και οι μεγάλες γυναίκες δεν έβγαιναν από το σπίτι παρά μόνο για δουλειές. Οι βόλτες ήταν απαγορευμένες και τα βραδινά ‘’νυφοπάζαρα’’ [βόλτες στον κεντρικό δρόμο] που γίνονται στη βόρεια Ελλάδα δεν γίνονταν στα χωριά της Μάνης. Ούτε οι γυναίκες κάθονταν στο καφενείο. Περνούσαν από μακριά. Μόνο στη ρούγα της γειτονιάς κάθονταν οι γριές και μερικές φορές όταν δεν είχαν δουλειά στο σπίτι πήγαιναν και οι νέες.

5] Η πατριαρχική οικογένεια, δηλαδή το μεγάλο σόι, όλοι οι συγγενείς, αποδυναμώνεται και η πυρηνική, δηλαδή σύζυγοι και παιδιά, αυτονομείται. Στη βόρεια Μάνη νωρίτερα και στη νότια αργότερα. Μετά το 1960 υπάρχει μόνον η ‘’εν στενή εννοία’’ οικογένεια, δηλαδή ανδρόγυνο με παιδιά και τους γέρους γονείς [για τους σώγαμπρους, τα πεθερικά] και, ενίοτε, με ανύπαντρες αδελφές του άνδρα.

Τα σόια συγκεντρώνονται σε γάμους και κηδείες αλλά καθώς περνούσαν τα χρόνια ‘’η συγγένεια έτρεχε στα λουριά’’, δηλαδή απομακρυνόταν και ο καθένας κοίταζε για το σπίτι του. [‘’Από έξω από το σπίτι μου κι ας είναι και του αδερφού μου’’ το κακό]. Ήταν και η μετανάστευση που σκόρπιζε τους συγγενείς και αποδιοργάνωνε το σόι.

6] Λόγω παιδείας, εκσυγχρονισμού, μετάβασης από την αγροτική ζωή στην αστικοποίηση κλπ εξασθενίζουν και απορρίπτονται δεισιδαιμονικές αντιλήψεις [για μάγισσες, νύμφες, φαντάσματα κλπ σε κάθε σταυροδρόμι και μονοπάτι]   καθώς και διάφορες προλήψεις.

7] Πολυτεκνία, παιδική εργασία και μόρφωση. Παλαιότερα οι Μανιάτες έκαναν πολλά παιδιά και ήθελαν να είναι αγόρια για να είναι ισχυρό το σόι. [Είναι γνωστός και ο θεσμός της σύγκριας για να αποχτήσουν αγόρια]. Τα παιδιά από μικρή ηλικία βοηθούσαν τους γονείς τους σε όλες τις εργασίες και από ενωρίς πολλές δουλειές μπορούσαν να κάνουν και μόνα τους [και ως τσοπανόπουλα ‘’αλώνιζαν’’ με τα κοπάδια τα βουνά και τα λαγκάδια]. Μετά το 1960 ο αριθμός των γεννήσεων όλο και περιορίζεται [όπως και η παιδική θνησιμότητα, λόγω γιατρών και φαρμάκων], τα κορίτσια εξισώνονται με τα αγόρια και όλα, αγόρια και κορίτσια, πηγαίνουν στο σχολείο για να μάθουν γράμματα και αργότερα να φύγουν για την Αθήνα και να εργασθούν εκεί.

8] Αγγαρεία. Από παλιά για τη διάνοιξη και διαμόρφωση μονοπατιών και δρόμων υπήρχε ο θεσμός της αγγαρείας, δηλαδή της αναγκαστικής, χωρίς αμοιβή, εργασίας, κυρίως των ανδρών, ενίοτε δε και των γυναικών, ενώ για  τον καθαρισμό μονοπατιών, ρεμάτων κλπ υπόχρεοι ήταν οι παρόδιοι ιδιοκτήτες των χωραφιών. Υπήρχε επίσης ο θεσμός της εργατίας, οπότε  συγγενείς, φίλοι και γείτονες, όχι όμως εχθροί, βοηθούσαν τη χήρα, τα ορφανά, τη φτωχή οικογένεια αλλά και τον μεγάλο νοικοκύρη να μαζέψει τις ελιές, να θερίσει κλπ χωρίς αμοιβή. Τέλος υπήρχε και ο θεσμός της συντροφίας [τραπέλας] για κοινές εξορμήσεις στο ψάρεμα, στο κυνήγι κλπ.  Όλα αυτά ίσχυαν ως περίπου το 1960 και στη νότια Μάνη ίσως και αργότερα αλλά ατόνησαν σταδιακά.

9] Η εξέλιξη της γλώσσας και η αλλαγή της προφοράς. Η Μανιάτικη γλώσσα, που όλο και επηρεαζόταν από την ‘’Αθηναϊκή’’, μετά το 1960, λόγω των σχολείων [δασκάλων], του ραδιοφώνου και των εφημερίδων, της επικοινωνίας με την πρωτεύουσα, καθώς πηγαινοέρχονταν Μανιάτες από Αθήνα και Μάνη, απέβαλλε ακόμη και στη Νότια Μάνη –στη Βόρεια τα είχε αποβάλλει προπολεμικά- τους τοπικούς ιδιωματισμούς όπως φουλιά, άχυουρα, παιδία, παίζουσι κλπ. Και η προφορά, με τον καιρό, επίσης εξομοιώθηκε με της πρωτεύουσας. Και η προσφώνηση, ‘’λω’’ [λω θειά-Μήτσαινα], τέλειωσε.

10] ‘’Ξενηλασία’’. Πνεύμα καχυποψίας στους ξένους –κατάλοιπο από τους χρόνους της αρχαίας Σπάρτης για να μην αλλάξει η κοινωνία- υπήρχε  στα χωριά της Μάνης, εκτός των αγορών Γυθείου, Αρεόπολης, Καρδαμύλης. Σε άλλο χωριό θα πήγαινε κάποιος εφόσον υπήρχε σοβαρός λόγος [γάμος, βάπτιση, κηδεία, μνημόσυνο, εργασία]. Αλλιώς θα τον κοίταζαν με υποψία και θα του έδειχναν ότι είναι ανεπιθύμητος. Η τοπική κοινωνία δεν ήθελε ‘’καινά δαιμόνια’’.

‘’Φτωχούς δεν ευσπλαχνίζονται και ξένους δεν λυπούνται’’,

γράφει ο Νηφάκος για τους Μεσομανιάτες.

Με τον τουρισμό κλπ οι επισκέψεις στα χωριά δεν αποτελούσαν πρόβλημα, οι ξένοι ήταν ευπρόσδεκτοι.

Πιστοί φύλακες του εθίμου ήταν τα παιδιά, που όταν θα έβλεπαν ξένο παιδί στο χωριό τους [ή και στη γειτονιά τους] θα του επετίθεντο με τις πέτρες ή και τις γροθιές τους, σαν άγρια σκυλιά, για να το διώξουν.

11] Οπλοκατοχή. Μετά το 1949 τα όπλα ‘’σίγησαν’’ και παραδόθηκαν στις αρχές. Όπλο για αριστερό ή κεντρώο ήταν αδιανόητο. Ήταν απόδειξη για φυλακή ή εξορία. Όσοι δεξιοί ήθελαν να έχουν είτε τα έκρυψαν στις κασέλες τους είτε εντάχθηκαν στον στρατό, στη χωροφυλακή ή στα Τάγματα Εθνοφυλακής Αμύνης [ΤΕΑ] όπου έκαναν ασκήσεις σκοποβολής για να αντιμετωπίσουν τυχόν νέα απειλή ανταρτών καθώς εθεωρούντο βοηθητική δύναμη του στρατού και συνεργάζονταν με τη χωροφυλακή.

Υπήρχαν, βεβαίως, για τους δεξιούς και τα κυνηγετικά όπλα, που ήταν, σχεδόν, όλα εποχής ‘’κάτσε, Τούρκο, να γεμίσω’’ αλλά ‘’όλο’’ και οι κάτοικοι αγόραζαν βελτιωμένα και ‘’όλο’’ τα θηράματα [ορτύκια, τρυγόνια κλπ] ελαττώνονταν και τελευταία δεν υπάρχει ‘’πουλί πετούμενο’’.

Η δικτατορία, αμέσως μετά την 21η Απριλίου 1967, διέταξε το σφράγισμα των κυνηγετικών όπλων αλλά σύντομα το μέτρο ανεκλήθη, καθώς δεν υπήρχε κίνδυνος οι κυνηγοί να επιχειρήσουν ανατροπή του καθεστώτος. Για μερικές ημέρες ησύχασαν τα [λίγα] πουλιά.

Το φαινόμενο της οπλοκατοχής δεν έλαβε τις διαστάσεις, που είχε [ή και έχει;] στην Κρήτη. Οι Μανιάτες υπάκουσαν στον νόμο. Ήταν και το ότι όλα τα σπίτια είχαν και έναν άνθρωπό τους στο δημόσιο [το κράτος] και ιδία στον στρατό και στα σώματα ασφαλείας, που το όπλο το κατείχαν νομίμως και όσοι δεν το είχαν ‘’εκ της υπηρεσίας τους’’, ως εθνικόφρονες, μπορούσαν να πάρουν τη σχετική άδεια. Βέβαια, όπως έχει σημειωθεί παραπάνω, στην παράγραφο, Μανιάτες στην Αθήνα, κάποιοι Μανιάτες, στην Αθήνα, κυρίως, αλλά επισκέπτονταν και τη Μάνη, που δεν τα πήγαιναν καλά με τον ποινικό νόμο και επιδίδονταν σε δουλειές λαθρεμπορίου, ναρκωτικών, λευκής σαρκός, προστασίας  κλπ ‘’χρειάζονταν ’’ και όπλα και μερικοί ήταν ονομαστοί.

Πάντως, για να μην ξεχνάμε τον πόλεμο και την αντάρα του, μερικοί ψαράδες έριχναν ποσότητες δυναμίτη στη θάλασσα ΄΄για μια καλή ψαριά’’ άσχετα αν κατέστρεφαν τον γόνο και στην ανάσταση, έξω από την εκκλησία, έπεφταν τόσοι δυναμίτες, που έδιναν την εικόνα πολέμου και, μετά, βομβαρδισμένης πόλης.

12] Γδικιωμοί και φονικά. Δεν εξέλειπαν παντελώς μετά το 1950 αλλά όλο και περιορίζονταν, έτσι, που μετά το 1960-65, θα σημείωνα ότι είχαν σταματήσει και αν γινόταν κάποιο φονικό ήταν εντελώς μεμονωμένο και δεν ακολουθούσε γδικιωμός.

Η μετανάστευση και η εξ αυτής ερήμωση της υπαίθρου συνετέλεσαν στην αισθητή μείωση και στη συνέχεια στο τέλος των γδικιωμών. Τα σόια ή τα περισσότερα μέλη τους έφευγαν από τα χωριά, στην Αθήνα ή στους άλλους τόπους που πήγαν δεν ήταν κοντά, ήταν και η άνοδος του πολιτιστικού επιπέδου, οι νέες συνθήκες, οι επικοινωνία με άλλους ανθρώπους και έτσι σταμάτησαν τα πάθη. Πάντως δεν ήταν καθόλου παράξενο, ίσα-ίσα ήταν πολύ συνηθισμένο, και σχεδόν ακόμη και σήμερα, σε πολλά, αν όχι όλα, τα χωριά της Μάνης που ο ένας  γέρος έμενε στη μια άκρη του έρημου χωριού και ο άλλος στην άλλη ή και δίπλα, να μη μιλιούνται μεταξύ τους, όχι τόσο λόγω παλιών γδικιωμών -με τους οποίους άλλωστε δεν ασχολούνταν- αλλά για διάφορες ασήμαντες αιτίες [αγροζημίες, σύνορα χωραφιών, ανάδειξη προέδρου κοινότητας κλπ].

13] Αν, ως το 1970-75[;] περίπου, ένας μαθητής περνούσε σε πανεπιστημιακή σχολή, όχι μόνον στο χωριό του αλλά και στην ευρύτερη περιοχή, θα γινόταν θέμα συζήτησης η επιτυχία του και άλλοι θα το εγκωμίαζαν ενώ κάποιοι άλλοι, λίγοι βεβαίως, θα ‘’έσκαγαν από τη ζήλεια τους’’. Θα ήταν ένα σημαντικό θέμα στην παραδοσιακή κοινωνία της Μάνης. Μετά, με τον τουρισμό, τα μέσα επικοινωνίας κλπ τα θέματα συζήτησης ήταν αυτά που τόνιζε η τηλεόραση…

14] Η αυτάρκεια του νοικοκυριού.  Η κάθε οικογένεια προσπαθούσε να είναι αυτάρκης, δηλαδή να έχει το σπίτι της,  να έχει κότες, οικόσιτα ζώα [πχ 2-3 κατσίκες για το γάλα, χοιρινό για τα σύγγλινα], κοπάδι [με αγελάδες ή πρόβατα ή γίδια], ένα γαϊδούρι ή μουλάρι ως μεταφορικό μέσο, χωράφια με ελιές [για το λάδι] και για να σπέρνει σιτάρι [και να εξασφαλίζει το ψωμί της] και, επίσης,  να σπέρνει φακές, φασόλια κλπ, έφτιαχνε χυλόπιτες, τραχανά για τον χειμώνα ακόμη και μακαρόνια ζυμωτά, είχε αργαλειό [για να υφαίνει κλινοσκεπάσματα] και [είχε] πολλά άλλα οικιακά και αγροτικά εργαλεία για τις ανάγκες της. Ελάχιστα αγαθά θα αγόραζε, αυτά που η ίδια δεν μπορούσε να παράγει, αν και θα επιχειρούσε να τα ανταλλάξει με άλλα αγαθά συγχωριανών. Η αυτάρκεια όμως και η ανταλλαγή τέλειωσαν μετά το 1960.  Και έτσι  μετά το 1960 και καθώς η αγροτική ζωή και η τοπική οικονομία μεταβάλλονταν, ο μετασχηματισμός της κοινωνίας εξελισσόταν και ο καταμερισμός της εργασίας κτυπούσε την πόρτα της υπαίθρου, τα νοικοκυριά θα αγόραζαν και δεν θα παρασκεύαζαν πολλά από τα αγαθά που χρειάζονταν. 

15] Φιλοξενία. Παρά την ξενηλασία υπήρχε και φιλοξενία στον ξένο [Ξένιος Ζευς] αλλά με τον τουρισμό ήρθε ο Κερδώος Ερμής και οι φιλοξενίες ‘’έμειναν’’ σε κάτι ξεμόνια [που διατηρείτο ακόμη το λυχνάρι γιατί δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα]. 

16] Μετά το 1965 σταμάτησαν να κοιμούνται στα χωράφια και τις σπηλιές οι αγρότες.

 17] Παραμονή του Άι-Λία άναβαν φωτιά και τα παιδιά πηδούσαν από πάνω της. Η χωροφυλακή [κατά το 1960[;] απαγόρευσε το έθιμο για τον κίνδυνο πυρκαγιάς. Των Φώτων ράντιζαν [‘’αγίαζαν’’] τα χωράφια και τα ζώα, όταν δεν έβρεχε έκαναν λιτανεία για να βρέξει, λέγαμε κάλαντα του Λαζάρου και πριν τη σπορά ευλογούσε ο παπάς λίγο καρπό στο φακιόλι που πήγαιναν την Κυριακή στην εκκλησία. Όλα σταμάτησαν.

 18] Τέλος τα μαύρα ρούχα, επ’ άπειρον, για αυτούς που πενθούσαν. Τέρμα και το αξύριστο των ανδρών λόγω πένθους. Και τα μοιρολόια σπανίζουν. Σταματάνε και οι αοιδοί δημοτικών τραγουδιών και οι οργανοπαίχτες όπως και οι τσατιρολόγοι, οι ξυλογλύπτες, οι λιθοξόοι.

19] Μαζί με όλα τα άλλα τα παλιά που έφυγαν, ‘’τέλειωσε’’ και η υπέρ-ηρωική, ανυπέρβλητη, θρυλική Μανιάτισσα ΜΑΝΑ, που δούλευε για το σπίτι και την οικογένειά της από το πρωί ως το βράδυ και αρκετές ώρες της νύχτας. Ό,τι και αν γράψω για αυτήν  θα είναι λίγο. Κολώνα της οικογένειας, δουλευτής περήφανος στο σπίτι και στο χωράφι, είλω[ν]τας μέρα-νύχτα για τα παιδιά, τον άνδρα, την τιμή και αξιοπρέπεια της οικογένειας.   ’Σερνικομάνες με τ’ αγόρια αρμαθιά,

              Αντρογυναίκες και σκληρές σαν αμαζόνες’’.

Ας είναι ‘’αλαφρό’’, για κάθε μια, το χώμα που τη σκεπάζει στο νεκροταφείο του χωριού της.

‘’Και της δικής μου φυσικά  Που δούλεψε πολύ σκληρά

και δεν είδ’ αναπαή, μια ολάκερη ζωή’’.

Έθιμα που διατηρούνται. Σε πολλά χωριά της Μάνης, ιδία της Ανατολικής, τη Δευτέρα της Λαμπρής, τελείται το έθιμο του Σταυρού, ως επέτειος και σε ανάμνηση της απελευθέρωσης του κάστρου του Πασσαβά το 1780[;] οπότε οι Μανιάτες έδιωξαν τους Οθωμανούς από αυτό.

Μεταβολές και στο περιβάλλον. Στα βράχια της ακρογιαλιάς υπήρχαν ως το 1965[;] πεταλίδες, αχινοί και άλλα οστρακοειδή, που τα τρώγαμε ωμά. Εκτός από τα ορτύκια, τα τρυγόνια, τους δάγκους, τις τσίχλες, τις μπεκάτσες κλπ, που ήταν διαβατάρικα ή εποχιακά πουλιά, υπήρχαν και άλλα, πολλά, πουλιά διαφόρων ειδών, μικρά και μεγάλα [πέρδικες, κοτσύφια, σπουργίτια, καρδερίνες κλπ] που διαβιούσαν μόνιμα στη Μάνη. Και από αυτά ήταν ‘’γεμάτος ο τόπος’’ ως περίπου τα 1965. [Και στήναμε παγίδες, τσινόπλακες, βεργάκια και βροχούς]. Εξαφανίστηκαν από τα φυτοφάρμακα, τα λιπάσματα κλπ. Φταίει η κλιματική αλλαγή.

Σταμάτησαν πολλές καλλιέργειες [πχ αμπελιών, σίτου], ξεράθηκαν δένδρα και δεν αντικαταστάθηκαν [πχ καρυδιές, συκιές, φραγκοσυκιές, μουριές], έπαυσε η σηροτροφία, το μάζεμα της ρίγανης και του βελανιδιού [για τη βαφή], δεν φυτεύουν, πλέον, λούπινα [θέρμος], δεν φτιάχνουν στα σπίτια σύγγλινα αλλά τα αγοράζουν όπως και πολλά άλλα εδέσματα, δεν υπάρχουν περιβόλια, οικόσιτα ζώα κλπ.

Σαν έφυγαν οι άνθρωποι και σταμάτησαν την κτηνοτροφία, φύτρωσαν παντού θάμνοι και δένδρα και στα πετρώδη ασπάλαθοι, φλόμοι, αφάνες, ασπάκες και οι τόποι έγιναν δάση και δασώδεις εκτάσεις [προς χαρά της δασικής υπηρεσίας], πνίγηκαν τα χαμομήλια από τις τσουκνίδες και τα βάτα. Εγκατέλειψαν τη γη οι άνθρωποι αγρίεψε η φύση.

           Ήτανε  κτήμα καρπερό και εγίνηκε αμμουδάρα

           κι έβγαλε σέμες και λυγιές κι ένα ραμάκι φλόμο.

          Πολλές πηγές, βρύσες, βρυσούλες, πηγάδια στέρεψαν. 

‘’Στέρεψε η βρύση, στέρεψε με το νερό το κρύο,

           μαράθηκε κι ο πλάτανος, πούχε παχύ τον ίσκιο

          και αποσκιάζαν οι βοσκοί κι όλοι οι τσοπαναραίοι

          και πίνανε κρύο νερό όσο κιάν εδιψούσαν’’.

          Χωρίς νερό η κρήνη. Στέρεψε και βουβάθηκε η βρύση του Κατρίνη.

[Η βρύση του Κατρίνη βρισκόταν, πολύ παλιά, κοντά στα Ψωινιάνικα [Δρυάλια], στη νοτιοανατολική αγροτική περιοχή της Αρεόπολης].

Τα παλιά μονοπάτια -μονοπάτια αιώνων από τις πατημασιές ανθρώπων και ζώων- και τα καλντερίμια δεν χρησιμοποιούνταν λόγω των δρόμων και της μετανάστευσης και έγιναν αδιάβατα. Σήμερα πολλά είναι άγνωστα. Επίσης λόγω εγκατάλειψης καταστράφηκαν αλώνια, πατητήρια, καμίνια, στέρνες, καλύβια, μάντρες, τοίχοι και πεζούλες [τράφοι].       

 

 

 

 

 

 

 

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ.  Η ζωή στην Αθήνα των Μανιατών μεταναστών. Φεύγοντας οι περισσότεροι Μανιάτες θα πήγαιναν στην Αθήνα και στον Πειραιά [ή στο εξωτερικό] και κυρίως εκεί που είχαν εγκατασταθεί, από παλιά, συγγενείς ή συγχωριανοί τους για να έχουν κάποιον γνωστό, ‘’για καλό και για κακό’’, κατάλοιπο του να είμαστε κοντά, μαζί, και να νιώθουμε ασφαλείς, να έχομε μια βοήθεια, αν χρειασθεί, σε ώρα ανάγκης γιατί οι Μανιάτες στα ξένα βοηθούσαν ο ένας τον άλλον, αρκεί να μην είχαν παλιά μίση, καθώς αυτά τα κρατούσαν. Και έτσι ‘’έψαχναν’’ να βρουν συμπατριώτες και ας ήταν ο ένας από το Ταίναρο και ο άλλος από τη Βέργα, πλήρως άγνωστοι, αρκεί να ήταν Μανιάτες.

-Από που είσαι, ρε κορώνα;

-Τον στρατηγό … [σσ ‘’η Μάνη βγάζει στρατηγούς’’] ή τον καπετάνιο… [ενωματάρχη της χωροφυλακής] τι τον έχεις;

Και πάντα θα εύρισκαν κάποιον πατριώτη, καθώς

‘’Μανιάτης είν’ ο δάσκαλος, Μανιάτης κι ο αστυνόμος,

Μανιάτης και ο δικαστής, Μανιάτικος κι ο νόμος’’. 

Και έτσι ενίσχυσαν παλιές Μανιάτικες γειτονιές ή έφτιαξαν νέες. Οι περισσότεροι πήγαν σε λαϊκές, φτωχές συνοικίες και έμεναν σε χαμόσπιτα του ενός ή δυο το πολύ δωματίων σε μια αυλή με άλλα δωμάτια δίπλα, ένα κοινό αποχωρητήριο και πλυσταριό για πολλούς ενοίκους. Άλλοι έμεναν σε παράγκες ή αυθαίρετα ‘’της κακιάς ώρας’’. Όταν κατάφερναν να ‘’μπουν’’ σε διαμέρισμα [ή το έπαιρναν προίκα] είχαν κάνει άθλο.  Με τον καιρό, όσοι μπορούσαν, αγόραζαν μικρά και φθηνά [τα πιο πολλά εκτός σχεδίου] οικόπεδα, με πολλές δόσεις και οικονομίες ή μετά από πωλήσεις χωραφιών στο χωριό τους. Οι περισσότεροι πήγαν στα πολυάνθρωπα Μανιάτικα του Πειραιά, αλλά και στη Δραπετσώνα, στη Νίκαια, στο Αιγάλεω, στο Κερατσίνι, στον Νέο Κόσμο, στο Λαύριο ή αλλού. Λίγοι πήγαν στου Ζωγράφου, στην Καλλιθέας κλπ και ελάχιστοι, αργότερα, σαν ‘’ευπόρησαν’’, στα βόρεια ή νότια προάστια.

Όπου κι αν πας κι όπου βρεθείς, κάποιον Μανιάτη θε να βρεις.

Παρά τα κάποια ζητήματα προσαρμογής, αρχικά, σύντομα ενσωματώθηκαν στις τοπικές κοινωνίες της Αθήνας, που απαρτίζονταν, φυσικά, από χωρικούς-μετανάστες από άλλες επαρχίες, καθώς δεν υπήρχαν μεγάλες διαφορές μεταξύ τους, κυρίως, ως προς τα ήθη. Με τους ιδιωματισμούς της γλώσσας και την προφορά είχαν κάποια προβλήματα αλλά ξεπεράστηκαν με τον καιρό. [Γνήσιοι Αθηναίοι [Γκάγκαροι] ήταν λίγοι].

Οι Μανιάτες επιχείρησαν να ‘’αλώσουν’’ το κράτος, ‘’ο πολύς κόσμος, ο λαός’’ να διοριστεί στο δημόσιο [δημόσιες υπηρεσίες, στρατό, σώματα ασφαλείας κλπ] οι δε ισχυροί, απόγονοι μπέηδων και καπεταναίων, να καταλάβουν πολιτικές θέσεις στην κυβέρνηση, στη βουλή, στους δήμους, στις δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς αλλά και στον οικονομικό τομέα. Βεβαίως υπήρξε μια κοινωνική κινητικότητα και, τελευταία, χάρη στα κόμματα [ιδία της Δεξιάς], μερικοί Μανιάτες, ακόμη και από τη λαϊκή τάξη, ανήλθαν σε υψηλές θέσεις στην πολιτική και οικονομική ζωή της χώρας. Πχ σε πολλούς δήμους της Αττικής εξελέγησαν Μανιάτες δήμαρχοι ή διορίσθηκαν πρόεδροι δημόσιων οργανισμών κλπ.

Τα σπίτια τους στο χωριό, αυτά που άφησαν, κατά κανόνα, ήταν γερά θεμελιωμένα, χτισμένα με πέτρα, είχαν στέγη με κεραμίδια, ήταν διώροφα, πάνω οι άνθρωποι, κάτω τα ζώα. Είχαν αυλή. Και μπορεί οι Μανιάτες να ήταν μαλωμένοι με τους μισούς συγγενείς και συγχωριανούς αλλά με τους άλλους μισούς είχαν καλές σχέσεις και συμμετείχαν στην κοινωνική ζωή του χωριού. Μεγάλη διαφορά από την πόλη. Όμως στην Αθήνα υπήρχε για τους περισσότερους ο μισθός ή το μεροκάματο και η ζωή ολοένα και βελτιωνόταν. Και αν δεν εύρισκαν δουλειά ‘’μπάρκαραν’’ στα καράβια ή πήγαιναν στην Αμερική και στην Αυστραλία.

Στην Αθήνα ασχολήθηκαν με όλες τις δουλειές, ανάλογα με το φύλο, την ηλικία, τη μόρφωση και προπάντων το ρουσφέτι. Οι αριστεροί και οι κεντρώοι αλλά και μερικοί δεξιοί [που είχαν απολυτήριο δημοτικού] στις οικοδομές, στις βιοτεχνίες και στα εργοστάσια, οι κοπέλες ως πωλήτριες και μοδίστρες -παραδουλεύτρες, συνήθως, δεν δέχονταν να γίνουν- οι δεξιοί, κατά κανόνα, στον στρατό, στο δημόσιο [όσοι είχαν απολυτήριο γυμνασίου] και στη χωροφυλακή, σε νοσοκομεία, που αρκούσε το απολυτήριο δημοτικού. Μερικοί όμως διακρίθηκαν στα γράμματα, στις τέχνες [βλ. παρακάτω κεφάλαιο, Πνευματική και πολιτιστική κίνηση], στα δημοτικά πράγματα [δήμαρχοι και δημοτικοί σύμβουλοι], άλλοι στον συνδικαλισμό, άλλοι στον αθλητισμό και στη διοίκησή του [με τον Ολυμπιακό, τον Εθνικό και τελευταία με τον ποδοσφαιρικό σύλλογο ΜΑΝΗ], στις επιχειρήσεις, στη ναυτιλία, στο εμπόριο κλπ. Και τέλος, κάποιοι άλλοι, που χωρίς όπλο δεν μπορούσαν να κάνουν, έγιναν σωματοφύλακες, πορτιέρηδες νυχτερινών κέντρων, αρχηγοί ομάδων προστασίας διαφόρων ‘’δραστηριοτήτων της νύχτας’’, ως έχει σημειωθεί. 

Η ζωή για τους περισσότερους ήταν δύσκολη. Εργασία από το πρωί ως το βράδυ [‘’σπίτι, δουλειά’’]. Άλλο μέρος από τη γειτονιά και τη δουλειά τους δεν ήξεραν. Το Σάββατο το απόγευμα και ’’τις Κυριακές από νωρίς στο καφενείο’’ ή ραντεβού έξω από το φαρμακείο του Μπακάκου στην Ομόνοια ή στο παλιό ρολόι και στην αγορά του Πειραιά με κουμπάρους, μπατζανάκηδες, συγχωριανούς, αρραβωνιαστικές για να καθίσουν στα γύρω καφενεία επαρχιωτών [πχ Η ΛΑΚΩΝΙΑ] και ‘’να τα πουν’’ για τις δυσκολίες της ζωής και να θυμηθούν το χωριό τους. Ίδιες εικόνες που έζησε ξανά η πλατεία της Ομόνοιας μετά το 1992, όταν οι ξένοι εργάτες, κυρίως Αλβανοί, κατέκλυσαν την Ελλάδα και μαζεύονταν στην Ομόνοια ή στις πλατείες άλλων πόλεων και χωριών για να κάνουν τις ίδιες δουλειές, που άλλοτε έκαναν και τώρα δεν ήθελαν οι Έλληνες.

Ως κοινωνικές εκδηλώσεις είχαν κάποιο γάμο, βάπτιση, κηδεία ή μνημόσυνο κλπ κάποιου συγγενή ή συγχωριανού [στις κηδείες πήγαιναν και ας μην είχαν συγγένεια] και σπάνια πήγαιναν στον κινηματογράφο της γειτονιάς για να ιδούν ‘’το παιδί του λαού’’ ή κάποιους άλλους ηθοποιούς που έπαιζαν σε ‘’δραματικά’’ έργα, όπου το πλουσιόπαιδο αγάπησε τη φτωχή, οι γονείς του δεν την ήθελαν αλλά στο τέλος ‘’η αγάπη θριάμβευε’’ κλπ. Το θέατρο ήταν σπάνιο.

Κάποια φορά, στις 25 Μαρτίου,  μπορεί να πήγαν στην πλατεία Συντάγματος για να ιδούν τον βασιλέα, με στολή μεγάλου στρατάρχη, έφιππο, επί λευκού κέλητος, να πηγαίνει στη μητρόπολη και τον στρατό να παρελαύνει μετά τα τανκς και τα κανόνια.

Ο από τη Μάνη καταγόμενος μουσικοσυνθέτης Σταύρος Ξαρχάκος  θα παρηγορούσε όσους είχαν ‘’μαύρη ζωή, βράδυ, πρωί’’,

‘’Κάντε υπομονή κι ο ουρανός θα γίνει πιο γαλανός’’.

Μόνο που για ‘’να γίνει ο ουρανός πιο γαλανός’’ έπρεπε να έχουν ‘’γαλάζια όνειρα’’ και να καταφύγουν στο ρουσφέτι.

Ρουσφέτια και πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων. Αρκετοί -πολλοί, πάρα πολλοί- επεδίωκαν, με το ρουσφέτι και το πιστοποιητικό εθνικοφροσύνης, που επιδείκνυαν ως μέγιστα προσόντα, οι ίδιοι και τα παιδιά τους -που είχαν το κληρονομικό δικαίωμα του εθνικόφρονα- να διορίζονται στο δημόσιο. [Ας θυμηθούμε το περιώνυμο τηλεγράφημα Μανιάτη, ‘’εγεννήθη άρρεν, κλείσατε θέσιν’’]. Να τη βρει έτοιμη.

Πολλοί είχαν αξίωση ως εθνικόφρονες αλλά δεν δίσταζαν και να ‘’φιλήσουν κατουρημένες ποδιές’’ για να διοριστούν στο δημόσιο και πάντως ιδιαίτερη προτίμηση είχαν στον στρατό, στην αστυνομία και στη χωροφυλακή γιατί θα είχαν εξουσία [’’πάμε μέσα, ρε’’], στολή, γαλόνια, όπλο και μόλις διορίζονταν ΄΄στον μεν ισχυρό στέκονταν σούζα, άλλαζαν δε την πίστη στον αδύναμο’’. Επίσης ζητούσαν και άλλες παροχές, όπως, άδειες ΤΑΧΙ, φορτηγού, θυρωρού, πωλητή στις λαϊκές, περιπτερά και συνεργάζονταν με τις αρχές κατηγορώντας τους ‘’άλλους’’ ότι διάβαζαν εφημερίδα πχ ΤΟ ΒΗΜΑ, ότι συζητούσαν για  την ΕΔΑ ή την ΕΚ και το παιδί του … να μη διορισθεί, γιατί ο πατέρας του ψήφισε Πλαστήρα κλπ.

Το ρουσφέτι για τους Μοραΐτες  και βεβαίως για τους Μανιάτες έχει παλιές ρίζες, από την εποχή ‘’του μπάρμπα της Κορώνης’’, της προσκόλλησης στον ισχυρό αλλά και της επίκλησης από τους ισχυρούς Μανιάτες της βοήθειας των Δυτικών για να πάρουν [και με το μπαξίσι], από τον Σουλτάνο, τα αξιώματα του καπετάνιου και ιδία του μπέη. 

Δυστυχώς οι Μανιάτες, όντας συνηθισμένοι στο να κοιτάζουν το ατομικό τους συμφέρον, δεν έλεγαν,

‘’Ρουσφέτια εμείς δε θέλομε- και τα παιδιά μας όλα

χωροφυλάκοι  να γινούν.

Θέλομε έργα ανάπτυξης, έργα πνοής και δράσης,

να μείνουν πα τα τέκνα μας κι ο τόπος μας να ζήσει’’.

Η πραγματικότητα ήταν,

‘’Εκείνοι πήραν τα πολλά γιατί ήταν [ρουσφετ]…-ιάνοι

κι εμάς μας βάλαν στη γωνιά γιατί ήμασταν [αξ[-ιοι]…-ιάνοι’’.

Ας θυμηθούμε τα παλιά. Κάποτε,

Ένας Μανιάτης έκρουσε την πόρτα υπουργείου

και ο κλητήρας τον ρώτησε με ύφος … ανωγείου.

-Έρχεσαι, ξαναέρχεσαι. Τι θέλεις επιτέλους;

Και ’κείνος τ’ αποκρίθηκε και με θυμό του είπε.

-Θέλω να ειπώ στον υπουργό, ό,τι [μ’]  έταξε να κάνει.

Να με διορίσει στον στρατό, μόνιμο αξιωματικό,

να έχω πιστόλι και στολή, να δίνω και διαταγή. 

Και με παραλλαγή οι δυο τελευταίοι στίχοι.

Να με διορίσει υπάλληλο, στο δημόσιο ταμείο,

να έχω καρέκλα και μισθό, υπόληψη και σεβασμό.

          Η Μανιάτικη λαϊκή μούσα είναι πλούσια για τα ρουσφέτια.

Ο ένας αγκλούθα [ακολουθούσε] υπουργό, ο άλλος κομματάρχη

και εγώ που δεν αγκλούθαγα απέμεινα στην άκρη.

Και όλα τα παραπάνω τα έπαιρναν, μερικοί, με την ‘’αξία τους’’ βεβαίως, όπως έλεγαν χωρίς αιδώ και ‘’με την αξία τους’’ [στο ρουσφέτι] ανέβαιναν στην ιεραρχία αλλά, δυστυχώς, σε αυτόν τον τόπο είθισται,  ‘’τους χείρους των βελτιόνων άρχειν και τους ανοητοτέρους τους φρονιμοτέρους προστάττειν’’, Ισοκράτους προς Νικοκλέα, 14]. Και ο Δημόκριτος σημειώνει, Κρείσσον άρχεσθαι τοις ανοήτοισιν ή άρχειν’’. Δηλαδή καλλίτερα να διοικούνται οι ανόητοι παρά να διοικούν. Και έτσι με τόσους ‘’άξιους’’ πως να πάει μπροστά η χώρα; Βολόδερνε και πήγαινε, συχνά, στα βράχια. Γινόταν συνωστισμός ‘’άξιων’’ [που ήθελαν να εξαντλήσουν και την ιεραρχία, να φθάσουν ψηλά για να κορδώνονται], το ‘’σύστημα’’ δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στην ‘’προσφορά και την αξία’’ τους και ‘’μπλόκαρε’’. Πλημμύρισε το ευρύτερο δημόσιο από ‘’άξιους’. Και μετά τα ρουσφέτια ακολουθούσαν από μερικούς διορισμένους οι αρπαχτές και τα φακελάκια. Έτσι έγιναν κάποιες περιουσίες. Μεγάλες αιτίες της συμφοράς της χώρας είναι τα ρουσφέτια και η διαφθορά.

Ακόμη και για τη συμμετοχή  στις εισαγωγικές εξετάσεις για το Πανεπιστήμιο χρειαζόταν ως το 1962 [που επανήλθε στα πρώτα χρόνια της απριλιανής δικτατορίας], ‘’Σημείωμα της οικείας Αστυνομικής Αρχής, εμφαίνον ότι ο υποψήφιος υπέβαλε αίτησιν προς χορήγησιν πιστοποιητικού νομιμοφροσύνης, όπερ αποστέλλεται υπηρεσιακώς εις την οικεία Γενική Επιθεώρησιν Μέσης Εκπαιδεύσεως’’ [άρθρο 5, παράγραφος δ, του β. δ. 454/της 2/21-8-1967, ΦΕΚ 141 Α/28-1967].

          [Σημειώσεις. 1. Ανάλογης έκτασης και έντασης ήταν και τα ρουσφέτια που ζητούσαν πολλοί Μανιάτες που ζούσαν στη Μάνη.

2. Ο Καποδίστριας ήθελε ο πολίτης να απευθύνεται στις δημόσιες υπηρεσίες και να εξυπηρετείται από αυτές χωρίς τη διαμεσολάβηση των κοτσαμπάσηδων. Έτσι όμως αυτοί έχαναν τη δύναμή τους και αυτό είναι ένας από τους λόγους που ‘’του πήραν το κεφάλι’’. Μετά τον Καποδίστρια τα ρουσφέτια ήταν ελεύθερα  [και τα χρειαζόταν ο βασιλιάς γιατί ‘’ισχύς του η αγάπη του λαού του’’].

Βέβαια αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξαν και άξιοι Μανιάτες  [αγριόκρινοι των βράχων], ικανοί για σημαντικά έργα, που δεν καταδέχθηκαν να καταφύγουν στο ρουσφέτι αλλά, δυστυχώς, ήταν λίγοι και οι [πολλοί] ακατάλληλοι φρόντιζαν να τους παραγκωνίσουν.

Οι κίνδυνοι της πρωτεύουσας. Για τους νέους και τις νέες η πρωτεύουσα με τον πολύ κόσμο, τα αυτοκίνητα, τους κινηματογράφους, τα πολύχρωμα φώτα της νύχτας, τα διαμερίσματα στις πολυκατοικίες, τα με-γάλα καταστήματα, τα τηλέφωνα, τα ψυγεία, τα πάρτι και την κοινωνική ελευθερία, η πρωτεύουσα ήταν ελκυστική, ασκούσε γοητεία, καθώς νόμιζαν ότι η ζωή στην Αθήνα ήταν ‘’ καλλίτερη από του χωριού’’.

Αντίθετα οι μεγαλύτεροι θεωρούσαν ότι, στην Αθήνα, υπήρχαν πολλοί κίνδυνοι για τα άπειρα και απονήρευτα χωριατόπαιδα. Και οι κίνδυνοι ήταν ακόμη μεγαλύτεροι για τα κορίτσια. Ο πονηρός λύκος να ξεγελάσει την Κοκκινοσκουφίτσα. Υπήρχαν φόβοι ‘’μη μπλέξουν με τίποτα αριστερούς ή αλήτες, απατεώνες, προικοθήρες, διαρρήκτες, παπατζήδες, χασικλήδες, σωματεμπόρους ή άλλης φύσης κακοποιά στοιχεία.

Για την αντιμετώπιση αυτών των κινδύνων προτιμούσαν να ξενιτευτεί όλη η οικογένεια ή διαφορετικά ‘’το παιδί’’ να μείνει κοντά σε συγγενείς ή συγχωριανούς για προστασία αλλά και επίβλεψη. Να ξέρει ότι κάποιος το προσέχει και μπορεί να ενημερώσει το σπίτι στο χωριό.

Ιστορίες της ρούγας. Πριν το 1960 μια μαθήτρια, όταν τέλειωσε το εξατάξιο γυμνάσιο Αρεοπόλεως, ήθελε να πάει στη Φιλοσοφική σχολή της Αθήνας για να γίνει καθηγήτρια. Ως μαθήτρια είχε αφήσει όνομα γιατί ήταν άριστη. Όμως ο πατέρας της, με τις παλιές αντιλήψεις των Μανιατών, δεν την άφηνε να πάει μόνη της στην Αθήνα γιατί, όπως θα ήταν ‘’απροστάτευτη’’, μπορεί να την παράσερνε στη διαφθορά κάποιος αλήτης, όπως ‘’ο κακός λύκος κορόιδεψε την Κοκκινοσκουφίτσα’’ και τότε η ντροπή θα ήταν μέγιστη. Έκλαιγε και παρακαλούσε μέρα και νύχτα η κοπέλα, διάβαζε και ξαναδιάβαζε για τις εισαγωγικές εξετάσεις και στο τέλος ο ξεροκέφαλος πατέρας, μετά και από πιέσεις καθηγητών και συγγενών, της είπε ότι μετά από δυο χρόνια, που θα τέλειωνε και αδελφός της το σχολείο θα πήγαινε μαζί της στην Αθήνα να την προσέχει. Έτσι η κοπέλα πήγε στο Πανεπιστήμιο.

Αυτή όμως ήταν τυχερή, γιατί 3-4 χρόνια πριν μια άλλη, εξ ίσου καλή μαθήτρια, που ήθελε να γίνει και εκείνη καθηγήτρια, δεν πήγε στην Αθήνα, γιατί δεν την άφησε να φύγει η χήρα μάνα της Και αυτή η κοπέλα, δυστυχώς, δεν είχε αδελφό.

Το είχε, όμως, πικρό μαράζι σε όλη της τη ζωή. Σε μέση ηλικία παραφρόνησε και την πήγαν στο Δημόσιο Ψυχιατρείο της Αθήνας και εκεί, κάθε μέρα, παρακαλούσε τους γιατρούς και τους φύλακες να την αφήσουν να πάει στο Πανεπιστήμιο.

‘’Πρωτευουσιάνοι’’ και επαρχιώτες. Βεβαίως, ως πριν λίγες δεκαετίες, υπήρχε ‘’απόσταση’’ [οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική, μορφωτική, ενδυματολογική, γλωσσική κλπ] μεταξύ πρωτεύουσας και επαρχίας [χωριού]. Και αίσθημα υπεροχής των κατοίκων της πρωτεύουσας έναντι των επαρχιωτών και κατωτερότητας των δεύτερων έναντι των πρώτων. Η Ελληνική επαρχία ήταν παραγκωνισμένη, απομονωμένη, καθυστερημένη, φτωχή, έναντι της πρωτεύουσας. Όταν λέμε επαρχία εννοούμε  τα χωριά, τις κωμοπόλεις, τις μικρές πόλεις αλλά και τις γειτονιές των μεγαλουπόλεων. Και όταν λέμε πρωτεύουσα εννοούμε κάποιες συνοικίες, που ζούσαν εύποροι, μορφωμένοι μεγαλοαστοί και μεσοαστοί. Στην ίδια κατηγορία θα τοποθετήσομε και κάποιες συνοικίες μεγάλων πόλεων που κατοικούσαν εύποροι και μορφωμένοι πολίτες. Γιατί οι μικροαστικές και λαϊκές γειτονιές [φτωχογειτονιές] της Αθήνας και των άλλων πόλεων [κυρίως εσωτερικοί μετανάστες πρώτης γενιάς] δεν διέφεραν από τους χωρικούς [από τους οποίους και άλλωστε προέρχονταν]. Όμως και αυτοί και οι χωρικοί, σαν έρχονταν στην Αθήνα, έστω και ‘’για ένα φεγγάρι’’, νόμιζαν πως έγιναν ‘’Αθηναίοι’’ με το ‘’καλέ’’ και το ‘’μπαρδόν’’ τους, τα καινούργια ρούχα από τα πανέρια της οδού Αθηνάς ή τους πάγκους της λαϊκής και θεωρούσαν τους άλλους  ‘’χωριάτες’’.

Εφημερίδες και σύλλογοι [στην Αθήνα]. Στην πολύβουη, με τόσο κόσμο πρωτεύουσα, οι Μανιάτες, ‘’έχοντας την καρδιά στη Μάνη’’, ξεκίνησαν να φτιάχνουν συλλόγους αποδήμων, εξωραϊστικούς ή πολιτιστικούς, με σκοπό αφενός μεν να επικοινωνούν μεταξύ τους οι συγχωριανοί, αφετέρου δε να βοηθήσουν το χωριό τους, να κάνουν κάποιο έργο με τις μικρές συνεισφορές τους και κυρίως με κρατικές επιχορηγήσεις καθώς ‘’θα κτυπούσαν τις πόρτες των υπουργείων’’. Μερικά από τα έργα, που προείχαν για αυτούς, ήταν τα μνημεία των ‘’υπέρ πατρίδος πεσόντων’’ και οι εκκλησίες του χωριού τους. Ακολουθούσαν οι βασικοί δρόμοι, ο ηλεκτροφωτισμός και η ύδρευση. [Διανοίξεις δρόμων στις γειτονιές και τα χωράφια [αγροτικοί] ζητήθηκαν αργότερα, από το 1980 και μετά, όταν δηλαδή άρχισαν πολλοί να αποκτούν ιδιωτικής χρήσης αυτοκίνητα και ήθελαν με αυτά να πηγαίνουν στο χωριό ή να αξιοποιήσουν τα χωράφια τους. [Και ‘’άραζαν’’  το ΙΧ αυτοκίνητό τους στην πλατεία του χωριού για να το ιδούν οι άλλοι, φορούσαν τα ‘’καλά’’ τους ρούχα, κάθονταν στον καφενέ και κερνούσαν τους θαμώνες για να δείξουν ότι είναι ‘’κονομημένοι’’. ‘’Πρώτοι στο χωριό’’].

Και προπολεμικά υπήρχαν μερικοί σύλλογοι αλλά μετά το 1950 οι απόδημοι, σχεδόν, κάθε Μανιάτικου χωριού ίδρυσαν συλλόγους στην Αθήνα, όπως ο Σύνδεσμος κοινότητος Οιτυλιωτών Λακωνίας [βλ. αρχείο Πρωτοδικείου Αθηνών, αρ. κατ. 6172/24-5-1954, αναγνώρισης 7625/21-1-1955], ο Σύλλογος των εν Αττική Γυθεατών η Κρανάη [αρ. κατ. 14024/ 31-10-1956, αναγνώρισης 8149/29-12-1956], Αλικατών και Ακροταιναριτών [εφ. Ο φάρος της Λακωνίας, φ. 21/54, Κοκκάλας, φ. 28/54, Αρεόπολης το 1957, Πύργου το 1959, Βαχού το 1972], [Αρχαιρεσίες λχ έγιναν στους συλλόγους ΜΑΝΗ και ΠΑΛΛΑΚΩΝΙΚΗ το 1954, βλ. εφ. ο Φάρος της Λακωνίας, φ. 17/31-3-1954 και των εν Αττική Λακεδαιμονίων, βλ. φ. 18/54]. Στην πρωτεύουσα ιδρύθηκαν κάπου 20 σύλλογοι από Μανιάτες το 1954 [βλ. ο Φάρος της Λακωνίας, φ. 21/54]. 

Στις 11-5-1989 ιδρύθηκε η Ένωση των απανταχού Μανιατών [η οποία στεγάζεται σε κτίριο της οδού Πραξιτέλους, αριθμός 215, στον Πειραιά, δωρεά του δημοσίου] και είναι πρωτοβάθμιο σωματείο [με μέλη όχι και πολλά σε σχέση με τον αριθμό των Μανιατών] ενώ, φρονώ ότι έπρεπε να είναι δευτεροβάθμιο [δηλαδή συνέλευση των ανά χωριό προέδρων των συλλόγων στην Αθήνα].

[Υπήρχαν, παλαιότερα, η Ένωση συλλόγων Μάνης [Ο φάρος της Λακωνίας,  φ. 202/7-5-1963] και μετά η βραχύβια Συντονιστική επιτροπή συλλόγων Μάνης ως δευτεροβάθμια σωματεία, πρόδρομοι της Ένωσης των απανταχού Μανιατών]. Ιδρύθηκε επίσης η  Ένωση γυναικών Μάνης και σημαντική ήταν η συνεισφορά των ομογενών από την Αμερική που είχαν συστήσει και  Παλλακωνική ομοσπονδία Αμερικής και βοηθούσαν οικονομικά τη Λακωνία και τη Μάνη.

Στις αρχές οι σύλλογοι, τα πρόσωπα του διοικητικού τους συμβουλίου δηλαδή, στην πλειοψηφία τους, ήθελαν να προσφέρουν στον τόπο τους. Κάποιοι άλλοι όμως εξ αρχής και στη συνέχεια οι περισσότεροι ενδιαφέρονταν, μέσω των συλλόγων, για το προσωπικό τους συμφέρον [γνωριμίες και διασυνδέσεις με βουλευτές και άλλους παράγοντες, για ρουσφέτια, διορισμούς ή εργολαβίες, επαγγελματική διαφήμιση, κοινωνική προβολή, μετεξέλιξη σε κομματικούς παράγοντες κλπ]. Έτσι προϊόντος του χρόνου, πολλοί σύλλογοι έγιναν κομματικά ή προσωπικά παραμάγαζα ή αδρανοποιήθηκαν [σύλλογοι σφραγίδες], λόγω αδιαφορίας των μελών ή περιορίσθηκαν στο να κάνουν κοπή πίτας, αποκριάτικο γλέντι σε ταβέρνα, εκδρομή στο χωριό και πανηγύρι τον Αύγουστο στο χωριό.

Εξαιτίας αυτών των λόγων [και κυρίως των κομματικών και της εξυπηρέτησης ιδιοτελών σκοπών], πολλά από τα φωτεινά μυαλά της Μάνης που αρχικά συμμετείχαν στους συλλόγους αποχώρησαν και έτσι η Μάνη στερήθηκε τις πολύτιμες υπηρεσίες αυτών των ανθρώπων. 

Ας σημειωθεί επίσης το πόσο σημαντική στη διαμόρφωση του κατάλληλου ‘’κλίματος’’ και ‘’περιβάλλοντος’’ ήταν και η συμβολή του Μανιάτικου τύπου, που έδινε ‘’βήμα’’  σε εκείνους που προσπαθούσαν να ιδρύσουν συλλόγους για το χωριό τους και σε προσωπικότητες της Μάνης να καταθέσουν προτάσεις. Ο φάρος της Λακωνίας του Παναγιώτη Παπαδογεωργή από τον Πειραιά, με πρώτο φύλλο την 1η Ιουλίου 1953, Η ΜΑΝΗ του Γεωργίου Θεοδωρακάκου από την Αθήνα με πρώτο φύλλο το 1963, ΤΑ ΜΑΝΙΑΤΙΚΑ ΝΕΑ του Ιωάννη Φρατζεσκάκη από την Αρεόπολη, με πρώτο φύλλο τον Μάρτιο του 1957 και ίσως και άλλες εφημερίδες από την Έξω Μάνη, έγιναν, τότε, γέφυρες επικοινωνίας μεταξύ των αποδήμων αλλά και των διαβιούντων στη Μάνη, τους έδωσαν ‘’βήμα και φωνή’’, κατέγραψαν και προώθησαν τα προβλήματα της περιοχής, κάλεσαν τους απόδημους στην πρωτεύουσα να συγκροτήσουν συλλόγους και να συνεργαστούν για να προβάλλουν τα αιτήματα τους και πίεσαν τους βουλευτές να σκύψουν πάνω στα οξυμένα προβλήματα του τόπου.

Επικοινωνία των ξενιτεμένων με το χωριό τους. Όταν έφευγε όλη η οικογένεια μπορεί να ‘’έκοβε’’ τους δεσμούς με το χωριό για μικρό ή μεγάλο χρονικό διάστημα και σε σπάνιες περιπτώσεις για πάντα.

Αν έφευγαν μέλη της οικογένειας [πχ ο πατέρας ή ο γιός] οι επαφές των ξενιτεμένων με εκείνους που έμειναν ήταν συχνές [και ενίοτε με πόνο ψυχής. ‘’Σαν πήγαινε να γράψει γράμμα…

                 εκεί τον έπιανε το κλάμα’’. Ζαχαρίας Παπαντωνίου].

Ενδιαφέρον έχουν οι επιστολές τους αν και ελάχιστες έχουν δια-σωθεί. ‘’Σεβαστοί μου γονείς και αγαπημένα μου αδελφάκια,

Υγείαν έχω και το αυτό επιθυμώ και δι’ υμάς. Έλαβα την επιστολή σας και χάρηκα για την καλή σας υγείαν. [Γράφει τα νέα του και θέλει να μάθει τα δικά τους].

Έχετε χαιρετισμούς από τον …τον… και τον…

Να δώσετε τους χαιρετισμούς μου στους συγγενείς και  στον… στον… και στον…      Σας ασπάζομαι όλους και περιμένω γράμμα σας.

                                                     Ο γιός σας και αδελφός σας’’.

Ενδιαφέρον έχουν και τα τηλεγραφήματα.

’Πατέρας απεβίωσε. Κηδεία του μεθαύριο Πέμπτη’’.

Οι τηλεφωνικές συνδιαλέξεις, από το καφενείο του χωριού, ήταν περιπετειώδεις, γιατί δύσκολα ‘’έπιαναν γραμμή’’ και δύσκολα άκουγαν τον συνομιλητή λόγω καιρικών συνθηκών και τεχνικών προβλημάτων.

Στις γιορτές οι ξενιτεμένοι έστελναν ευχετήριες κάρτες και έτσι έβλεπαν στο χωριό, ότι τα Χριστούγεννα, στην Αθήνα ή στην Αμερική, στόλιζαν δένδρο, πως ήταν ο [γέρο] Άι-Βασίλης φορτωμένος με τα δώρα και ότι το Πάσχα σούβλιζαν [στη Ρούμελη] αρνί.

Και από το χωριό απαντούσαν με επιστολές αλλά έστελναν και με το φορτηγό -ανά περιοχές υπήρχε και ένα φορτηγό μεταφορών- τρεις-τέσσερες τενεκέδες με λάδι, έναν με βρώσιμες ελιές και ένα καλάθι με αγριολάχανα, αυγά και ίσως μέλι, σύγγλινα, τηγανίδες, ορτύκια κλπ.

[Επί προσωπικού. Το 1969, που τέλειωσα το εξατάξιο γυμνάσιο Αρεοπόλεως, ήρθα στην Αθήνα, να σπουδάσω στη Νομική σχολή και …’’ήμουν και εγώ εκεί’’, γνώρισα το μεταναστευτικό ζήτημα και από το χωριό μου που ερήμωνε και εδώ].   

Επισκέψεις ξενιτεμένων στο χωριό τους. Καθώς οι Μανιάτες έφευγαν, με τα ‘’καλά’’ τους ρούχα, από τα χωριά τους για την Αθήνα ή άλλους τόπους [και τους κατευόδωνε το μισό σόι τους], άλλοι χαίρονταν, ιδία τα παιδιά, γιατί θεωρούσαν ότι τους περιμένει μια καλλίτερη ζωή στην πρωτεύουσα, άλλοι αγανακτισμένοι από τη ζωή στο χωριό ‘’έριχναν πέτρα πίσω τους’’ και έλεγαν ‘’να φύγω και να μη ξαναγυρίσω’’, άλλοι αγωνιούσαν για την τύχη τους σε ξένο μέρος και άλλοι θλίβονταν [και ‘’έχυναν μαύρο δάκρυ’’], που εγκατέλειπαν το σπίτι, τους συγγενείς, τους συγχωριανούς και το χωριό τους.

Πολλοί αντιλαμβάνονταν ότι δύσκολα θα γυρνούσαν στο χωριό τους, άλλοι ότι θα αργούσαν να το ιδούν πάλι και άλλοι ότι ‘’στη σύνταξη’’  μπορεί να γυρίσουν. Φυσικά κάποιοι που πήγαιναν πολύ μακριά, στην Αμερική και την Αυστραλία, ήταν βέβαιοι ότι δεν θα ξαναγύριζαν και ‘’σε ξένη γη θα άφηναν τα κόκκαλά τους’’.

Έτσι, πρώτο μέλημά τους, όταν πήγαιναν στην Αθήνα, ήταν να βρουν δουλειά και ύστερα ονειρεύονταν να αγοράσουν σπίτι [με δάνειο ή με γραμμάτια]. Τα χωράφια στο χωριό, ‘’αν εύρισκαν’’, άλλοι τα πωλούσαν και άλλοι τα ενοικίαζαν, το δε σπίτι, αν δεν παρέμεναν εκεί οι γονείς, έμενε κλειστό και έρημο, υποκείμενο στη φθορά του χρόνου.

Η απόσταση από την Αθήνα, όπου οι περισσότεροι πήγαν, ως το χωριό τους δεν ήταν μεγάλη -συν, πλην περί τα τριακόσια χιλιόμετρα- αλλά οι δρόμοι, τότε, ήταν σε κακή κατάσταση, στενοί, με πολλές στροφές [οι στροφές στον Αχλαδόκαμπο ήταν απερίγραπτες] αλλά και λακ-κούβες, δεν ήταν σε όλο το μήκος ασφαλτοστρωμένοι, τα λεωφορεία ήταν παλιάς τεχνολογίας και άρα ανέπτυσσαν μικρές ταχύτητες, το ταξίδι γινόταν περιπέτεια και πολλοί έκαναν εμετό στη διαδρομή. Ξεκινούσαν με την αυγή από την Αθήνα και έφθαναν με το σούρουπο στην Αρεόπολη, στον δε Γερολιμένα λίγο πριν τα μεσάνυχτα. Με το καράβι, πάλι, έπιαναν πολλά λιμάνια και στην κάθε θαλασσοταραχή το δρομολόγιο σταματούσε. Επί πλέον οι άδειες από την εργασία ήταν μικρής διάρκειας, ιδιαίτερα για τους νέους, άρα δεν υπήρχε χρόνος ούτε χρήματα για έξοδα.

Έτσι, η επίσκεψη των περισσότερων ξενιτεμένων στο χωριό τους, στις δεκαετίες του ’50 και’60, γινόταν δύσκολη. Παρά ταύτα, αρκετοί, για να μαζέψουν τις ελιές ή σε κηδείες συγγενών [και πολλοί πέθαιναν στη Μάνη γιατί είχαν μείνει οι γέροι ή τους πήγαιναν στο χωριό για να τους κηδέψουν στον οικογενειακό τάφο] ή μνημόσυνα ή για κυνήγι κατέβαιναν στα χωριά τους, όπως και σε άλλες περιστάσεις ανάγκης.

Βεβαίως, καθώς περνούσαν τα χρόνια, οι δρόμοι επισκευάζονταν, διαπλατύνονταν και ασφαλτοστρώνονταν από την πολιτεία, τα λεωφορεία ανέπτυσσαν μεγαλύτερες ταχύτητες, μερικοί απέκτησαν και ιδιωτικής χρήσης αυτοκίνητο, οι μετακινήσεις γίνονταν πιο εύκολες και οι επισκέψεις συχνότερες. [Πάσχα και καλοκαίρι έπαιρναν άδεια από τη δουλειά τους καθώς ο χρόνος της άδειας, από το 1981, είχε αυξηθεί στον μήνα και δόθηκε και η αυτόματη τιμαριθμική αναπροσαρμογή μισθών].

Ένας άλλος λόγος επισκέψεων ήταν και το ότι πολλοί από όσους έφευγαν για την Αθήνα ‘’άφηναν τα πολιτικά τους δικαιώματα’’ στο χωριό για λόγους συναισθηματικούς και ιστορικούς [επαφή με τις ρίζες] αλλά και γιατί το σόι τους είχε δεσμευτεί και συνδεθεί με τον τοπικό βουλευτή, που θα εξυπηρετούσε και ικανοποιούσε τα αιτήματά τους. Και έτσι κατέβαιναν για να ψηφίσουν και αυτό, το ότι ψήφιζαν στο χωριό δικαιολογεί τις ψήφους υπέρ του Κέντρου και της Αριστεράς, που κατά-γράφονταν στα χωριά της Μάνης λίγα χρόνια μετά τη λήξη του εμφυλίου και παρά το κλίμα φόβου, που υπήρχε εκεί. Οι μη δεξιές ψήφοι οφείλονταν, κυρίως, σε αυτούς που κατέβαιναν από την Αθήνα, όπως σημειώνεται και παραπάνω για τα πολιτικά πράγματα της Μάνης.

Επίσης στις ανά δεκαετίες απογραφές του πληθυσμού πολλοί Μανιάτες κατέβαιναν και απογράφονταν στο χωριό τους και αυτές οι απογραφές οδηγούσαν στο λαθεμένο συμπέρασμα ότι η μείωση του πληθυσμού στην ύπαιθρο δεν ήταν σημαντική, ενώ ήταν μεγάλη.

Από αυτές τις επισκέψεις των ξενιτεμένων ωφελήθηκε  η Μάνη όχι μόνον οικονομικά αλλά και πολιτιστικά, γιατί ‘’οι Αθηναίοι’’ ή μερικοί από αυτούς μετέφεραν στα χωριά τους τον τρόπο ζωής της πόλης, κατέθεσαν προτάσεις και ιδέες για τη βελτίωση των όρων ζωής στο χωριό για δρόμους, ηλεκτρισμό και νερό. Αυτές οι δυο Μανιάτικες κοινωνίες, της γενέτειρας γης και της διασποράς [κυρίως Αθήνας, Πειραιά], ήταν σε στενή επαφή, ‘’αλληλοτροφοδοτούνταν’’  και συνεχίζουν ακόμη.

Όμως με τον καιρό και καθώς τα πράγματα άλλαζαν στην επαρχία και η ζωή στα χωριά και ιδία στις κωμοπόλεις ‘’έτεινε’’ να πλησιάσει τη ζωή στην πρωτεύουσα [αν και σ’ αυτήν η ζωή γινόταν, τελευταία, δυσκολότερη λόγω μόλυνσης του περιβάλλοντος, εγκληματικότητας, ακρίβειας κλπ], αρκετοί έκαναν ‘’δεύτερες σκέψεις’’ για  επιστροφή στο χωριό.

Η πολιτική θέση των Μανιατών στην Αθήνα μετά το 1949. Οι δεξιοί, ως έχει σημειωθεί, δεν είχαν κανένα πρόβλημα να εκδηλωθούν, αντίθετα το διαλαλούσαν. Είχαν τους λόγους τους. Έπαιρναν πιστοποιητικό εθνικοφροσύνης. Οι κεντρώοι και οι αριστεροί ήταν πολύ επιφυλακτικοί και γιατί υφίσταντο παρακολουθήσεις και διώξεις [‘’αστυνομικό κράτος της Δεξιάς’’] αλλά και κινδύνους στη δουλειά τους [λόγω ‘’πολιτικών φακέλων’’]. Ωστόσο μερικοί ‘’βγήκαν μπροστά’’ σε διαδηλώσεις και απεργίες και υπήρξε και νεκρός, ο από το Οίτυλο καταγόμενος Σωτήρης Πέτρουλας, στα Ιουλιανά [αποστασία] του 1965.

Η κοινωνία της πρωτεύουσας, όπου υπήρχε περισσότερη ελευθερία σε σχέση με την επαρχία, λόγω κίνησης των ιδεών από άτομα διαφορετικής ιδεολογίας, η προσπάθεια των κεντρώων και αριστερών  να αποκτήσουν λόγο και δικαιώματα, που είχαν στερηθεί λόγω του εμφυλίου, επηρέασαν αρκετούς Μανιάτες για να στραφούν προς το Κέντρο και την Αριστερά. Σε αυτό συνετέλεσαν αφενός μεν το ότι τα παιδιά των ξενιτεμένων μορφώνονταν και φοιτούσαν στο Πανεπιστήμιο, αφετέρου δε οι εργαζόμενοι ζητούσαν καλλίτερες συνθήκες δουλειάς και μεγαλύτερο μεροκάματο, όλοι δε ή έστω οι περισσότεροι, ζητούσαν δικαιώματα, ελευθερία και απαλλαγή από τον φόβο του χωροφύλακα.

Το 1958 η ΕΔΑ αναδείχθηκε δεύτερο κόμμα και το 1961 ο Γέρος της Δημοκρατίας σάλπισε τον ανένδοτο αγώνα με κύριο σύνθημα, ‘’Η δημοκρατία θα νικήσει’’, οπότε προσείλκυσε αρκετούς αλλά οι περισσότεροι Μανιάτες δεν άλλαξαν. Ήταν υπέρ της βασιλείας, της εθνικοφροσύνης, της Μανιάτικης παράδοσης και των ρουσφετιών για τα προς το ζην και την προαγωγή στην ιεραρχία του δημοσίου. Αλλά και αριστεροί στράφηκαν στο Κέντρο ή και στη Δεξιά είτε από φόβο είτε για το ρουσφέτι είτε γιατί ‘’είδαν το φως το αληθινό’’. Πάντως υπήρξε μια κινητικότητα και μεταπήδηση όπως γίνεται συνήθως.

 

 

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ. Επιστροφή μερικών συνταξιούχων. Καθώς περνούσαν τα χρόνια, πολλοί ξενιτεμένοι, τουλάχιστον οι δεξιοί, δρομολογούσαν την επιστροφή στο χωριό μετά τη συνταξιοδότησή τους. Για τους αριστερούς υπήρχαν κάποιες επιφυλάξεις εκείνη την περίοδο [τουλάχιστον ως το 1974] για το αν μπορούσαν να επιστρέψουν, ιδία στα μικρά χωριά της Μάνης, όπου ‘’η εθνικοφροσύνη δεν είχε υποστείλει τη σημαία της’’. Πολλοί έλεγαν, ‘’Ωραία η Μάνη αλλά οι άνθρωποί της σε πικραίνουν’’.

Για τους ξενιτεμένους ήταν ο νόστος του Οδυσσέα που, κατά τον Όμηρο, ήθελε να γυρίσει στην Ιθάκη,  ‘’Και καπνόν αποθρώσκοντα νοήσαι της γαίης θανέειν ιμείρεται’’. Κατά τους θρήνους του Ιερεμία, ‘’Επί των ποταμών Βαβυλώνος εκεί εκαθήσαμεν και εκλαύσαμεν εν τω μνησθήναι ημάς την Σιών’’. Κατά Γ. Φτέρη, ‘’Τη θύμηση της Μάνης…την έπαιρνα μαζί μου, όπου και αν πήγαινα…σαν φυλαχτό’’]. Και ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου έγραφε, ’’Σαν πήγε στην Αμερική, γύριζε ο νους του πίσω, καθημερινή και Κυριακή’’.

Ιστορίες ρούγας. Μου έλεγε Μανιάτης πως όταν  πήγε στην Αθήνα, με την οικογένειά του, το 1960, μόλις που είχε τελειώσει το δημοτικό και έμεναν σε ένα μικρό διαμέρισμα πυκνοδομημένης γειτονιάς του κέντρου της Αθήνας, ότι ένιωθε φυλακισμένος και κάθε νύχτα ονειρευόταν το χωριό του στο οποίο πήγαινε πετώντας. Παρακαλούσε τους γονείς του να γυρίσουν πίσω, εκείνοι του εξηγούσαν ότι αυτό δεν γινόταν και έτσι ο μικρός έκανε κρυφά σχέδια να ξεκινήσει με τα πόδια για να πάει στο χωριό του καθώς δεν ήξερε ούτε που είναι το πρακτορείο των λεωφορείων ούτε χρήματα είχε για το εισιτήριο. Δεν ήξερε όμως ούτε ποιόν δρόμο να πάρει για τον γυρισμό, να βγει από την πόλη, και όλο ανέβαλλε το ταξίδι του με πόνο ψυχής.

Ωστόσο το βιοτικό επίπεδο και στην επαρχία βελτιωνόταν, άρχισε και η τουριστική κίνηση, έστω και μικρή και η Πολιτεία έδειχνε κάποιο ενδιαφέρον για την επαρχία. Έτσι μερικοί συνταξιούχοι, λίγοι στην αρχή, μετά το 1978, αυτοί που νέοι ή και μεσήλικες έφυγαν για την Αθήνα, μετά το 1950 -τότε έπαιρναν σύνταξη νωρίτερα λόγω ευεργετικών διατάξεων- και περισσότεροι με τον καιρό, επέστρεφαν στα χωριά τους, άλλοι μεν [οι περισσότεροι] για λίγες μέρες το Πάσχα και το καλοκαίρι, άλλοι δε [οι λίγοι] για μόνιμη εγκατάσταση. Είχαν ανάγκη να ‘’ανασάνουν’’ στο ανοικτό περιβάλλον του χωριού τους, να ιδούν συγγενείς, φίλους και γνωστούς, όσους απέμειναν δηλαδή, να ηρεμήσουν χωρίς το άγχος της πόλης, να φύγουν από το διαμέρισμα ή το σπιτάκι της λαϊκής γειτονιάς, που ζούσαν και ασφυκτιούσαν, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων.

[Σημείωση. Όταν έφευγαν από τη Μάνη, μετά το 1950, όσοι έφευγαν, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη, ιδία για τις συντάξεις,  ότι δεν ήταν όλοι νέοι αλλά και μεσήλικες, 40 και… ετών, που πριν το 1940 ήταν γεωργοί και, λόγω της ‘’κατάστασης’’ της περιόδου 1940-50, είχαν μείνει στα χωριά και μετά τον εμφύλιο και πολλοί, μερικά χρόνια αργότερα, αποφάσισαν να ξενιτευτούν για να βρουν δουλειά στην Αθήνα. Αυτοί και χωρίς να έχουν συμπληρώσει σημαντικό χρόνο εργασίας 30 η 35 ετών συνταξιοδοτήθηκαν, λόγω ορίου ηλικίας και ευεργετικών διατάξεων, και έτσι, μετά το 1978-80, ως συνταξιούχοι, είχαν τη δυνατότητα να γυρίσουν στο χωριό τους]. 

Και με την επιστροφή τους στο χωριό –καθώς συνέτρεχαν και άλλοι παράγοντες, που σημειώνονται παραπάνω πχ μικρή τουριστική κίνηση, ‘’ένα κάποιο’’ ενδιαφέρον πολιτείας κλπ- έδωσαν μια ώθηση στην ανάπτυξη του τόπου τους, καθώς έφεραν και κάποια χρήματα λόγω συντάξεων, ‘’εφ’ άπαξ’’ ή αποταμιεύσεων για να περάσει η Μάνη σε μια νέα περίοδο, που παρακάτω θα εξετάσομε.

Ας σημειωθεί ότι μερικοί θεώρησαν ‘’ότι ξανάγιναν παιδιά και εί-παν να ξαναρχίσουν τη ζωή τους από εκεί που την άφησαν όταν ξενιτεύτηκαν’’ και έτσι επιδόθηκαν με ζήλο σε διάφορες εργασίες, να επισκευάσουν τα σπίτια τους, να κάνουν κάποιες προσθήκες [αποχωρητήριο, μπάνιο κλπ] ή να κτίσουν καινούργια αλλά και να καλλιεργήσουν τα εγκαταλελειμμένα χωράφια τους, να φυτέψουν ελιές, να εμβολιάσουν άγρια δένδρα, να κάνουν ορνιθοτροφεία, να ασχοληθούν με μέλισσες.

Δυστυχώς όταν επανήλθαν στα χωριά τους -όσοι επανήλθαν προσωρινά ή μόνιμα- και άρχισαν να επισκευάζουν τα σπίτια τους, ό,τι παλιά αντικείμενα εύρισκαν στα δωμάτια, στα κατώια, στις αποθήκες και στους στάβλους, οικιακά σκεύη και αγροτικά εργαλεία, όπως αργαλειούς, αλέτρια, υνία, τριχάλια, δρεπάνια, σβάρνες, μαγγάνους, σαμάρια, κασέ-λες, σκάφες, λυχνάρια, φανάρια, σοφράδες, σκαμνιά, παλιά βιβλία, ευχετήριες κάρτες, παλιά νομίσματα [μεταλλικά και χάρτινα]  και τόσα άλλα, τα πέταγαν ή τα έκαιγαν ως άχρηστα. Αν τα κρατούσαν σε πολλά κεφαλοχώρια θα μπορούσαν σήμερα να υπάρχουν πλούσια λαογραφικά μουσεία για να γνωρίζουν οι νεότεροι τον τρόπο ζωής και τις εργασίες των προγόνων τους. Κατέστρεψαν φούρνους, τζάκια, πελεκημένες [λαξευμένες] στις πέτρες σγούρνες [και φορητές], καταρράκτες [εσωτερικές σκάλες]. Τα παλιά θεωρήθηκαν ‘’χωριάτικα’’ και έπρεπε να αντικατασταθούν με ‘’μοντέρνα’’. Οι διορατικοί ήταν λίγοι.

Η επιστροφή μερικών συνταξιούχων και οι επισκέψεις έστω και λίγων τουριστών δημιούργησαν ανάγκες και θέσεις εργασίας. Η περιοχή χρειαζόταν οικοδόμους, υδραυλικούς, ηλεκτρολόγους, σιδεράδες, μηχανικούς, καθαρίστριες, μαγείρισσες, σερβιτόρους, οδηγούς, λογιστές, δικηγόρους, γιατρούς και άλλους επαγγελματίες, που είτε ήρθαν Μανιάτες από την Αθήνα ή στράφηκαν σε αυτά τα επαγγέλματα ντόπιοι. [Με την επιστροφή των συνταξιούχων αυξήθηκαν, αισθητά, οι διαφορές, αστικές και ποινικές, στα κατά τόπους για τη Μάνη αρμόδια δικαστήρια].

Ντόπιοι μάστορες της πέτρας. Στη Μάνη, από παλιά, λόγω αφθονίας της πέτρας, αναδείχθηκαν εξαιρετικοί μάστορες της πέτρας  αλλά και μερικοί λαϊκοί αρχιτέκτονες πύργων, σπιτιών, άλλων κτισμάτων και γεφυριών. Ως το 1992, που ήρθαν οι ξένοι εργάτες στη Μάνη, υπήρχαν, είχαν απομείνει δηλαδή, ελάχιστοι ντόπιοι μάστορες, που δούλευαν την πέτρα [πετρομάχοι], έκτιζαν [‘’που και που’’] ή επισκεύαζαν σπίτια.

Με την επιστροφή συνταξιούχων, που ήθελαν να επισκευάσουν τα παλιά σπίτια τους ή να κάνουν κάποιες προσθήκες, οι παλιοί, λιγοστοί μάστορες ανέλαβαν τις δουλειές  με βοηθούς [‘’τσούσηδες] ντόπιους, ανειδίκευτους εργάτες, που γρήγορα εξελίχθηκαν σε  μάστορες και άρχισαν  να κτίζουν με τούβλα και κυρίως τσιμεντόλιθους για ευκολία και ως στέγη να χρησιμοποιούν λαμαρίνες ή ελενίτ ή  να ρίχνουν πλάκα με τσιμέντο. Εννοείται ότι, κατά κανόνα, για τις όποιες οικοδομικές εργασίες δεν είχε εκδοθεί άδεια. Πολλά ήταν αυθαίρετα.

Ευτυχώς που, ενωρίς, μερίμνησε η Πολιτεία νομοθετικά, επενέβη-σαν η πολεοδομία, η αρχαιολογική υπηρεσία, οι μηχανικοί και οι αρχιτέκτονες αλλά και αρκετά από τα πνευματικά τέκνα της Μάνης και ‘’ύψωσαν τη φωνή τους’’ ενάντια στο έγκλημα που γινόταν.

Σύντομα όλοι κατάλαβαν πως αυτό επέβαλε το συμφέρον  του το-που γιατί, αρχικά, οι διαμαρτυρίες ήταν πολλές για το κυνήγι των αυθαιρέτων. Τα περισσότερα χωριά της Μάνης κηρύχθηκαν παραδοσιακοί οικισμοί [βλ. παρακάτω]. Η Μάνη σώθηκε από ‘’τους βαρβάρους’’. Έγιναν κάποια σεμινάρια για μηχανικούς και αρχιτέκτονες και μια σχολή μαστόρων λειτούργησε στον Πύργο αλλά και στην πράξη οι μάστορες απέκτησαν εμπειρία και ξεκίνησε μια νέα περίοδος ανοικοδόμησης, κατά τα παλαιά, στην περιοχή. Ας μην παραγνωρισθεί πάντως ότι η αναπαλαίωση πύργων, μετά το 1978[;] από το υπουργείο Πολιτισμού [επί υπουργίας Τζανή Τζανετάκη και κυρίως της Μελίνας Μερκούρη μετά το 1981] στη Βάθεια, στην Αρεόπολη και αλλού, δημιούργησε προηγούμενο για την περιοχή και ήταν υπόδειγμα-μάθημα για τους ντόπιους αλλά κυρίως τους μηχανικούς και μάστορες για το πως πρέπει να επισκευασθούν ή χτιστούν οι οικοδομές στη Μάνη. [Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν κακόγουστα δημόσια και ιδιωτικά κτίσματα στην περιοχή… αλλά όσο λιγότερα τόσο καλλίτερα].

Ευρωπαϊκά και Μεσογειακά προγράμματα. Λίγα χρόνια μετά την είσοδο [1979] της χώρας στην ΕΟΚ [Ευρωπαϊκή Ένωση] άρχισαν να εισρέουν στην Ελλάδα αρκετά χρήματα, με βάση τα λεγόμενα Ευρωπαϊκά και Μεσογειακά προγράμματα [πακέτο Ντελόρ κλπ], για την αναδιάρθρωση καλλιεργειών, την ενίσχυση αγροτικών εκμεταλλεύσεων κλπ. Μερικοί σώφρονες αγρότες αγόρασαν μηχανήματα, άρχισαν να χρησιμοποιούν λιπάσματα και να εκσυγχρονίζουν την εργασία τους. [Από άλλους η διαφθορά συνεχίζεται ως σήμερα, βλ. σκάνδαλο ΟΠΕΚΕΠΕ].  

Δυστυχώς όμως, τα περισσότερα χρήματα αντί να χρησιμοποιηθούν επωφελώς για την ανόρθωση της Ελληνικής οικονομίας και την ανάπτυξη, ιδία, του πρωτογενούς τομέα, κατευθύνθηκαν σε διασκεδάσεις σε νυχτερινά κέντρα, σε αγορές ακριβών αυτοκινήτων Ι.Χ. ή κατασκευές μεγάλων [για εντυπωσιασμό] κατοικιών. Και βεβαίως δοκίμασαν και την εντιμότητα πολλών, καθώς πολλοί με συγκάλυψη[;] ή συνδρομή[;] ή ανοχή[;] αρμοδίων υπηρεσιακών παραγόντων και πολιτικών[;] δήλωναν πολλαπλάσια εκείνων που είχαν. Είχε κάποιος λχ 4 αγελάδες, δήλωνε 10. Είχε 50 ρίζες ελιές, δήλωνε 200. Είχε 10 στρέμματα, δήλωνε 50. Είχαν δηλωθεί τόσα πολλά στρέμματα καλλιεργήσιμης γης που αν αθροίζονταν κάλυπταν 5 και 10 φορές την έκταση όλης της Ελλάδας, ορεινής και πεδινής. Χάθηκε, πάντως. μια μεγάλη ευκαιρία η χώρα να αποκτήσει γερές βάσεις, να αναπτυχθεί η επαρχία και να μείνουν οι νέοι στην ύπαιθρο και όχι να συρρέουν στις πόλεις. [Γνωστό το σύνθημα, ‘’όλα τα κιλά, όλα τα λεφτά’’ και τα πορτοκάλια τα πετούσαν στα ρέματα].

[Η διαφθορά είναι παλιά συνήθεια και … συνεχίζεται. Λχ μετά το 1949, όταν ξεκίνησαν δημόσια έργα στα χωριά, κάποιοι τοπικοί παράγοντες [και μάλλον όχι μόνοι τους] δήλωναν για τους ‘’φίλους’’ τους περισσότερα μεροκάματα από όσα είχαν κάνει και όλοι οι ‘’συμπράττοντες έπαιρναν το κάτι τι τους’’].  

Πολιτικό ορόσημο. Το 1981 είναι χρονολογία-ορόσημο στην πολιτική [και κοινωνική] ιστορία της Μάνης. Ξαναγράφω, της Μάνης. Την χωρίζει στην πριν και μετά από αυτό εποχή, από την άποψη της ελευθερίας του λόγου των πολιτών. Το 1981 η συντηρητική κυβέρνηση της ΝΔ παραχώρησε, ύστερα από εκλογές [18/10], τη διακυβέρνηση της χώρας στο κεντροαριστερό [και στη συνέχεια κεντρώο] ΠΑΣΟΚ.

Ως τότε, στα χωριά της Μάνης αλλά και στις κωμοπόλεις, οι κεντρώοι και ιδιαίτερα οι αριστεροί απέφευγαν να μιλούν δημόσια για τα πολιτικά πράγματα, αρκετοί φοβούνταν το φακέλωμα [για το μέλλον των παιδιών τους] αλλά και τις απειλές φανατικών δεξιών.

Υπήρξε ένα διάλειμμα το 1964 αλλά σύντομα με την αποστασία και κυρίως με την δικτατορία ‘’η τάξη αποκαταστάθηκε’’. Μετά τη μεταπολίτευση [1974] υπήρξε μια ηπιότερη στάση των δεξιών Μανιατών προς του ‘’άλλους’’ και το κλίμα βελτιωνόταν αργά-αργά αλλά στη Μάνη για τους λίγους, μόνιμους κατοίκους και τις μεταξύ τους σχέσεις, η ελεύθερη έκφραση των πολιτικών απόψεων έγινε μετά το 1981. Βεβαίως η Δεξιά εξακολούθησε [και εξακολουθεί] να έχει την πλειοψηφία στη Μάνη αλλά υπάρχουν, πλέον, και … άλλες φωνές.

Αναγνώριση εθνικής αντίστασης. Με τον ν. 1285/1982 οι παραγκωνισμένοι και στιγματισμένοι αγωνιστές της εθνικής αντίστασης [κατά της ξένης κατοχής 1941-44], κεντρώοι και αριστεροί, αναγνωρίστηκαν και τιμήθηκαν από την πολιτεία και, πλέον, μπορούσαν να κυκλοφορούν ‘’καμαρωτοί’’ στην εθνικόφρονα Μάνη, που ως τότε τους θεωρούσε δεύτερης κατηγορίας πολίτες και προδότες. Τα πολιτικά πάθη άρχισαν σε μεγάλο βαθμό να αμβλύνονται και παρά τις κομματικές οξύτητες με γαλάζια και πράσινα καφενεία [ΝΔ και ΠΑΣΟΚ] επήλθε και στη Μάνη, ως ένα βαθμό, η εθνική συμφιλίωση, γιατί οι ακροδεξιοί δεν έχουν ακόμη εγκαταλείψει το μένος τους κατά των δημοκρατικών και αριστερών. 

Κατά την προεκλογική περίοδο για τις εκλογές της 18ης Οκτωβρίου 1981 σε αρκετά μεγάλα χωριά της Μάνης περιόδευσαν και υποψήφιοι του ΠΑΣΟΚ και στα καφενεία εξέφρασαν ανοικτά τις απόψεις τους κεντρώοι και αριστεροί και οι πλατείες των χωριών γέμισαν με σημαίες και αφίσες του ΠΑΣΟΚ. Τα πράγματα άλλαζαν…

Ιστορίες ρούγας. Στην κατοχή και μετά, στον εμφύλιο, ήταν αντάρτης. Όταν συντρίφτηκε το αντάρτικο έφυγε με τους ‘’άλλους’’ για τις ανατολικές χώρες. Το 1978-80 γύρισε με τους πρώτους πολιτικούς πρόσφυγες στην Ελλάδα και έμενε στην Αθήνα. Μια ημέρα -καθώς το είχε καημό- αποφάσισε να πάει στο χωριό του, μετά τριάντα πέντε χρόνια. ‘’Άφησε γένια και μαλλιά’’, φόρεσε μαύρα γυαλιά και ένα φαρδύ καπέλο για τον ήλιο, ρούχα φαρδιά σαν τουρίστας, έγινε αγνώριστος και πήρε το λεωφορείο για τη Μάνη. ‘’Προς τα κάτω’’, περνώντας τον κεντρικό, επαρχιακό δρόμο είδε το χωριό του, ‘’από απέναντι’’, δίστασε, δεν κατέβηκε και έφθασε στον Γερολιμένα, όπου και διανυκτέρευσε. Την επομένη, στην επιστροφή, δεν άντεξε, κατέβηκε στο χωριό του. Αργά-αργά διέσχισε τον δρόμο, πέρασε έξω από το σπίτι του και του έριξε μια γρήγορη, λαίμαργη, ματιά, μη και κάποιος τον αντιληφθεί, σκούπισε ένα δάκρυ και διάβηκε τη γειτονιά του. Πέρασε από το σχολείο, αγνάντεψε όλο το χωριό και την αγροτική του περιοχή. Σε όποιον τον ρωτούσε αν είναι ‘’από εδώ ή ξένος΄΄, απαντούσε βιαστικά, ‘’ξένος, ξένος’’. Έσυρε τα βήματά του και προς το νεκροταφείο και καθώς δεν υπήρχαν εκεί επισκέπτες, σε έναν τάφο, τον τάφο των προγόνων του -αλαφρό το χώμα που τους σκεπάζει- κάθισε για ώρα, σαν να αποζητούσε τη συντροφιά τους και όλο κάτι μουρμούριζε…

Συνενώσεις κοινοτήτων. Σχεδόν κάθε χωριό, μετά το 1912, αποτελούσε μια κοινότητα και είχε πρόεδρο, συμβούλους και γραμματέα. Με τον καιρό και λόγω της μετανάστευσης  πολλές κοινότητες της Μάνης είχαν ελάχιστους κατοίκους, 20-50, και ‘’φυτοζωούσαν’’.

Μετά το 1981 η κυβέρνηση θέλησε να αναμορφώσει τον χάρτη της τοπικής αυτοδιοίκησης. Με τον ν. 1622/1986 [ΦΕΚ 92 Α/86] ξεκίνησαν συζητήσεις για να προσδιορισθούν γεωγραφικές περιοχές [ενότητες] ‘’με βάση συγκοινωνιακές, πληθυσμιακές, γεωγραφικές, οικονομικές και δημογραφικές συνθήκες’’, με σκοπό τις συνενώσεις κοινοτήτων για τη δημιουργία δήμων που θα ήταν λειτουργικοί και θα  εξυπηρετούσαν τους πολίτες. Το θέμα προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις από οργανωμένα τοπικά συμφέροντα, οπισθοδρομικούς κύκλους και προέδρους κοινοτήτων, που φοβήθηκαν ότι θα χάσουν τον μισθό τους, τον τίτλο, την εξουσία και άλλα προνόμια και φάνηκε πόσο δύσκολες είναι ‘’οι προς τα εμπρός μεταρρυθμίσεις΄’’. Έτσι η κυβέρνηση προχώρησε δειλά-δειλά.

Με το π. δ. 355/1988, ΦΕΚ 156 Α/19-7-1988 ορίσθηκαν οι γεωγραφικές ενότητες και συστήθηκαν μικροί δήμοι, όπως πχ η Αρεόπολη με τον Βαχό και την Κελεφά συγκρότησαν τον δήμο Αρεοπόλεως ή η Γέρμα, η Καρέα, το Κρυονέρι, το Νέο Οίτυλο και το Οίτυλο συγκρότησαν τον δήμο Οιτύλου και ούτω καθεξής.

Στο επόμενο στάδιο με τον ν. 2539/3-12-1997, ΦΕΚ 244 Α/4-12-1997 [Καποδίστριας], οι μικροί δήμοι συνενώθηκαν και συγκρότησαν τους δήμους για τον νομό Λακωνίας, Ανατολικής Μάνης [έδρα Κότρωνας], Γυθείου [έδρα Γύθειο], Οιτύλου [έδρα Αρεόπολη] και για τον νομό Μεσσηνίας Αβίας [έδρα Κάμπος] και Λεύκτρου [έδρα Καρδαμύλη].

Τέλος με τον ν. 3852/2010, ΦΕΚ 87 Α/7-6-2010 [Καλλικράτης] η Μάνη έχει δυο δήμους, τον δήμο Ανατολικής Μάνης, με έδρα το Γύθειο και τον δήμο Δυτικής Μάνης, με έδρα την Καρδαμύλη και υψώνονται φωνές για τη συνένωσή τους καθώς η Μάνη συνεχίζει να ερημώνει. Ενδεικτικά το 1991 είχε [ανατολική και δυτική] 19.992 κατοίκους.

Τουρισμός. Μετά το 1978 αυξάνεται, κάπως, η τουριστική κίνηση, σε συνέχεια της ασθενούς κατά τα προηγούμενα χρόνια, λόγω, και πάλι, των σπηλαίων. Όμως εκτός από τους ξένους αυξάνεται και ο αριθμός των Ελλήνων τουριστών και μάλιστα των απόδημων Μανιατών. Προς το τέλος της δεκαετίας του 1980, αρχές της επόμενης, όλο και περισσότεροι Έλληνες και Μανιάτες πραγματοποιούν ένα όνειρό τους, δηλαδή να αποκτήσουν ιδιωτικής χρήσης αυτοκίνητο. Αυτό τους επιτρέπει να επισκέπτονται διάφορους τόπους. Παράλληλα έχουν αυξηθεί τα τουριστικά γραφεία που διοργανώνουν εκδρομές και γίνεται ενημέρωση για εσωτερικό τουρισμό. Επί πλέον οι εργαζόμενοι παίρνουν ένα μήνα άδεια από την εργασία τους. Οι Μανιάτες, λοιπόν, που επισκέπτονται το χωριό τους, έχουν τη δυνατότητα -που πριν δεν είχαν- να επισκεφθούν και άλλα χωριά και να κάνουν τον γύρο της Μάνης καθώς ως τότε, αφού δεν υπήρχε δυνατότητα, ήξεραν μόνον το χωριό τους, τη γειτονική κωμόπολη που έκαναν τα αναγκαία ψώνια και όσα χωριά έβλεπαν, καθώς περνούσαν με το λεωφορείο της συγκοινωνίας. Ας ληφθεί υπόψη ότι οι απόδημοι Μανιάτες -οι περισσότεροι σε Αθήνα και Πειραιά- ήταν [και είναι] πολλοί. Τα χωριά της Μάνης, πριν το 1940, μικρά και μεγάλα, είχαν πολλούς κατοίκους. Η κάθε οικογένεια είχε πολλά παιδιά. Μετά το 1949, που η μετανάστευση ‘’φούντωσε’’, τα χωριά ερήμωσαν. Όλοι αυτοί που έφυγαν ήταν πάρα πολλοί και στους τόπους εγκατάστασής τους, με τον καιρό, απέκτησαν παιδιά και εγγόνια. Έγιναν πολλοί οι Μανιάτες της διασποράς. Όταν άρχισαν, μετά από χρόνια, να επισκέπτονται τη γενέτειρα, έστω και 3-4 ημέρες το Πάσχα και 15-20 το δεκαπενταύγουστο, γέμιζαν τα χωριά τους και έδιναν την εντύπωση κοσμοσυρροής. Επί πλέον καθώς οι περισσότεροι είχαν δικό τους αυτοκίνητο επισκέπτονταν και άλλα χωριά, κυρίως τα κεφαλοχώρια αλλά έκαναν και τον γύρο της Μάνης για να γνωρίσουν τον τόπο τους και έτσι η Μάνη και μόνον από τα δικά της ξενιτεμένα τέκνα που την επισκέπτονταν έδινε την εικόνα ότι έχει μεγάλη τουριστική κίνηση. Και σε αυτούς προστίθεντο και άλλοι Έλληνες τουρίστες από άλλες περιοχές και ξένοι. 

Και έτσι κτίστηκαν μερικά ξενοδοχεία και ‘’άνοιξαν’’ ταβέρνες για τους τουρίστες και για όσους από αυτούς είχαν χαμηλό εισόδημα δημιουργήθηκαν κάμπινγκ σε Μαυροβούνι, Βαθύ και Έξω Μάνη, και γέμισαν οι παραλίες με παιδιά, νέους και γέρους ακόμη και γριές, τοποθετήθηκαν ψάθινες ομπρέλες και ξαπλώστρες στις ακτές και κατασκευάσθηκαν πισίνες στα καλά ξενοδοχεία και στις βίλλες.

Σκουπιδότοποι. Και στην επαρχία ο τουρισμός,  η αστικοποίηση και ο υπέρ το δέον καταναλωτισμός των κατοίκων δημιούργησαν διάσπαρτους σκουπιδότοπους έξω από τα χωριά και ιδίως κατά μήκος των επαρχιακών δρόμων. Το πρόβλημα πήρε μεγάλες διαστάσεις καθώς τα σκουπίδια έκαναν σωρούς και δημιουργούνταν κίνδυνοι για την υγεία αλλά και για πυρκαγιές. Ωστόσο εκτάσεις για την εναπόθεση των σκουπιδιών δεν βρίσκονταν, κανένας δεν ήθελε να δώσει και κανένας δεν ήθελε ο σκουπιδότοπος να είναι κοντά στο σπίτι ή το χωράφι του. Η κατάσταση γινόταν ανυπόφορη. Τελικά επελέγησαν από τις μεγάλες κοινότητες κάποιοι χώροι αλλά οι διαμαρτυρίες των κατοίκων συνεχίζονται.

Αγορές σπιτιών από Δυτικοευρωπαίους. Λίγο μετά το ξεκίνημα του τουρισμού μερικοί ξένοι επισκέπτες [Δυτικοευρωπαίοι τουρίστες], που εντυπωσιάστηκαν από το παρθένο περιβάλλον, την πρωτόγονη ζωή των κατοίκων, το ήπιο κλίμα, την αγριότητα του τοπίου αλλά και την ησυχία του, αγόρασαν παλιά, ερειπωμένα σπίτια, που στοιχειωδώς επισκεύασαν, σε διάφορα χωριά της Μάνης, κυρίως της Έξω, λόγω γειτονίας με το αεροδρόμιο της Καλαμάτας  και εξ αυτού της δυνατότητας σε σύντομο χρόνο να πάνε στην πατρίδα τους ή να έρθουν από αυτή. Άλλων η επίσκεψη ήταν για ένα διάστημα και άλλοι εγκαταστάθηκαν μόνιμα στη Μάνη και κάποιοι έκαναν και επιχειρήσεις πχ παραγωγής και εμπορίας λαδιού, μεσιτείας ακινήτων σε συμπατριώτες τους και μετέπειτα και σε ντόπιους κλπ. Και κάποιοι όταν άκουγαν τις καμπάνες των εκκλησιών να κτυπούν τις Κυριακές, τις γιορτές ή για την ώρα, διαμαρτύρονταν και προκαλούσαν την οργή των ντόπιων.

Η άνθηση του τουρισμού έφερε και άλλους Έλληνες, χωρίς σχέση καταγωγής με τη Μάνη, να αγοράσουν οικόπεδα στην περιοχή και να χτίσουν σπίτια ή να ασχοληθούν με τουριστικές επιχειρήσεις

Λειψυδρία και ύδρευση. Τα περισσότερα, αν όχι όλα, από τα χωριά της νότιας Μάνης και μερικά της Έξω νερό έπαιρναν για όλες τους τις ανάγκες από τις στέρνες, στις οποίες το μάζευαν από τις βροχές κατά τον χειμώνα. Είναι φανερό ότι οι στέρνες ήταν λίγες, το νερό ελάχιστο, ιδιαίτερα αν δεν έβρεχε αρκετά τον χειμώνα και οι κάτοικοι έλεγαν ‘’το νερό νεράκι’’, το έπιναν με το σταγονόμετρο και έμεινε η φράση τους, ‘’ψωμί και θάνατος, νερό και κλιμαντούρα’’. Κλημαντούρα; Πως να ικανοποιήσουν τόσες ανάγκες με μια στέρνα για να πιούν, να μαγειρέψουν, να πλυθούν, να πλύνουν τα ρούχα τους και να ποτίσουν τα ζώα;

Γι’ αυτό και, παλιά, πλένονταν σπάνια [όταν βαπτίζονταν στην κολυμβήθρα και όταν παντρεύονταν], τις γυναίκες που πλένονταν συχνά τις έλεγαν ‘’παστρικές’’ και αμφισβητούσαν την ηθικότητά τους. 

Όταν ανοίχθηκαν δρόμοι στη νότια Μάνη, τα καλοκαίρια, σαν δεν είχαν νερό, γέμιζαν τις στέρνες, επί πληρωμή, με βυτία που έφερναν νερά από τις πηγές του Ταΰγετου. Όμως ο τουρισμός χρειάζεται πολύ νερό.

Το πρόβλημα της λειψυδρίας στην Ανατολική Μάνη, λύθηκε σε μεγάλο βαθμό, από τις πηγές της Αγιά-Μαρίνας Ταϋγέτου, όταν ολοκληρώθηκε [μετά το 1977] το έργο ύδρευσης της περιοχής.

Και ο δήμος Δυτικής Μάνης επιχειρεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της λειψυδρίας με τα νερά του Ταϋγέτου αλλά και με μονάδα αφαλάτωσης υφάλμυρου νερού [πίστωση 2023].

[Σημείωση. Πάντως, όταν απέχεις από τη θάλασσα λίγα μέτρα ή ελάχιστα χιλιόμετρα, δεν χρειάζεσαι πισίνες για να ξοδεύεις το νερό που αύριο μπορεί να στερηθείς και να υπερηφανεύεσαι ότι έχεις πισίνα].

Βεβαίως, ώσπου να φθάσει το νερό στην άκρη της Μάνης, πέρασαν χρόνοι πολλοί και τα προβλήματα διακοπών από βλάβες του δικτύου υπήρξαν [αλλά και από παράνομες συνδέσεις-κλοπές νερού κλπ για να ποτίζονται περιβόλια και ελιές στα χωράφια].

Όμως το νερό έφθασε στη Μάνη ως ‘’μάννα’’, ένα όνειρο ετών πραγματοποιήθηκε και έτσι ο μπάρμπα-Μήτσος ή η γριά-Νικολού,  στα ξεμόνια τους, ο ένας στην ανατολική πλευρά του Σαγγιά και η άλλη στη δυτική, μπόρεσαν, επιτέλους, να φτιάξουν από ένα περιβολάκι και να φυτέψουν μερικά μαρούλια, λίγες ντομάτες, βλήτα και κολοκυθιές.

Νέα έθιμα. Αλλά ο τουρισμός, η άνοδος του βιοτικού επιπέδου, η επιστροφή συνταξιούχων, η παιδεία, η τηλεόραση, η διάδοση των ειδήσεων και των ιδεών, επέφεραν μεταβολές στην τοπική κοινωνία, καθώς η ζωή δεν είναι στατική και τα γεγονότα επιτάχυναν την εξέλιξη και τον μετασχηματισμό της. Ας ιδούμε μερικές μεταβολές στη Μάνη.

1] Η σύζυγος κρατά το κύριο [μικρό] όνομά της και αν θέλει και το [πατρικό] επώνυμο. Η σύζυγος του Νίκου δεν λέγεται Νικολού ή Νίκαινα αλλά Αντιγόνη, Πηνελόπη κλπ .                             

2] Οι προσφωνήσεις, σε μεγάλους άνδρες, δεν είναι, μπάρμπα-…  και σε γυναίκες θεία-… αλλά κύριε-… και κυρία-…

3] Οι νέες γυναίκες και πολλές γριές δεν φορούσαν στο κεφάλι μαύρες γάζες [μαντήλες] και μαύρα ρούχα λόγω πένθους, σαν καλόγριες, μέχρι να πεθάνουν.

4] Κρέας όχι μόνον ‘’Χριστού και Λαμπρή’’ αλλά πολλές φορές τον χρόνο και, μάλιστα, τακτικά.

5] Ξεκίνησαν στολισμοί χριστουγεννιάτικου δένδρου, φαγητό γαλοπούλας τα Χριστούγεννα αντί του χοιρινού, πανηγύρια και γλέντια,

‘’ήρθαν’’ στολισμένες λαμπάδες το Πάσχα [‘’από τη νονά’’], βαρελότα στην ανάσταση, γυναίκες και παιδιά στα καφενεία, μεγάλοι τάφοι σαν σπιτάκια στα νεκροταφεία και το καλοκαίρι όλοι στη θάλασσα [‘’τα μπάνια του λαού’’].

6] Με τον τουρισμό ήρθε ένας νέος θεός στην περιοχή, ο Κερδώος Ερμής και μας εγκατέλειψε ο Ξένιος Ζευς.

 

 

 

ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ. Η μετά το 1992 περίοδος χαρακτηρίζεται από τον ερχομό των αλλοδαπών εργατών [οικονομικών μεταναστών], την επέκταση πολλών οικισμών, την άνοδο του τουρισμού και την αστικοποίηση της Μάνης.    Ας τα ιδούμε αναλυτικότερα. 

Ξένοι εργάτες. Και να που έγινε θαύμα, να έρθουν, δηλαδή, ξένοι εργάτες στη Μάνη  [και όλη την Ελλάδα] που, επί αιώνες, έβλεπε τα παιδιά της να ξενιτεύονται για να εργασθούν. Η Μάνη δέχθηκε, μετά το 1992, λόγω της κατάρρευσης του κομμουνισμού στις Ανατολικές χώρες της Ευρώπης, πληθώρα ξένων μεταναστών, ρακένδυτων και ταλαιπωρημένων που ζητούσαν απεγνωσμένα δουλειά για να ζήσουν. Αρχικά, οι περισσότεροι ήταν Αλβανοί αλλά ακολούθησαν, σε μικρότερο αριθμό, Βούλγαροι, Ρουμάνοι, Ουκρανοί, Ρώσοι, Γεωργιανοί, Πολωνοί και αργότερα Ασιάτες [Σύριοι, Πακιστανοί, Αφγανοί και άλλοι] ακόμη και Αφρικανοί. [Και έτσι η γριά-Πούλαινα, που έμενε σε ένα ξεμόνι, στην πλαγιά του Σαγγιά και στη ζωή της είχε πάει δυο-τρεις φορές στο Γύθειο, -‘’τόσο μακριά δηλαδή’’-και άλλοτε δεν ξαναβγήκε από το χωριό της, είδε για πρώτη φορά στη ζωή της ‘’εκπρόσωπο της μαύρης φυλής και φοβήθηκε για τη ζωή και την τιμή της’’].

Με τον καιρό οι ξένοι περιορίσθηκαν στα κεφαλοχώρια ενώ αρκετοί, μετά το 201ο, λόγω της οικονομικής κρίσης [με τρόικα και μνημόνια] επέστρεψαν στις χώρες τους ή πήγαν στη Δυτική Ευρώπη.

Όταν ήρθαν οι ξένοι εργάτες και λόγω άνθησης του τουρισμού η Μάνη γνώρισε πρωτόγνωρη οικοδομική ανάπτυξη, οι ντόπιοι μάστορες έγιναν δάσκαλοι των Αλβανών και άλλων ξένων μεταναστών, που τους πήραν με φθηνό μεροκάματο στη δούλεψή τους. [Φθηνό εργατικό δυναμικό που έμαθε, γρήγορα, να κάνει όλες τις δουλειές].

Χάρη στους ξένους εργάτες κτίστηκαν όλα τα νέα κτίσματα στη Μάνη, λειτούργησαν ξενοδοχεία, εστιατόρια, καφετέριες και bar, καλλιεργήθηκαν χωράφια, φυτεύτηκαν δένδρα, έτυχαν περιποίησης και φροντίδας ηλικιωμένοι και κατάκοιτοι και διασκέδασαν πολλοί Μανιάτες, νέοι και νεανίζοντες ηλικιωμένοι στα σκυλάδικα, όπου έτριβαν τις μουστάκες τους καθώς κοίταζαν τις ημίγυμνες χορεύτριες και τραγουδίστριες από τις Ανατολικές χώρες και για χάρη τους παράγγελναν ‘’ ούσκια με ξεροί καρποί’’.  Και κάμποσοι Μανιάτες τέλεσαν γάμο με ξένες.

Αν δεν έρχονταν να δουλέψουν οι ξένοι τα περισσότερα από τα έργα, που έγιναν στη Μάνη [και στην Ελλάδα λχ ολυμπιακοί αγώνες] δεν θα γίνονταν, καθώς οι περισσότεροι Έλληνες νέοι είτε έφευγαν στο εξωτερικό είτε δεν ήθελαν να ασχοληθούν με την οικοδομή.

Πάντως δεν υπήρξε καμία οργανωμένη υποδοχή τους ούτε κατευθύνθηκαν σε ορισμένους τόπους ή τομείς της οικονομίας. Αφέθηκαν στην τύχη τους. Όπου ήθελαν πήγαιναν, όπου τους έλεγαν οι γνωστοί τους ή οι επιχειρηματίες για να βρουν δουλειά, όπου άκουγαν πως υπάρχει εργασία και συνήθως στις πόλεις και τα κεφαλοχώρια.

Οι συνθήκες  υπό τις οποίες εργάσθηκαν για πολλά χρόνια οι ξένοι στη χώρα μας ήταν οι ίδιες με εκείνες, που αντιμετώπιζε ο κάθε ξεριζωμένος, όταν ‘’πένης και ανέστιος’’, που δεν έχει που το κεφάλι του να γείρει, θέλει να δουλέψει σε ξένο τόπο για να φάει ψωμί και να στείλει ‘’δυο δεκάρες’’ και στην οικογένειά του, στον τόπο από τον οποίο ήρθε.  

Και έτσι πολλοί Μανιάτες έγιναν αφεντικά, έχοντας στη δούλεψή τους φτωχούς ξένους, που μάλιστα, πριν, ήταν κομμουνιστές και ‘’ανέλαβαν οι Μανιάτες και το έργο να τους διαπαιδαγωγήσουν στο δυτικό, νεοφιλελεύθερο οικονομικό σύστημα’’. [Πάντως οι ξένοι εργάτες που προέρχονταν από πρώην κομμουνιστικές χώρες και είχαν γαλουχηθεί με τη μαρξιστική-λενινιστική θεωρία δεν προκάλεσαν ιδεολογικές ζυμώσεις στη Μάνη, δεν επηρέασαν τις συντηρητικές πολιτικές απόψεις των Μανιατών, το αντίθετο μάλιστα. Οι Μανιάτες θεώρησαν ότι ήταν κυρίαρχοι όχι μόνον οικονομικά αλλά και στο ιδεολογικό πεδίο, όπως πάντα].

Με τον καιρό, αν και έμειναν, τελικά, λίγοι ξένοι, αυτοί εργάσθηκαν, αγόρασαν οικόπεδα, έκτισαν σπίτια, έκαναν οικογένεια, έστειλαν τα παιδιά τους στα σχολεία, πρόκοψαν και έγιναν Μανιάτες, σαν τους ντόπιους. Ιδιαίτερα οι Αλβανοί ενσωματώθηκαν στην τοπική κοινωνία.      

’Στη Μάνη εγεννήθηκες, Μανιάτης πες πως είσαι’’.

Αντίθετα λίγοι Δυτικοευρωπαίοι [Άγγλοι, Γερμανοί κλπ] που αγόρασαν σπίτια κυρίως στη Δυτική Μάνη αλλά και στην υπόλοιπη, δεν ενσωματώθηκαν αλλά απλώς συμβιώνουν με τον ντόπιο πληθυσμό. Είναι η διαφορά του μορφωτικού και οικονομικού επιπέδου.

Έτσι η Μάνη γίνεται ‘’πολυφυλετική’’.

Επέκταση οικισμών. Όπως σημειώθηκε παραπάνω, κατά την περίοδο της μετανάστευσης [μετά δηλαδή το 1950], καθώς περνούσαν τα χρόνια, μερικά σπίτια κατέρρεαν ή υφίσταντο αρκετές ζημιές από τον αέρα και τη βροχή, λόγω εγκατάλειψης.

Μετά το 1978 η επιστροφή των συνταξιούχων και η τουριστική κίνηση  επέβαλαν  μικρή, έστω, οικοδομική δραστηριότητα, με επισκευές, προσθήκες ή και κατασκευή νέων κατοικιών, που όλο και έπαιρνε έντονο χαρακτήρα οικοδομικού οργασμού, ιδία μετά την έλευση [1992] των ξένων εργατών [φθηνά εργατικά χέρια] και την αύξηση των τουριστών από το τέλος του 20ου αιώνα.

Οι Μανιάτες  έδειξαν ιδιαίτερη προτίμηση στα μεγάλα σπίτια για να έρχονται στις διακοπές παιδιά και εγγόνια αλλά κατασκεύασαν και πύργους και μαγαζιά και ξενοδοχεία και απλές κατοικίες [και πολυκατοικίες στο Γύθειο].

[Ακόμη και από το 1972, Ο φάρος της Λακωνίας, φ. 330/29-2-1972, σε κύριο άρθρο του έγραφε, ‘’Σώστε τη Μάνη από το μπετόν’’ αλλά και άλλοι έβλεπαν την [σε σύντομο χρόνο] τουριστική ανάπτυξη και, κατά συνέπεια, συνιστούσαν ‘’σωφροσύνη’’ και επέσειαν τον κίνδυνο της καταστροφής του περιβάλλοντος. 

Το δυστύχημα είναι ότι τα κτίσματα έγιναν άναρχα, χωρίς σχέδιο και προβλέψεις για κοινόχρηστους χώρους και άλλα χρειώδη και το ευτύχημα ότι αρκετά σπίτια τα έχτισαν σε μεγάλα χωράφια και όλα με πέτρα και κεραμοσκεπή, που δίνουν ένα ιδιαίτερο χρώμα στην περιοχή και δια-τηρούν τον παραδοσιακό της χαρακτήρα, κατά τους νόμους της χώρας.

Έτσι το Γύθειο, το Μαυροβούνι, το Βαθύ, η Στούπα, η Καρδαμύλη, η Αρεόπολη, το Λιμένι και άλλα παραθαλάσσια χωριά επεκτάθηκαν σημαντικά και δημιουργήθηκαν και μικροί οικισμοί έξω από τον κύριο. 

Όμως, σήμερα, αν και υπάρχουν πολλά καινούργια σπίτια, παράλληλα υπάρχουν  και χαλάσματα, σε όλα τα χωριά, ερείπια,  που αποκαλύπτουν ένα μέρος της τοπικής ιστορίας και της αντίθεσης παλιού και νέου.

Συνάμα συνεχίζεται η διάνοιξη δρόμων προς ορεινά και απομονωμένα ξεμόνια, η ασφαλτόστρωση δευτερευόντων  δρόμων και η διάνοιξη αγροτικών δρόμων, χάρη της γεωργίας και της κτηνοτροφίας αλλά και της κατασκευής εξοχικών κατοικιών σε απόμακρα χωράφια.

Αξία γης. Μετά το 1950, όπως ξενιτεύονταν οι Μανιάτες για να βρουν δουλειά, μειώνονταν οι τιμές των ακινήτων και ιδία των χωραφιών. Το 1970 πχ πολλά λουράκια στην πλαγιά του Λιμενιού, που γέμιζε, λόγω εγκατάλειψης, με ασπαλάθους, δεν είχαν καμία αξία, πωλούνταν ‘’ένα δίφραγκο το λουρί’’ και κανένας δεν τα ήθελε. Όταν όμως άρχισε η επιστροφή των συνταξιούχων και η τουριστική κίνηση, ήρθαν οι ξένοι εργάτες, ο τουρισμός κάλπαζε, τα ακίνητα στα παραθαλάσσια μέρη και εκείνα που ‘’βλέπουν’’ θάλασσα έχουν πάρει μεγάλη αξία που σε μερικά μέρη για τους περισσότερους Έλληνες είναι απλησίαστα. Ας σημειωθεί ότι παλιά τα χωράφια που ήταν κοντά στη θάλασσα, καθώς δεν είχαν αξία. τα έδιναν προίκα στους γαμπρούς.

[Εξυπακούεται ότι για τα χωράφια, για καλλιέργειες δηλαδή, δεν υπάρχει ενδιαφέρον, καθώς με τη γεωργία κανένας, σχεδόν, δεν θέλει να ασχοληθεί, παρά μόνον στις εύφορες κοιλάδες της ΒΑ Μάνης].

Παραδοσιακοί οικισμοί. Με το π. δ.  19-10-1978, ΦΕΚ 594 Δ/13-11-1978 [97 οικισμοί] και με το π. δ.  της 20-10-1998, ΦΕΚ 912 Δ/11-11-1998 [28 οικισμοί] οι περισσότεροι οικισμοί της Μάνης κηρύχθηκαν παραδοσιακοί και τυγχάνουν ειδικού καθεστώτος. Η Μάνη έχει τους περισσότερους παραδοσιακούς οικισμούς σε όλη την Πελοπόννησο. Ο χαρακτηρισμός ως παραδοσιακού ενός οικισμού σημαίνει να παραμείνει η εικόνα του [τα κτίσματα, οι δρόμοι, ο τοπικός χαρακτήρας, η ιδιαιτερότητά του] αναλλοίωτη, δηλαδή όπως ήταν στο παρελθόν και τυχόν επισκευές ή νέες κατασκευές πρέπει να εναρμονίζονται με τις υπάρχουσες, τις παλιές.  

Περιοχές Natura. Μεγάλο μέρος της νότιας Μάνης αλλά και της βόρειας έχει χαρακτηρισθεί περιοχή νatura [ν. 3937/2011] για την προστασία της φύσης, που έχει ως στόχο να διασφαλιστεί η μακροπρόθεσμη διατήρηση, σε ικανοποιητικό επίπεδο, των πιο πολύτιμων  και των πλέον απειλούμενων ειδών και ενδιαιτημάτων της, σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές οδηγίες [βλ. και ν 1650/86, ν. 2742/1999 και ν. 4685/2020].

Ανεμογεννήτριες. Κάποιοι επιχειρηματίες ή νέοι ‘’επενδυτές’’ άκουσαν ή διαπίστωσαν ότι ο αέρας στη νότια Μάνη είναι δυνατός και εξ αυτού ‘’βαράνε οι καμπάνες’’ και σκέφτηκαν  να το εκμεταλλευθούν στήνοντας ανεμογεννήτριες [ΑΠΕ]  στις κορυφογραμμές των Μανιάτικων βουνών. Η κυβέρνηση τους έδωσε άδεια [υπ’ αρ. 197130/26-3-2012 απόφαση του υπουργού Περιβάλλοντος] και οι Μανιάτες ξεσηκώθηκαν  ‘’για την ιεροσυλία που θα γινόταν στα απάτητα [από τους Οθωμανούς], ιερά βουνά της Μάνης’’. Μέχρι και διαδήλωση στην Αθήνα έκαναν οι εδώ και μερικοί ήρθαν και από κάτω με πούλμαν. Προσέφυγαν πολλά άτομα και σύλλογοι στο Συμβούλιο της Επικρατείας το οποίο απέρριψε τις προσφυγές και στις κορυφές του Σαγγιά, της Αρκουδόλατσας και της Τρυπητής στήθηκαν ανεμογεννήτριες  και προσεχώς θα στηθούν και σε άλλες κορυφές της Έξω και νότιας Μάνης.

Για τον Αίολο δεν γνωρίζομε αν λατρευόταν στη Μάνη κατά τους αρχαίους χρόνους ούτε ερείπια ναού του διασώζονται ή πληροφορίες ότι υπήρχε ναός του έχομε, μόνον ο αέρας του μας τον θύμιζε. Όμως οι κολώνες των ανεμογεννητριών, τελικά, ορθώνονται ως σκιάχτρα πάνω από τη Μάνη, ανατολική και δυτική. Και προκαλούν ερωτήματα αν όντως προσφέρουν κάτι. [Ως προς τα φωτοβολταϊκά δεν υπήρξε ευρεία χρήση και έτσι δεν προκλήθηκαν αντιδράσεις].

Πυρκαγιές. Η εγκατάλειψη των αγρών και κατά συνέπεια η μετατροπή τους σε άγριους, ευνοούσε τις πυρκαγιές.  Κάθε καλοκαίρι όλο και κάποια περιοχή της Μάνης θα υποστεί ζημιές από πυρκαγιές πολύ περισσότερες από ό,τι στο παρελθόν. Με τόση πείρα, με τόσες γνώσεις και πάλι τα ίδια κάθε χρόνο… Και οι ζημίες είναι πολύ μεγάλες.

Ως σχεδόν τα μέσα της δεκαετίας 1960-70 οι πυρκαγιές στη Μάνη, που προκαλούσαν ζημιές, ήταν λιγοστές και πάντως μικρής έκτασης. Οι κάτοικοι κάθε χωριού, με τη χωροφυλακή και οπλισμένοι με φτυάρια, αξίνες και κλαδιά ελιάς, έτρεχαν να σβήσουν τη φωτιά και σύντομα τα κατάφερναν. Τα κατάφερναν γιατί τα χωράφια, οι ρεματιές και τα βουνά δεν είχαν ξερά χόρτα και θάμνους το καλοκαίρι λόγω [‘’άγριας’’]  βόσκησης από τα πεινασμένα ζώα που δεν εύρισκαν χορτάρι. Κίνδυνος δεν υπήρχε ούτε και την παραμονή του Άι-Λία, που άναβαν φωτιές στις γειτονιές ούτε όταν τα καλοκαίρια μαγείρευαν το φαγητό τους στα χωράφια και τα βουνά που συνήθως διέμεναν.

Όμως η μετανάστευση, η εγκατάλειψη της υπαίθρου και της κτηνοτροφίας επέφεραν πυκνή και μεγάλη βλάστηση, με χόρτα, θάμνους και δένδρα στα χωράφια [που γίνονταν άγρια] και στα βουνά, που γέμιζαν με ασπαλάθους και άλλους θάμνους.

Έτσι μια σπίθα μπορούσε να προκαλέσει πυρκαγιά η οποία απλωνόταν σύντομα σε μεγάλη έκταση καθώς εύρισκε πλούσια ‘’τροφή’’. Και αυτό γινόταν, σχεδόν, κάθε καλοκαίρι. Έγινε συνήθεια. Αρχικά μερικοί ντόπιοι έλεγαν ότι ‘’τις φωτιές τις βάζουν οι κομμουνιστές γιατί θέλουν να εκδικηθούν την εθνικόφρονα Μάνη’’, κάποιοι ψυχραιμότεροι ότι ‘’τις έβαζαν οι τσοπάνηδες για να έχουν βοσκή τα κοπάδια τους’’, άλλοι,  ‘’οι ιδιοκτήτες χωραφιών για να καθαρίσουν τα χωράφια τους και να μη γίνουν δασικά και τους τα πάρει το δασαρχείο’’ και άλλοι ‘’φταίει το κεφάλι το δικό μας’’. Και το φαινόμενο συνεχίζεται.

Δασικοί χάρτες. Και πριν το 1979 οι πρόεδροι των κοινοτήτων και οι αγροφύλακες, κατά τις εντολές που έπαιρναν από την πολιτεία, προσπαθούσαν να προστατεύσουν τα όποια δάση καθώς οι Μανιάτες  θεωρούσαν  ότι έχουν απεριόριστο δικαίωμα να κάνουν ό,τι θέλουν στα δάση, τόσο στα δημόσια όσο, ακόμη περισσότερο, στα ιδιωτικά.

Με τον ν. 998/1979 η προστασία των δασών έγινε αυστηρότερη και οι Μανιάτες ‘’βρήκαν τον μπελά τους’’ καθώς, λόγω της μετανάστευσης, τα περισσότερα χωράφια είχαν εγκαταλειφθεί και σε αυτά φύτρωσαν θάμνοι ή άγρια δένδρα, οι δασικοί υπάλληλοι ερμηνεύοντας στενά τον νόμο και θέλοντας να προστατεύσουν τον δασικό πλούτο της χώρας και κατ’ άλλους να έχουν εξουσία και κύρος στη δουλειά τους, θεωρούσαν ότι κάθε έκταση που δεν οργωνόταν και δεν καθαριζόταν με επιμέλεια, κάθε χρόνο, είχε γίνει δάσος και αυτοί έπρεπε να την υπερασπισθούν και ως τέτοια να παραμείνει. Έτσι έρχονταν συχνά σε προστριβές με τους Μανιάτες και τους έστελναν στα δικαστήρια. Οι κάτοικοι ‘’έβλεπαν’’ ότι οι δασάρχες γίνονταν διαχειριστές της περιουσία τους ή μάλλον ιδιοκτήτες και δεν μπορούσαν αυτό να το ανεχθούν. [‘’Δεν μας τα πήραν οι Τούρκοι στα 400 χρόνια, δεν μας τα πήρε ο κομμουνισμός, θα μας τα πάρουν τώρα οι δασάρχες ’’, έλεγαν].

Και όχι μόνον αυτό αλλά το δημόσιο άρχισε να θεωρεί ότι το δάσος και η δασική έκταση εκ μόνου του χαρακτηρισμού έκτασης ως τέτοιας [δάσους ή δασικής] αυτόματα χαρακτηριζόταν δημόσια και ανήκε στο δημόσιο, ενώ το βάρος ανατροπής αυτού του τεκμηρίου το έφερνε ο ιδιώτης. Δηλαδή έπρεπε να προσφύγει στα δικαστήρια, να βρει τίτλους ιδιοκτησίας, που συνήθως δεν είχε και κινδύνευε να χάσει το χωράφι του με δικαστική απόφαση. Τελικά, ύστερα από διαμαρτυρίες, ψηφίσθηκε ο νόμος 4042/2012 [άρθρο 67], ΦΕΚ 24 Α/13-2-2012, που ορίζει ότι, για την Μάνη και άλλες περιοχές, το τεκμήριο κυριότητας του δημοσίου, που για το μεγαλύτερο μέρος της χώρας ήταν μαχητό και μπορούσε να ανατραπεί από τον ιδιώτη, δεν ίσχυε για την Μάνη και άλλες περιοχές, καθώς, σε αυτές, οι ιδιοκτησίες, από αμνημόνευτους χρόνους, ανήκαν σε Έλληνες και δεν ήταν Οθωμανική ιδιοκτησία, κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας, ούτε τις απέκτησε το  δημόσιο ‘’αιτία πολέμου’’..  

Αρχές του 2017 αναρτήθηκαν στο διαδίκτυο οι δασικοί χάρτες. Μερικά χωράφια θεωρήθηκαν από τη δασική υπηρεσία ως δασικές εκτάσεις. Κατά των χαρτών αρκετοί ιδιοκτήτες άσκησαν αντιρρήσεις και εκδίδονται αποφάσεις των επιτροπών με τις οποίες αποφάσεις κάποιες εκτάσεις αποχαρακτηρίζονται και μπορούν να αξιοποιηθούν. Πάντως και αν κηρυχθούν κάποια χωράφια ως δασικά, θα θεωρηθούν ιδιωτική δασική έκταση με περιορισμούς βεβαίως για τον κύριο ως προς τη χρήση αλλά η κυριότητα δεν χάνεται.

[Σημείωση. Και ναι μεν η κυριότητα δεν χάνεται λόγω χαρακτηρισμού της έκτασης ως δασικής, αλλά μερικοί θα χάσουν τα δικαιώματά τους στα χωράφια τους, καθώς δεν τα έχουν δηλώσει στο κτηματολόγιο και αυτές, οι αδήλωτες, αγνώστου ιδιοκτήτη, ιδιοκτησίες θα περιέλθουν στο δημόσιο].

Οικολογικά. Επιδεικνύοντας οικολογικές ευαισθησίες μερικοί οικολόγοι έφεραν στη Μάνη φίδια αλλά και αγριογούρουνα που αυξήθηκαν αισθητά και έχουν κατακλύσει την περιοχή.

Αδιανέμητες περιουσίες. Με τα αγνώστου κυρίου ακίνητα συνδέονται και οι αδιανέμητες περιουσίες που οι περισσότερες δεν έχουν δηλωθεί στο κτηματολόγιο και παραμένουν αναξιοποίητες, καθώς λόγω της μετανάστευσης, πολλοί κληρονόμοι βρίσκονται μακριά, δεν γνωρίζουν τα χωράφια τους, δεν γνωρίζονται μεταξύ τους, δεν έχουν επαφές, δεν μπορούν να συνεννοηθούν και έτσι τα χωράφια τους ‘’αγριεύουν’’ και τα σπίτια τους γίνονται ερείπια.

Αστικοποίηση. Η ανισορροπία που υπήρχε μεταξύ πρωτεύουσας και υπαίθρου [ως προς την ενδυμασία, την διασκέδαση, τις αντιλήψεις, τον τρόπο ζωής γενικότερα], εκ των πραγμάτων τελείωνε πριν το τέλος του εικοστού αιώνα και, σχεδόν, όλες οι περιοχές της χώρας εξισώθηκαν με την Αθήνα. Ο εκσυγχρονισμός, ο μοντερνισμός, η αστικοποίηση έφεραν τον αφανισμό, σχεδόν, κάθε παλιού ή κάθε τι που θύμιζε τα παλιά, τα ‘’χωριάτικα’’, την αγροτική ζωή και κυρίως την κτηνοτροφία. Τις γεωργοκτηνοτροφικές μας ρίζες θέλομε να τις ξεχάσομε.

Ξενομανία. Η μετάβαση από τον αγροτικό τρόπο ζωής στην αστικοποίηση της επαρχίας και την εξομοίωσή της με την πρωτεύουσα συνοδεύτηκε από έντονη ξενομανία και μιμητισμό του δυτικοευρωπαϊκού τρόπου ζωής [μέσω της Αθήνας].

Γλέντια [πανηγύρια]. Οι παλιοί Μανιάτες και Μανιάτισσες ‘’δεν ήταν για τα πανηγύρια’’, δηλαδή για χορούς και τραγούδια σε δημόσιους χώρους. Όχι πως δεν γίνονταν σε γάμους, βαφτίσια και γιορτές. Γίνονταν αλλά … ‘’συγκρατημένα’  στα σπίτια ή στην αυλή του σπιτιού και σπάνια στην πλατεία, σε περίπτωση γάμου. Γίνονταν επίσης και από τους άνδρες μερικά βράδια στα καφενεία, όπου και μεθούσαν.

Ωστόσο κυρίαρχο ήταν το πένθος. [‘’Θα τα βάψω μαύρα’’].

‘’Δεν είναι η Μάνη του χορού, μόνον  είναι  του μοιρολογιού’’.

Όταν οι γυναίκες φορούσαν μια ολόκληρη ζωή μαύρα, γιατί έχασαν σύζυγο ή παιδί και για χρόνια για τον πατέρα ή τον αδελφό, όταν μοιρολογούσαν όχι μόνο σε κηδείες και μνημόσυνα αλλά και όταν εργάζονταν [θερισμό, λιομάζωμα κλπ] τι χορούς και γλέντια να κάνουν;

Κατά συνέπεια πανηγύρια για τη Μάνη ήταν οι αγορές και πωλήσεις ζώων ή αγροτικών προϊόντων, που γίνονταν σε συγκεκριμένο χώρο, ορισμένες ημερομηνίες [θρησκευτικές γιορτές] σε Τεγέα, Μυστρά, Έλος, Γύθειο, Αρεόπολη κλπ.

Αν οι ‘’βλάχοι’’, δηλαδή οι μη Μανιάτες, που πήγαιναν στο πανηγύρι, χόρευαν και τραγουδούσαν, αυτό ήταν θέμα δικό τους, οι Μανιάτες τους κοίταζαν και τους ανέχονταν, ώσπου να έρθει η ώρα του ύπνου, οπότε οι Μανιάτες επέβαλαν σιωπητήριο.

Με τον καιρό όμως, αφού γύρισαν οι συνταξιούχοι, ιδρύθηκαν σύλλογοι και οι ξενιτεμένοι έκαναν διακοπές στο χωριό τους, το πανηγύρι, από αγορά αγαθών, έγινε και για τους Μανιάτες γλέντι.

Τα καλοκαίρια, σχεδόν σε κάθε χωριό, ο σύλλογος [αποδήμων] του χωριού διοργανώνει, γύρω στο δεκαπενταύγουστο, πανηγύρι στην πλατεία του, με ελαφρά, λαϊκά τραγούδια αλλά και παραδοσιακά. Πριν αρκετά χρόνια όποιοι χόρευαν συρτό έκαναν ομάδες ή πιάνονταν στη σειρά ανά σόια. Το κάθε σόι χωριστά ή το ένα μετά το άλλο στη σειρά. Τελευταία έχει αλλάξει το θέαμα [φαινόμενο], καθώς ανακατεύονται γνωστοί και ξένοι, στην ίδια σειρά, αδιάφορα από συγγένειες και σόια.

Εμπόριο ζώων σε πανηγύρια δεν γίνονται, η κτηνοτροφία είναι μικρή. Γίνονται όμως λαϊκές αγορές.

Αστυφιλία. Η μετανάστευση για τη Μάνη και την Ελληνική ύπαιθρο, γενικότερα, είναι μάστιγα από τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους. Και τώρα, 2025, συνεχίζεται αδιάκοπα. Μόνο που τώρα λέγεται αστυφιλία. Και από ότι φαίνεται θα συνεχισθεί…Η επαρχία ερημώνει. Οι νέοι φεύγουν και ελάχιστοι μένουν, κυρίως στο Γύθειο και στις κωμοπόλεις. Η πολιτεία δεν λαμβάνει μέτρα, δεν κατευθύνει τους νέους στον πρωτογενή τομέα, την τυποποίηση των προϊόντων και την εμπορία τους, ούτε στην τοπική βιοτεχνία ή την εξ αποστάσεως [από την επαρχία δηλαδή] εργασία, μέσω των υπολογιστών, για να αποσυμφορηθούν οι πόλεις και, κυρίως. η Αθήνα.

Μετά το πρώτο μνημόνια [2011] δημιουργήθηκαν κάποιες ελπίδες επιστροφής νέων από την Αθήνα στην επαρχία. Αυτό όμως δεν έγινε, το αντίθετο μάλιστα συνέβη. Ούτε ο κορονοϊός  [2019] επέβαλε επιστροφή στην επαρχία. Το ξερίζωμα της υπαίθρου και η μετανάστευση, προς Αθήνα και εξωτερικό, συνεχίζονται όπως και η υπογεννητικότητα.

Απομάκρυνση υπηρεσιών. Η συνεχιζόμενη μετανάστευση και η από αυτήν ερήμωση της υπαίθρου επέφεραν, αρχικά, κλείσιμο σχολείων και αστυνομικών τμημάτων σε πολλά χωριά. Δεν άργησαν να κλείσουν και εφορίες, δημόσια ταμεία, τραπεζικά καταστήματα, κτηματολόγια, γραφεία ΟΤΕ, ΕΛΤΑ, ΔΕΗ και να μεταφερθούν στη Σπάρτη. Τελευταία απειλείται με κλείσιμο και το Πρωτοδικείο Γυθείου, ενώ τα ειρηνοδικεία Αρεοπόλεως και Καρδαμύλης  έχουν κλείσει από χρόνια.

Δυο δήμοι. Βλ. παραπάνω Συνενώσεις κοινοτήτων [1997, 2010]. Η Μάνη χωριζόταν σε βόρεια και νότια αλλά και σε ανατολική [Προσηλιακή] και δυτική [Αποσκερή]. Η ανατολική λεγόταν και Κάτω και διακρινόταν στην εύφορη βόρεια [Σκουτάρι, Γύθειο, Μαλευροχώρια] και στην άγονη νότια [από την Αραβίκια του Κότρωνα και κάτω]. Η δυτική χωρίζεται σε Έξω [από το Νέο Οίτυλο και πάνω] και σε Μέσα [από Αρεόπολη και κάτω]. Το μεγαλύτερο μέρος της Έξω ανήκε στον νομό Μεσσηνίας. Πολλοί θεωρούν ότι και η νότια-ανατολική Μάνη είναι Μέσα.

Εκκλησιαστικά. Η μητρόπολη Γυθείου και Οιτύλου [των δυο παλιών επαρχιών] το 2010 [ΦΕΚ 156 Α/7-9-2010] μετονομάσθηκε σε μητρόπολη Μάνης και περιλαμβάνει, όπως και παλιά, όλη τη Μάνη, Λακωνική και Μεσσηνιακή. Ξεκίνησε τελευταία τη δημιουργία αρχείου της ιστορίας  των εκκλησιαστικών πραγμάτων της Μάνης. Από δωρεές ίδρυσε το γηροκομείο Γυθείου πάνω στον Ακούμαρο [Ο φάρος της Λακωνίας, φ. 333/31-5-1972, σελ. 3] και ορφανοτροφείο. Λόγω της μετανάστευσης αντιμετώπισε δυσκολίες στο να διορίσει παπάδες σε όλα τα χωριά, παρότι για διορισμό παπά χρειαζόταν μόνον απολυτήριο δημοτικού, ίσα-ίσα δηλαδή να γνωρίζει γραφή και ανάγνωση, και η ανεργία στην Ελλάδα ήταν υψηλή. Μερικοί παπάδες έπαιρναν ένα μυστρί και γίνονταν εργολάβοι-πρωτομάστορες στις εκκλησίες πρώτα και μετά και σε οικοδομές ιδιωτών ‘’για τον άρτο τον επιούσιο’’. Και το Πάσχα έπρεπε να επαναλάβουν τη λειτουργία σε 2 ή 3 χωριά που δεν είχαν παπά.

Όταν οι δρόμοι ήταν ημιονικοί ή αργότερα χωματόδρομοι, με πέτρες και λακκούβες,  ο μητροπολίτης δεν πήγαινε στα χωριά, παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Τελευταία, που οι δρόμοι το επιτρέπουν, επισκέπτεται και τα μικρά χωριά και λειτουργεί και σε ξωκκλήσια.

Πολλές από τις πολυάριθμες εκκλησίες, που ανήκαν σε σόια, δηλαδή ήταν ιδιωτικές και είχαν υποστεί φθορές από τον χρόνο, επισκευάσθηκαν και άλλες που είχαν γκρεμισθεί ξαναχτίστηκαν. Οι επανακάμψαντες συνταξιούχοι δεν ήθελαν να βλέπουν τις πατρογονικές τους εκκλησίες να είναι χαλάσματα. Όσες παρέμειναν ερείπια είναι γιατί οι απόγονοι των κτητόρων δεν επέστρεψαν στη Μάνη ή δεν συνεννοούνται.

Από τα πολλά μοναστήρια, που υπήρχαν παλιά, σήμερα έχουν μείνει ελάχιστα με 1-2 μοναχούς το καθένα.

Στα νεκροταφεία, παλιά, οι τάφοι σκεπάζονταν από χώμα που φύτρωναν χόρτα. Υπήρχαν μερικές πέτρες και σε κάποιους τάφους ένας μικρός ξύλινος ή πέτρινος ή τσιμεντένιος σταυρός. Πολλοί από τους επανακάμψαντες συνταξιούχους, τελευταία, φτιάχνουν για τους προγόνους τους μεγάλους τάφους, σαν σπίτια, με μάρμαρα και πλούσιο διάκοσμο. Όσο πιο εντυπωσιακός είναι ο τάφος, τόσο μεγαλύτερη νομίζουν ότι είναι η τιμή στους προγόνους και το κύρος του κληρονόμου.

 

 

 

 Γενεαλογικά δένδρα και ‘’τίτλοι ευγενείας’’. Κατά τους τελευταίους καιρούς πολλοί των Μανιατών από εγωιστική διάθεση, ρομαντισμό κλπ ‘’αναζητούν τις ρίζες τους’’ ισχυριζόμενοι ότι κατάγονται άλλοι από τους Νικλιάνους [Νόμια, Κίττα και γύρω χωριά], άλλοι από τους Κομνηνούς [Στεφανόπουλος] ή τους Μεδίκους [Γιατράκος] του Οιτύλου, άλλοι από Βυζαντινούς πατρικίους και άλλοι δεν διστάζουν  ‘’να φθάσουν’’ ως τους αριστοκράτες της αρχαίας Σπάρτης ή μυθικούς ήρωες, νεράιδες κλπ. [Πάντως  από είλωτες, αιχμαλώτους, παραγιούς, παραδουλεύτρες, αχαμνόμερους, φτωχούς εργάτες [σε καθεστώς σχεδόν δουλοπαροικίας] κλπ ‘’κανένας Μανιάτης δεν κατάγεται’’. ‘Έτσι λένε].

[Σημείωση. 1. Αν και δεν έχει ιδιαίτερη σημασία το όλο θέμα, παρά μια γραφικότητα, η αλήθεια είναι ότι οι όντως καταγόμενοι ‘’από γενεάς’’  ήταν λίγοι και αν δεν είχαν ‘’πολεμική δύναμη’’ ξέπεφταν. Οι περισσότεροι [όχι όλοι] από αυτούς που καυχώνται για ‘’υψηλούς’’ προγόνους ψεύδονται συνειδητά και το ευτύχημα για αυτούς είναι ότι δεν υπάρχουν γραπτές πηγές και κατά συνέπεια ο καθένας μπορεί να λέει ‘’ό,τι θέλει’’. Φτιάχνει έναν μύθο, τον επικαλείται μετά σαν παράδοση και ακολούθως πιστεύει ότι έχει ατράνταχτα επιχειρήματα για την καταγωγή του [πως είναι, τάχα, ‘’από  τρανή γενιά κι από μεγάλο σόι’’].  

 Ας σημειωθεί ότι πολλές οικογένειες [σόια] έχουν κατεβεί στη Μάνη από τις ΒΑ πλαγιές του Ταϋγέτου αλλά και από άλλα βορειότερα μέρη, καταδιωγμένοι από τον ‘’τοπικό νόμο’’ ή μη αντέχοντας τους Οθωμανούς, όταν αυτοί κατέλαβαν [1460] τον Μυστρά [φερτοί]. Άλλοι ήρθαν από την Κρήτη, και πολλοί-πάρα πολλοί- μετακινήθηκαν μέσα στη Μάνη από τα νοτιότερα προς τα πάνω, λόγω άγονου εδάφους και γδικιωμών, κυρίως, μετά το 1750, όταν οι Τουρκαλβανοί εγκατέλειψαν την ΒΑ περιοχή. Λόγω των μετακινήσεων διακόπηκε για πολλές οικογένειες η παράδοση, άλλες ξεκληρίστηκαν, άλλες διασκορπίστηκαν ή ανακατεύτηκαν με τρίτους, και, κατά συνέπεια, οι περισσότεροι δεν ξέρουν ‘’ούτε τον προπάππο τους’’, ούτε, βεβαίως, ‘’από που κρατά η σκούφια τους’’. 

Ας σημειωθεί, τέλος, ότι μερικοί έλαβαν, αυτοβούλως,  ‘’αρχοντικά’’ ονόματα χωρίς να τους ανήκουν, γιατί δεν ήταν απόγονοι των αρχόντων αλλά υπηρέτες τους. 

Επίσης και επειδή σε διάφορες εργασίες φέρονται οικογένειες ότι προέρχονται από κάποιο χωριό, καλό είναι ο αναγνώστης να τις αντιμετωπίζει με επιφύλαξη, γιατί καθώς δεν υπάρχουν πηγές και οι περισσότεροι επικαλούνται την παράδοση, συνήθως αυτός ο τόπος που θεωρούν ως κοιτίδα τους μάλλον ήταν προσωρινός, μεταβατικός, δοθέντος ότι τα περισσότερα σόια για διάφορους λόγους [γδικιωμούς, αναζήτησης καλλίτερου μέρους κλπ] έρχονταν στη Μάνη ή μετακινούνταν μέσα σε αυτή [σαν το κύμα] και απλώνονταν αρχικά προς τα νότια της Μάνης, ύστερα, σαν εξασθένισε το Οθωμανικό θηρίο, προς τα βόρεια και στη συνέχεια και έξω από τη Μάνη σε διάφορα μέρη του κόσμου. 

 

 

Υπέρ τουρισμός. Κατά την τελευταία περίοδο και ιδία μετά το 2000, ο τουρισμός, στη Μάνη, γνώρισε μια κάποια ανάπτυξη που όχι μόνον δεν ανακόπηκε από την οικονομική κρίση [2011 με τρόικα και μνημόνια] αλλά ούτε και από την πανδημία του κορονοϊού. Μόλις παρήλθε [2022] η έξαρση της πανδημίας φούντωσε ο υπέρ τουρισμός όχι μόνο στα παραθαλάσσια, όπου υπήρχαν ξενοδοχεία αλλά και σε χωριά ‘’της ενδοχώρας’’ της Μάνης, που δεν ‘’βλέπουν’’ θάλασσα και είναι στα ορεινά και εκεί, ακόμη, ‘’ξεφύτρωσαν’’ πολλά ενοικιαζόμενα δωμάτια για βραχυχρόνια μίσθωση. Παλαιότερα οι Μανιάτες έλεγαν για τους Γυθειάτες και Αρεοπολίτες ότι ‘’νοίκιαζαν και τα κατώια τους στους μαθητές του γυμνασίου’’. Τώρα, όποιος έχει ένα δωμάτιο περισσευούμενο ή μπορεί να φτιάξει, το παρέχει με ενοίκιο στους τουρίστες. [Κάποια κλειστά σχολεία ίσως μπορούσαν να αξιοποιηθούν από τους δήμους] Ο τουρίστας, σήμερα, έχει ιδιωτικής χρήσης αυτοκίνητο ή μεταφέρεται με πούλμαν, και κατά συνέπεια έχει τη δυνατότητα να είναι σε απόσταση ‘’από τα κέντρα’’ και να επισκέπτεται πολλά μέρη. Και το ήπιο κλίμα της Μάνης, με τη μεγάλη ηλιοφάνεια και τις λίγες ημέρες κακοκαιρίας, του επιτρέπει διακοπές, σχεδόν, για όλο τον χρόνο. Οι τουρίστες είναι, ξένοι [από διάφορες χώρες], απόδημοι Μανιάτες, που επισκέπτονται το χωριό τους και όλη τη Μάνη αλλά και Έλληνες από διάφορα μέρη της χώρας.

Ο τουρισμός έδωσε ζωή στη Μάνη, την βοήθησε όχι μόνον οικονομικά αλλά και πολιτικά, πολιτιστικά και κοινωνικά και της δίνει ελπίδες για το μέλλον, άλλαξε, όμως, τον χαρακτήρα των κατοίκων.

Ιστορίες της ρούγας. ‘’Ελληνικό δαιμόνιο’’. Σε κεφαλοχώρι της Μάνης ο ΕΟΤ επισκεύασε μεταξύ άλλων και έναν επιβλητικό πύργο, που τον κράτησε για να ενοικιάζει δωμάτια σε τουρίστες. Προσέλαβε και έναν ντόπιο, με μισθό, για τη λειτουργία του ξενώνα. Ο υπάλληλος την ημέρα ήταν στα χωράφια ή στο καφενείο και το βράδυ, αν ευκαιρούσε, καθόταν για λίγο στον πύργο. Αν πήγαινε κάποιος τουρίστας, του έλεγε ότι δεν έχει ελεύθερα δωμάτια και τον έστελνε σε κοντινό πύργο ιδιώτη, από τον οποίον έπαιρνε προμήθεια για κάθε πελάτη που του έστελνε. Για 2-3 χρόνια ο πύργος δεν είχε έσοδα, μόνον έξοδα, σε αντίθεση με τους πύργους των ιδιωτών και στο τέλος ο ΕΟΤ τον έκλεισε.

Στα πλαίσια της τουριστικής ανάπτυξης το από δεκαετίες μόνο αξιόλογο λιμάνι της Μάνης, στο Γύθειο, που είχε συγκοινωνία με Κύθηρα και Κρήτη, επεκτάθηκε σημαντικά από την περιφέρεια Πελοποννήσου και τα εγκαίνια της τελευταίας επέκτασής του [κατασκευή λιμενοβραχίονα], έγιναν στις 2 Αυγούστου 2017, οπότε, πλέον, δέχεται μεγάλα καράβια με τουρίστες.

Σήμερα οι παραλίες της Μάνης γεμίζουν από λουόμενους, υπάρχουν  πολλά αναψυκτήρια και ταβέρνες, υπάρχουν ψάθινες ομπρέλες και ξαπλώστρες πολλά μικρά σκάφη αναψυχής, ΤΑΧΙ θαλάσσης και ναυτικοί όμιλοι που διοργανώνουν θαλάσσιους αγώνες.

Επαναφορά εδεσμάτων. Λόγω της μετανάστευσης και της ερήμωσης της υπαίθρου αλλά και άλλους λόγους [πχ αντιλήψεων ότι κάποια από τα παλιά πρέπει να εγκαταλειφθούν ως χωριάτικα] σταμάτησαν όσοι έμειναν στη Μάνη [ή περιόρισαν αισθητά] να φτιάχνουν σύγγλινα, λούπινα, ασκοπαΐδες, τιγανίδες, χυλόπιττες, τραχανά, τραβηχτές, δίπλες, πασπαλά, λαλάγγια και άλλα, που ήταν κάτι το σύνηθες παλιά.

Πολλά από αυτά, παραδομένα στη λήθη για 2-3 δεκαετίες, επανήλθαν με την άνθηση του τουρισμού και την επιστροφή μερικών συνταξιούχων. Βεβαίως δεν φτιάχνονται στα σπίτια, τώρα, αλλά σε ορισμένα καταστήματα, χάρη του εμπορίου [και τα στέλνουν και στην Αθήνα]. Θεωρούνται και λέγονται παραδοσιακά αλλά ο γράφων βεβαιώνει ότι δεν είναι ακριβώς όπως τα παλιά…

Κορώνα μου’’. Η προσφώνηση είχε ξεχαστεί, καθώς οι νέοι δεν την χρησιμοποιούσαν από το 1960-65. Απαλλαγμένη της βασιλοφροσύνης των Μανιατών, χάρη της οποίας λεγόταν, επανήλθε, τελευταία, από καταστηματάρχες, για να τονίσουν στους πελάτες τους, κυρίως στους μη Μανιάτες, ότι η Μάνη τηρεί την παράδοση και έχει μια ιδιομορφία, που την διαφοροποιεί από τις άλλες περιοχές. Όμως, είναι, πλέον, κενή νοήματος και λέγεται για εντυπωσιασμό. Δεν εκφράζει τα παλιά συναισθήματα αγάπης στον συγγενή ή φίλο, όπως στη βασιλική κορώνα, εξαιτίας των οποίων λεγόταν. Λες να ζητήσουν οι Μανιάτες και η προσφώνηση ‘’κορώνα μου’’, να ενταχθεί στην άυλη πολιτιστική κληρονομιά;

Άυλη πολιτιστική κληρονομιά. Στην άυλη πολιτιστική κληρονομιά  περιλαμβάνονται  ‘’ζωντανές’’ εκφράσεις, παραδόσεις, ήθη, έθιμα, μουσικές, χοροί κλπ που διασώθηκαν ως τώρα ‘’από πατέρα σε παιδί’’. Ως τέτοιο, άυλη πολιτιστική κληρονομιά, έχει χαρακτηρισθεί το Μανιάτικο μοιρολόι, αν και από το 2000 και μετά [η χρονολογία σημειώνεται σχηματικά], τα μοιρολόγια είναι σπάνιο είδος ή μάλλον, νομίζω, ότι δεν ακούγονται πλέον καθόλου και σε κανένα χωριό.

[Σημείωση. Τα περισσότερα μοιρολόια, από όσα έχουν διασωθεί σε διάφορες συλλογές [Πασαγιάννη, Πετρούνια, Κουτσιλιέρη και άλλων], πέραν του ότι έχουν αλλοιωθεί με τον καιρό, ‘’από στόμα σε στόμα’’, έχουν ειπωθεί κατά τον 19ο αιώνα ή και τον 20ο και διασώζουν κάποιες φράσεις παλαιοτέρων, γιατί η μοιρολογίστρα αυτοσχεδίαζε μεν αλλά χρησιμοποιούσε και ‘’κομμάτια’’ από παλαιότερα μοιρολόια, που είχε ακούσει από τις γριές του χωριού της. Νομίζω ότι τα πολύ παλιά μοιρολόια [πχ του 1800] θα ήταν ασυγκρίτως καλλίτερα αλλά, δυστυχώς, δεν έχουν διασωθεί].

Επίσης έχει γίνει καταγραφή και ορισμένων αιωνόβιων δένδρων που ‘’είδαν’’ την επανάσταση του 1821 και είναι ‘’μάρτυρες’’ του γεγο-νότος και σε αυτά έχει συμπεριληφθεί και η βελανιδιά του Αγιώργη [‘’δεντρό τ’ Αγιώργη’’] στην Κληματσίνα Βαχού και άλλα.  

Τα πολιτικά πράγματα στη Μάνη μετά τη μεταπολίτευση. Η Δεξιά, μετά το 1974 ως Κεντροδεξιά, κυριαρχεί στη Μάνη. Λαμβάνει τις περισσότερες ψήφους. Ισχυρή παρουσία έχει και η Ακροδεξιά, ενώ εξακολουθούν να υπάρχουν βασιλόφρονες και αρκετοί χουντικοί.

Δεν είναι αμελητέα και η δύναμη του Κέντρου [Κεντροαριστεράς] ενώ μικρή είναι η δύναμη της Αριστεράς. Ωστόσο υπάρχουν και στη Μάνη αριστεροί, ενώ οι Μανιάτες αριστεροί στην Αθήνα είναι αρκετοί και ιδία στον χώρο των πεπαιδευμένων.

Στις εκλογές της 17-11-1974, επί 59.345 έγκυρων ψηφοδελτίων έλαβαν, ΝΔ 45.127 [76,04 0/0], Ένωση Κέντρου-Νέες Δυνάμεις 7.670 [12,92 ο/ο], ΠΑΣΟΚ 4.191 [7,06 0/0], ΕΔΑ 548 [0,92 0/0] Ενωμένη Αριστερά 1.809 [3,04 0/0].

Στις εκλογές της 20-11-1977 έλαβαν, ΝΔ 55,01 0/0,  ΠΑΣΟΚ 16,23 0/0, ΚΚΕ 4,16 0/0, Εθνική Παράταξη 16,24 0/0.

Στις εκλογές της 18-10-1981 έλαβαν, ΝΔ 53,80 0/0, ΠΑΣΟΚ 34.32 0/0, ΚΚΕ 5,50 0/0.

Στις εκλογές της 2-6-1986 έλαβαν, ΝΔ  56,86 0/0, ΠΑΣΟΚ 34,93 0/00, ΚΚΕ 5,46 0/0. Στη Μάνη το ποσοστό της ΝΔ ήταν μεγαλύτερο.

Στις άλλες περιοχές των νομών Λακωνίας και Μεσσηνίας οι κεντρώοι και αριστεροί είναι περισσότεροι σε σχέση με τους ομοϊδεάτες τους στη Μάνη. [Ενδεικτικά, στον νομό Λακωνίας, στις εκλογές του 2009, έλαβαν, ΝΔ 32.124 [47,25 ο/ο], ΠΑΣΟΚ 24.938 [36,49 ο/ο], ΚΚΕ 3.176 [4,82 ο/ο], ΣΥΡΙΖΑ 1.869 [2,83 ο/ο], ΛΑΟΣ 3.671 [5,57 ο/ο/ και ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ 939 [1,42 ο/ο].

Πάντως αν και ψηφίζουν Δεξιά, οι Μανιάτες εξακολουθούν να έχουν παράπονα και να στρέφονται κατά των πολιτικών, επειδή η περιοχή τους είναι απρόσοδος αλλά και παραγκωνισμένη κατά τη γνώμη τους.

 Ο μπάρμπας μου ο Νικολής  ήταν σοφός κι ειλικρινής

και ρώταγε στα φωναχτά για όποιον γυρνούσε στα χωριά,

          Μήπως ζυγώνει εκλογή κι ήρθε τις ψήφους να ζητεί

          Που να κοπεί το χέρι του όποιου του δώσει ένα κουκί.

          Αυτά ντολιάζει ο Νικολής μα δεν ακούν τη συμβουλή

τι θέλουνε να βολευτούν και στο στρατό να διοριστούν.

Μετά τη μεταπολίτευση, και ιδία τα τελευταία χρόνια, πολλοί Μανιάτες βουλευτές [κυρίως από την Αθήνα] διετέλεσαν υπουργοί και υφυπουργοί. Πολιτικές ήταν και οι θέσεις νομαρχών, δημάρχων, προέδρων δημοσίων οργανισμών και επιχειρήσεων, που κατέλαβαν Μανιάτες.

Στα χρόνια της διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ [1981-89], για ένα διάστημα, υπουργός υγείας διετέλεσε ο από την Έξω Μάνη καταγόμενος Γεώργιος Γεννηματάς, που καθιέρωσε το εθνικό σύστημα υγείας, ένα φιλολαϊκό, δίκαιο και αποτελεσματικό σύστημα, που ο κάθε πολίτης είχε πρόσβαση στα νοσοκομεία [δημόσιο σύστημα υγείας], χωρίς ρουσφέτι, γιατί, πριν, δύσκολα θα έμπαινε σε νοσοκομείο όποιος δεν είχε μέσον.

Το θέρος του 1989 και επειδή από τις εκλογές της 18ης Ιουνίου 1989 κανένα κόμμα δεν είχε πλειοψηφία στη βουλή συνεργάστηκαν η Δεξιά [ΝΔ] με την Αριστερά [ΚΚΕ και ΚΚΕ εσ.] για να παραπέμψουν στο ειδικό δικαστήριο τον Ανδρέα Παπανδρέου και όρισαν, για μικρό διάστημα [το λεγόμενο ‘’βρώμικο ‘89’’], πρωθυπουργό, τον βουλευτή Αθηνών Τζανή Τζανετάκη [ΝΔ], που καταγόταν από το Γύθειο, της οικογένειας των Γρηγοράκηδων, οικογένειας από την οποία οι Οθωμανοί είχαν διορίσει τρεις μπέηδες στη Μάνη.

Ο Τζανετάκης είχε διατελέσει υπουργός δημοσίων έργων στην κυβέρνηση Καραμανλή και ως έχει σημειωθεί [Ντόπιοι μάστορες της πέτρας] ξεκίνησε [1978;] την επισκευή και αναπαλαίωση μερικών πύργων στην Αρεόπολη και στη Βάθεια για τον ΕΟΤ, πρόγραμμα που συνέχισε με πολύ εντονότερους ρυθμούς και σε μεγάλη έκταση, αργότερα, η αλησμόνητη Μελίνα Μερκούρη, ως υπουργός Πολιτισμού του ΠΑΣΟΚ.

Η Χρυσή Αυγή, που ιδρύθηκε, ως κόμμα, το 1993 με αρχηγό τον από τη Μάνη καταγόμενο Νίκο Μιχαλολιάκο και πολλά υψηλόβαθμα στελέχη της κατάγονταν από τη Μάνη, εισήλθε στη Βουλή το 2012, παρέμεινε ως το 2019 και χαρακτηρίσθηκε εγκληματική οργάνωση [άρθρο 187 ΠΚ], οι δε επικεφαλής καταδικάσθηκαν, πρωτοδίκως, με την υπ’ αρ.  2644/2020 απόφαση του Α΄ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων της Αθήνας. Στη Μάνη και στα Μανιάτικα του Πειραιά είχε πολλούς οπαδούς.

Η ζωή στη Μάνη σήμερα [2025]. Οι αγροτικές εργασίες, σήμερα, είναι περιορισμένες. Ελάχιστοι ασχολούνται με τη γεωργία και την κτηνοτροφία, ιδία στη νότια και Έξω Μάνη. Ελάχιστοι έχουν περιβόλια, ορνιθοτροφεία, οικόσιτα ζώα, μελίσσια κλπ. Με τις ελιές ασχολούνται περισσότεροι. Η περιοχή, φυσικά, δεν είναι αυτάρκης και έχει ανάγκη ‘’εισαγωγών’’. Στην εύφορη ΒΑ Μάνη υπάρχει μια αγροτική δραστηριότητα αλλά εκεί πρέπει να γίνει αναδασμός της γης, αφού υπάρχει κτηματολόγιο και βεβαίως να κατασκευασθούν αρκετά υδατοφράγματα για την άρδευση των χωραφιών.

Οι νέοι συνεχίζουν να εγκαταλείπουν την περιοχή και όσοι μένουν προσπαθούν να διορισθούν στο δημόσιο και στους δήμους ή ασχολούνται, κυρίως, με τον τουρισμό και την οικοδομή. Υπάρχουν, βεβαίως, καταστηματάρχες, ελεύθεροι επαγγελματίες, βιοτέχνες, όσοι απαιτούνται για τις ανάγκες του τόπου. Ο πληθυσμός συνεχώς μειώνεται, τα περισσότερα ξεμόνια και μικρά χωριά είναι ακατοίκητα. Τα περισσότερα χωράφια είναι ακαλλιέργητα και ενδιαφέρον υπάρχει μόνο για εκείνα, που μπορούν να οικοπεδοποιηθούν και βρίσκονται κοντά στην παραλία ή ‘’βλέπουν’’ θάλασσα και εφόσον οι κληρονόμοι, συγκληρονόμοι δηλαδή, ευαρεστηθούν να συνεννοηθούν για την αξιοποίηση της συνιδιοκτησίας τους, πράγμα δύσκολο, λόγω αντιζηλιών και … ανοησίας.

Η Μάνη γίνεται τόπος συνταξιούχων και τουριστών. Το Πάσχα και το θέρος, οι πλατείες, οι παραλίες,  οι ταβέρνες και οι καφετέριες γεμίζουν από θαμώνες [Αν ένα αυγουστιάτικο βράδυ επιχειρήσεις, αναγνώστη, να περπατήσεις στον κεντρικό δρόμο της Αρεόπολης, από Αγιάτικο [πλατεία Αθανάτων] ως Ταξιάρχη, θα δυσκολευτείς να προχωρήσεις από την πληθώρα τραπεζοκαθισμάτων, δεξιά και αριστερά του στενού δρόμου, που κάθονται νέοι και πολλοί νεανίζοντες ηλικιωμένοι και στο ημίφως, με μουσική, αδυνατούν να συζητήσουν και κοιτάζουν τα ντουβάρια των εγγύς παρακείμενων κτισμάτων και τους περαστικούς, που απεγνωσμένα κάνουν ελιγμούς για να καταφέρουν να περάσουν. Το ίδιο συμβαίνει και στον παραλιακό δρόμο του Γυθείου και μερικών άλλων παραθαλάσσιων χωριών. Αλλά εκεί, τουλάχιστον, βλέπεις θάλασσα. [Κάθε βράδυ στις ταβέρνες ‘’ίπτανται οι ψυχές’’ βοοειδών, χοιρινών, αιγοπροβάτων και πουλερικών που ‘’βλέπουν από ψηλά’’ τις σάρκες τους να καταβροχθίζονται από ντόπιους και τουρίστες συνοδεία άκρατου οίνου].

Οι σημερινοί Μανιάτες. Στην εργασία μου, ‘’Ο χαρακτήρας των παλαιών Μανιατών’’, αναφέρομαι στα προτερήματα και ελαττώματα των παλαιών Μανιατών.

Σήμερα ως προς τους Μανιάτες της διασποράς [Αθήνα, Πειραιά, άλλες πόλεις της Ελλάδος και του εξωτερικού] που είναι κατά πολύ περισσότεροι από τους Μανιάτες που διαβιούν στη Μάνη, είναι φανερό ότι δεν διαφέρουν από τους όποιους γείτονές τους. Από πολλά χρόνια έχει επιτευχθεί η ομογενοποίηση. Βέβαια οι Μανιάτες όπου και αν είναι έστω και αστειευόμενοι αλλά και μάλλον με ακράδαντη πίστη όχι μόνον αγαπούν και νοσταλγούν τον τόπο τους αλλά και εγωίζονται για αυτόν. [Τον έχουν κορώνα στο κεφάλι τους και καυχώνται ότι είναι από τη Μάνη]. Κατά συνέπεια, ανάλογα με τις δυνατότητές του, άλλοι συχνότερα και άλλοι κατά αραιά διαστήματα επισκέπτονται τη Μάνη.

Ως προς τους Μανιάτες που ζουν στη Μάνη ας σημειωθεί ότι δεν διαφέρουν από τους άλλους Έλληνες, όσο και αν θέλουν να λένε εγωιστικά, ότι έχουν ιδιαιτερότητες. Για να φθάσουν όμως ως εδώ πέρασαν διάφορα στάδια.

Την άποψη που είχαν για τους Μεσομανιάτες [ως αγρίους] ο Οθωμανός  φοροεισπράχτορας Εβλιγιά Τσελεμπί στα 1670 και ο Νηφάκος, λίγο πριν το 1800 σημειώνομε παραπάνω στη σελ. 38. 

Ο Σατωμπριάν [1768-1848], όταν βρέθηκε στο παζάρι του Μυστρά, ζήτησε να ιδεί και είδε μερικούς Μανιάτες νομίζοντας ότι θα ιδεί αρχαίους Σπαρτιάτες πολεμιστές ή άγριους πρωτόγονους.

Πολλοί περιηγητές, κατά την Τουρκοκρατία, όταν έρχονταν στην Ελλάδα και ιδία στην Αθήνα, περίμεναν να ιδούν άνδρες σαν τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τον Άδωνι και τους ολυμπιονίκες και γυναίκες σαν τις Καρυάτιδες, τη Σαπφώ και την Ασπασία. [Οποία απογοήτευση].

Μετά το 1949, και ενώ υπάρχει μεγάλο μίσος των μεν προς τους δε, χαρακτηριστικά τους ήταν, ότι οι δεξιοί είχαν τον αέρα του νικητή, το κράτος είναι δικό τους και άρα πρέπει να τους διορίζει, ‘’χωρίς συζήτηση’’, για να παίρνουν μισθό και ενώ οι αριστεροί ήταν  πλήρως παραγκωνισμένοι, όλοι είχαν την εντύπωση ότι η περιοχή τους ήταν αδικημένη, δεν ενδιαφερόταν για τη Μάνη το κράτος και το έβριζαν. Αυτή ήταν η μια πλευρά [δεξιός και διορισμοί], η άλλη, των τελευταίων χρόνων, λόγω υπέρ τουρισμού, είναι το κέρδος και η φήμη,

Εσύ, αναγνώστη, αν πας στη Μάνη μη περιμένεις να ιδείς αγριάνθρωπους, πειρατές, οπλοφόρους σαν σκαντζόχοιρους κλεισμένους στους πύργους ή να παραφυλάνε σε χωσίες για να εκδικηθούν, μην περιμένεις ό,τι με τη φαντασία σου έχεις πλάσει ή έχεις ακούσει [διάφορους θρύλους ή μύθους] για τους Μανιάτες. Έχουν εξευρωπαϊσθεί από καιρό λόγω παιδείας, διορισμών, επικοινωνίας με την Αθήνα, τουρισμού κλπ. Πέρασαν χρόνια από το 1949 η Ελλάδα και η Μάνη, έστω και με αργούς ρυθμούς, βελτίωσαν το οικονομικό και πολιτιστικό τους επίπεδο και οι Μανιάτες δεν είναι όπως οι παλαιοί.

Θα ακούσεις από μερικούς διάφορες υπερβολές [κοψίες πολλές και καυχησίες], θα ακούσεις τους καταστηματάρχες να σε λένε ‘’κορώνι μου’’, θα σου πουν ότι ο προπάππος τους είχε σκοτώσει χιλιάδες Οθωμανούς [απορώ πως υπάρχει σήμερα Τουρκία], πως είχε αφανίσει τους εχθρούς του με γδικιωμούς, ότι ο λόγος του είναι συμβόλαιο, ότι το σόι του βγάζει στρατηγούς, επιστήμονες, κονομημένους κλπ.

Σαν τα ακούσεις όλα αυτά μην αμφισβητήσεις τίποτε για να έχεις ανέφελη και ήρεμη παραμονή και καλό είναι, με μερικούς, να αποφύγεις συζητήσεις για τον βασιλιά, τη Χρυσή Αυγή, την 21η Απριλίου 1967, για τα ρουσφέτια [αφού όλοι διορίστηκαν λόγω της μοναδικής αξίας τους], για διαφθορά, για φακελάκια, για το ότι πάνε με τον ισχυρό και όπου φυσάει ο άνεμος κλπ. Αυτά τα έχουν κάνει άλλοι… όχι αυτοί.

Ας έχεις υπόψη σου ότι γύρω στα 2000 που οι συμφοιτητές του Σωτήρη Πέτρουλα -ο οποίος, όπως έχει σημειωθεί σκοτώθηκε στα Ιουλιανά του 1965 στην Αθήνα- θέλησαν να του κάνουν μνημόσυνο στη Μάνη επέλεξαν την Αρεόπολη και όχι τη γενέτειρά του Οίτυλο, επειδή θεώρησαν ότι εκεί θα ‘’έξυναν πληγές’’ και ίσως υπήρχαν αντιδράσεις.

Ωστόσο, αν μου επιτρέπεις, σου συνιστώ ένα ταξίδι στη Μάνη και αν μπορείς να το συνδυάσεις με τον γύρο της Πελοποννήσου. ‘’Πλουσιότερη’’ διαδρομή στην Ελλάδα δεν νομίζω ότι θα βρεις.

 

ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟ.  Πνευματική κίνηση. Α]. Στη Μάνη. Μετά το 1949 έπρεπε οι Μανιάτες, όπως έχει σημειωθεί, να επουλώσουν τις πληγές του εμφυλίου, να επισκευάσουν τα σπίτια τους, να καλλιεργήσουν τα χωράφια τους και να αντιμετωπίσουν τη φτώχεια τους. Υπήρχε –για αρκετά χρόνια- ο φόβος των, όποιων είχαν παραμείνει, κεντρώων και αριστερών, έναντι του κράτους και  ιδία των δεξιών που μπορούσαν να ενεργήσουν και αυτόνομα, ‘’χάρη της πατρίδας’’. Υπήρχε το κλειστό, παγωμένο, ασφυκτικό κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον κυριαρχίας της Δεξιάς, καθώς και η μετανάστευση. Όλα αυτά, συν τον από αιώνων συντηρητισμό, ήταν αρνητικοί παράγοντες για την οικονομική ανάπτυξη αλλά και για την πνευματική δημιουργία και την πολιτιστική δραστηριότητα στα χωριά.

Ωστόσο, καθώς περνούσαν τα χρόνια και παγιωνόταν μια κάποια νομιμότητα ξεκίνησε και η Μάνη έναν αργό βηματισμό προς τα εμπρός κυρίως με τη βοήθεια των αποδήμων τέκνων της και ιδία των πεπαιδευμένων, που ζούσαν στην Αθήνα και ενδιαφέρονταν για τον τόπο τους.

Βεβαίως, και μετά το 1949, συνεχίζονται στη Μάνη τα μοιρολόγια, οι σάτιρες, κάποιοι κτίστες αναδεικνύονται σε καλούς πετρομάστορες και λαϊκούς αρχιτέκτονες, διασώζονται μερικοί λαϊκοί στοχαστές και αφηγητές ιστοριών και παραμυθιών [κυρίως γριές]αλλά όλα λιγοστεύουν.

Στο Γύθειο υπήρχαν μερικές προϋποθέσεις για πνευματική και πολιτιστική κίνηση. Υπήρχαν εκεί δικαστές, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι, γιατροί, οδοντίατροι, φαρμακοποιοί, καθηγητές, δάσκαλοι, αξιωματικοί του στρατού, της χωροφυλακής, του λιμενικού, δημόσιοι υπάλληλοι, υπάλληλοι του ΟΤΕ και των τραπεζών, βιοτέχνες, έμποροι, καταστηματάρχες, μεγάλοι γαιοκτήμονες [ιστορικών οικογενειών], δηλαδή υπήρχαν ομάδες είτε συνδεδεμένες μεταξύ τους είτε όχι, που είχαν, οι περισσότεροι, τουλάχιστον, ανάγκες και απαιτήσεις πέραν εκείνων που είχαν οι γεωργοί, κτηνοτρόφοι και εργάτες της πόλης. Ανάλογες ομάδες, αλλά πολύ μικρότερες, υπήρχαν και στην Αρεόπολη, στην Καρδαμύλη και μερικά άλλα, λιγοστά, κεφαλοχώρια. Μερικοί από τους παραπάνω θα πρωταγωνιστούσαν στην πνευματική και πολιτιστική κίνηση του τόπου.

Το Γύθειο είχε ηλεκτροδοτηθεί από το 1926, είχε εργοστάσιο ύδρευσης από το 1927, είχε γυμνάσιο από το 1885, στο οποίο είχε διδάξει ο ποιητής Γιάννης Γρυπάρης και μαθητεύσει ο Γιάννης Ρίτσος, ο Νικηφόρος Βρεττάκος και άλλα ‘’φωτεινά μυαλά’’, είχε αναμορφωτικές φυλακές από το 1901 [και στη συνέχεια ανηλίκων], νοσοκομείο πριν το 1940, προσκόπους, συλλόγους κυριών και φιλανθρωπίας, είχε βιβλιοθήκη [δωρεά Γεράσιμου Καψάλη] από το 1961, ήταν τόπος εξορίας αριστερών και ασκούσε μια μικρή επίδραση στους χωρικούς της πόλης και της  επαρχίας,  που, για τις ανάγκες τους, το  επισκέπτονταν συχνά καθώς είχε λαϊκή [την Παρασκευή] και ετήσιο παζάρι ζώων, εμπορευμάτων και άλλων αγαθών στις 14 Σεπτεμβρίου κάθε χρόνου.

Μετά το 1949, και όσο περνούσαν τα χρόνια, καθώς βελτιωνόταν το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων και περιοριζόταν ο αναλφαβητισμός, οι Μανιάτες επέδειξαν ιδιαίτερο ζήλο για τη μόρφωση των παιδιών τους, ανάλογο εκείνου που είχαν δείξει, παλιά, οι πρόγονοί τους για τα όπλα. [‘’Από τον Άρη στην Αθηνά’’].

Αρκετοί αποδίδουν την έφεση στα γράμματα και την πρόοδο των Μανιατών στη φτώχεια και στις ανάγκες της ζωής, άλλοι στη γεωγραφία και στο κλίμα της περιοχής και άλλοι που … ονειροβατούν στο ‘’περιούσιο του Μανιάτη’’. [Στον εγωισμό δεν μας ‘’πιάνει’’ κανένας].

Αλλά, με τα χρόνια, τελείωνε και ο απομονωτισμός της περιοχής.

Το Γύθειο, η Αρεόπολη, η Καρδαμύλη, μετά το 1949, έχουν καθημερινή λεωφορειακή σύνδεση με την Αθήνα. Μερικοί Μανιάτες πάνε και έρχονται προς και από την Αθήνα, εφημερίδες [ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ] φέρνουν τα λεωφορεία και μερικές φορές σε κάποια καφενεία χωριών φέρνουν εφημερίδες από τη Σπάρτη και την Καλαμάτα, υπάρχουν ραδιόφωνα και τηλέφωνα, ενίοτε και Μανιάτικες εφημερίδες στα καφενεία, έρχονται, για λίγες ημέρες μερικοί ξενιτεμένοι συμπατριώτες από την Αθήνα, υπάρχει, έτσι, μια επικοινωνία των χωριών με την πρωτεύουσα. Και, βέβαια, έρχονται έστω και λίγοι τουρίστες από την Εσπερία, που φέρνουν μηνύματα του Ευρωπαϊκού πολιτισμού. Σχεδόν σε κάθε χωριό υπάρχει σχολείο που σταδιακά φτιάχνει μια βιβλιοθήκη, υπάρχει χωροφυλακή για την καταπολέμηση της εγκληματικότητας και γίνεται προσπάθεια σε όλα τα χωριά να ανοιχθούν δρόμοι, που θα τα συνδέσουν με τα κεφαλοχώρια. Μόνο κάτι μικροί οικισμοί στα βουνά θα μείνουν, επί μακρόν, μακριά από τον πολιτισμό αλλά και αυτών οι κάτοικοι, κατά διαστήματα, πήγαιναν στα παζάρια [λαϊκές] Γυθείου, Αρεόπολης, Καρδαμύλης κλπ.

Υπήρχε, επίσης, στο Γύθειο, Εμπορική σχολή [ιδρύθηκε το 1939 ή πιο πριν καθώς το υπολογίζομε, με βάση αριθμό πρωτοκόλλου της σχολής 1733/16-9-1939, βλ. Γ. Καρακατσιάννη, ό. π. παραρτήματα]. Υπήρχε [και υπάρχει] τουριστικό περίπτερο [Ο φάρος της Λακωνίας, φ. 84/31-5-1957, σελ. 4] στο Περιβολάκι. Τουριστικό περίπτερο υπήρχε [δεν υπάρχει πλέον] και στην παραλία της Τσίπας, μάλλον από το 1957. Στο Γύθειο υπήρχε πλαζ και στην Τσίπα κατασκήνωση. Στο Γύθειο ο Τζώρτζης Τζωρτζάκης έγραφε [1981] βιβλία για την πόλη του και την ευρύτερη περιοχή, δικηγόροι και καθηγητές, ενίοτε, έδιναν βραδινές, επιμορφωτικές ομιλίες, παρουσιάζονταν αρχαίες τραγωδίες το καλοκαίρι στο αρχαίο θέατρο.  Υπήρχε μια πολιτιστική κίνηση [βλ. παρακάτω].

Στην Καρδαμύλη ιδρύθηκε αρχαιολογικό μουσείο, γίνονταν αθλητικοί αγώνες [17 Ιουλίου 1966], υπήρχε μια πολιτιστική κινητικότητα [εφ. ΜΑΝΗ φ. 38/1-6-1966] και εκδίδεται από το 1999 η εφημερίδα ΜΑΝΙΑΤΙΚΗ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ με εκδότη τον Αντώνη Ρουμανέα και διευθυντή τον Νίκο Μαραμπέα. Υπήρχε, επίσης, ημιγυμνάσιο [τρεις τάξεις, όπως και στην Πλάτσα] και οι κάτοικοι ζητούσαν να γίνει πλήρες [εφ. ΜΑΝΗ, φ. 73/3-8-1969].

Στην Αρεόπολη υπήρχε εξατάξιο γυμνάσιο, βιβλιοθήκη, μουσείο εκκλησιαστικό, γινόταν παζάρι [λαϊκή] κάθε Σάββατο και ετήσιο παζάρι, για ημέρες,  στις 6 Αυγούστου, και βεβαίως ο εορτασμός της επετείου της 17ης Μαρτίου 1821. [Εορτασμοί επετείων, ως έχει σημειωθεί, γίνονταν και στη Βέργα, στον Διρό και στον Πολυάραβο]. 

‘’Στην Αρεόπολη από τον Μάρτιο του 1957, χάρις στη προσπάθεια και τις θυσίες και παρά τα μεγάλα εμπόδια οικονομικά και τεχνικά των προοδευτικών νέων κκ Ιωάννου Φρατζεσκάκη και Γεωργίου Θεοδωρακάκου εκδίδεται η εβδομαδιαία εφημερίδα ‘’Μανιάτικα Νέα’’, έγραφε ο Παν. Δρακουλινάκος στην εφ. Ο Φάρος της Λακωνίας, αρ. φ. 92 της 12-10-1957, σελ. 4. Στην εφημερίδα της Αρεόπολης, κατά καιρούς, αρθρογραφούσαν και 2-3 καθηγητές του γυμνασίου.

[Κατά διαστήματα εκδιδόταν στην Αρεόπολη, με αρχή το θέρος του 1991, άλλοτε ως περιοδικό και άλλοτε ως  εφημερίδα η ‘’Αδούλωτη Μάνη’’ και στην Έξω Μάνη, για μικρό διάστημα, 1990, η Ζαρνάτα].

Επίσης στην Καλαμάτα και τη Σπάρτη εκδίδονταν [και εκδίδονται] εφημερίδες με θέματα σχετικά και  με τη Μάνη.    

Έτσι μια ασθενής πνευματική και πολιτιστική κίνηση παρατηρείται στο Γύθειο και λιγότερο στην Αρεόπολη και μερικά άλλα κεφαλοχώρια

Β]. Πνευματική κίνηση των Μανιατών στην Αθήνα και στον Πειραιά. Οι Μανιάτες πνευματικοί άνθρωποι άνθισαν, κυρίως, στην πρωτεύουσα, καθώς εκεί υπήρχαν οι προϋποθέσεις. [‘’Τις βάσεις’’ όμως πολλοί είχαν λάβει από τα γυμνάσια της Μάνης]. Και πολλοί από αυτούς προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στην Αθήνα, στη Μάνη και όλη τη χώρα.

Πολλά από τα αξιόλογα έργα που έγιναν στη Μάνη, βιβλιοθήκες, χρηματικά μαθητικά βραβεία, μουσεία, επέτειοι, συνενώσεις κοινοτήτων, σύλλογοι, αναδείξεις ιστορικών μνημείων, σπηλαίων κλπ ήταν προτάσεις και αποτέλεσμα ενεργειών των πνευματικών τέκνων της Μάνης.

Κατά καιρούς εκδόθηκαν εφημερίδες για τη Μάνη, από Μανιάτες,  στην Αθήνα [και Πειραιά], Ο φάρος της Λακωνίας,  ΜΑΝΗ, Λακωνία  ςος, Η φωνή της Μάνης, Καπετάν Ζαχαριάς, άλλες με σύντομο και άλλες με μεγαλύτερο βίο. [Η μακροβιότερη, νομίζω ότι είναι Ο φάρος της Λακωνίας].

Αξιομνημόνευτη είναι και η εταιρεία Λακωνικών σπουδών που ιδρύθηκε στην Αθήνα, το 1966 [βλ. Ο φάρος της Λακωνίας, α. φ. 253/26-6-1966] και εξέδιδε  το περιοδικό Λακωνικαί Σπουδαί με ‘’σκοπό την επιστημονική έρευνα και μελέτη της ιστορίας, φιλολογίας και λαογραφίας της Λακωνίας’’. Πρώτο διοικητικό συμβούλιο, 1966-70, πρόεδρος Παναγιώτης Πουλίτσας, αντιπρόεδροι, Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος και Απόστολος Δασκαλάκης, γενικός γραμματέας Δικαίος Βαγιακάκος, ειδικός γραμματέας Ηλίας Παπαθανασόπουλος, ταμίας Ηλίας Ξανθάκος και σύμβουλοι Ιωάννης Ξανθάκος, Ιωάννης Σταματάκος, Αριστείδης Πουλαντζάς, Αναστάσιος Ατσαβές και Παύλος Μελάς. [Λακωνικαί Σπουδαί,   τ. 1, 1972].  

Τέλος και μερικοί σύλλογοι αποδήμων βοήθησαν στην πνευματική και πολιτιστική ανάταση των Μανιατών στη Μάνη και στην Αθήνα.  

[Σημείωση. Μερικά από τα πνευματικά τέκνα της Μάνης και μετριοπαθείς Μανιάτες πολιτικοί, στην Αθήνα, έκαναν προσπάθειες το 1946 για συνεννόηση των αντιμαχόμενων δεξιών και αριστερών, προκειμένου αποφευχθεί η σύγκρουση στη Μάνη αλλά, δυστυχώς, υπήρξε άρνηση από σκληροπυρηνικούς δεξιούς, μεταξύ των οποίων φέρεται ότι ήταν και ο Πέτρος Μαυρομιχάλης και η όλη προσπάθεια ναυάγησε [βλ. παρακάτω για Μανιάτες πολιτικούς].’’ Οι τσουκνίδες πνίγουν τα χαμομήλια’’.   

Μανιάτες συγγραφείς. Όχι μόνον Μανιάτες αλλά και ξένοι τουρίστες, δημοσιογράφοι και συγγραφείς έχουν γράψει βιβλία, που ουσιαστικά διαφημίζουν τη Μάνη [πχ ο Πάτρικ Λη Φέρμορ με το έργο του ΜΑΝΗ, έκδοσης του 1958]. Και Έλληνες λογοτέχνες, που δεν κατάγονται από τη Μάνη, έχουν αναφερθεί με κείμενά τους σε αυτή [όπως ο Κώστας Ουράνης, ο Στρατής Μυριβήλης και άλλοι].     

Όμως είναι πάρα πολλοί οι Μανιάτες στην Αθήνα, που, μετά το 1949, έγραψαν πολλά βιβλία για τη Μάνη, κυρίως για την ιστορία και τη λαογραφία της. Είναι τα δυο βασικά θέματά τους. Δεν έλειψαν όμως ούτε οι πεζογράφοι ή οι ποιητές. Τους Μανιάτες, που ασχολήθηκαν με την ιστορία, τη λογοτεχνία και τη λαογραφία, αρκετοί από τους οποίους ήταν αξιόλογοι, όπως και τις εργασίες τους, μπορεί ο αναγνώστης να πληροφορηθεί από τους καταλόγους της Εθνικής βιβλιοθήκης και της βιβλιοθήκης της Βουλής και κατά συνέπεια δεν σημειώνω τα ονόματά τους γιατί, πέραν του συνοπτικού της παρούσας εργασίας, είναι τόσοι πολλοί που κάποιους θα παραλείψω. Θα σημειώσω όμως ορισμένους που έγραψαν πικρές αλήθειες και πήγαν αντίθετα στο ρεύμα, διαλύοντας μύθους [για αυτόν ακριβώς τον λόγο, ότι γράφουν πικρές αλήθειες].

Α] Ο Σταύρος Σκοπετέας, που δημοσίευσε γραπτά ιδιωτικά συμφωνητικά πώλησης ακινήτων [1547-1830], μίσθωσης και διαθηκών και ανέτρεψε τον μύθο για το, ‘’ο λόγος μου είναι συμβόλαιο’’, δηλαδή ότι δεν γίνονταν γραπτές συμφωνίες γιατί ίσχυε ο λόγος, ενώ γίνονταν συμβόλαια και μάλιστα σε ευρεία έκταση. [Βλ. Επετηρίς του αρχείου της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου της  Ακαδημίας Αθηνών, τ. 3 και 6]. [Γραπτά κείμενα δεν συνέτασσαν μερικοί είτε γιατί δεν ήξεραν γράμματα είτε γιατί δεν ήθελαν να πληρώσουν τον γραμματικό [μετέπειτα συμβολαιογράφο] είτε γιατί αυτός ήταν μακριά. Όμως οι ισχυροί και οι εγγράμματοι συνέτασσαν έγγραφα και αυτό πιστοποιεί ο Σκοπετέας].

Β] Οι Σωκράτης Κουγέας και  Κώστας Μέρτζιος, που δημοσίευσαν κείμενα αξιωματούχων και ιστοριογράφων της εποχής για την παράδοση [δήλωση υποταγής] των Μανιατών στους Οθωμανούς το 1715. [Βλ. Πελοποννησιακά 2 [1957], 427-8, 458 και 3-4 [1960], 276-287], καθώς εθεωρείτο ότι η Μάνη δεν παραδόθηκε ποτέ, δεν κυριεύθηκε και ήταν πάντα ελεύθερο και ανεξάρτητο κράτος.

Γ] Ο Σταύρος Καπετανάκης [με το κοπιαστικό έργο του, Η Μάνη στη δεύτερη Τουρκοκρατία, 1715-1821] απέδειξε ότι οι μπέηδες της Μάνης εξαγόραζαν από τον Σουλτάνο το αξίωμα, και διορίζονταν από αυτόν, για να υπηρετούν τα συμφέροντά του [φόρους και τάξη] και τον υπάκουαν πιστά [‘’σύρω το πρόσωπό μου επί της γης και καταφιλώ τα ίχνη των ποδών σας’’, έγραφε ο μπέης Κωνσταντίνος Ζερβάκος στον Βελή πασά]. Επίσης και ότι οι πληρεξούσιοι των χωριών της Μάνης είχαν υπογράψει [1806, 1813] υποσχετικά υποταγής στον Σουλτάνο.

Δ] Ο Ανάργυρος Κουτσιλιέρης, που επιχείρησε με το έργο του, Ιστορία της Μάνης,’να ικανοποιήσει την ιστορική έρευνα και όχι τις τοπικές φιλοδοξίες’’, όπως κάποιοι άλλοι [βλ. παρακάτω].

Αυτοί και άλλοι δεν επεδίωξαν ευμενείς κριτικές και επαίνους φανατικών ή αδαών αλλά τίμησαν το έργο του ιστορικού με έρευνα και αποδείξεις από τις πηγές. [Μακάρι να τους ακολουθούσαν όλοι].

Αυτοί οι έγκυροι συγγραφείς, με τις πρωτότυπες και τεκμηριωμένες εργασίες τους, ανέτρεψαν παραδεδομένους, για δεκαετίες, μύθους, που από πολλούς Μανιάτες θεωρούνταν ότι έχουν ισχύ αδιαμφισβήτητου, πραγματικού, ιστορικού γεγονότος. Τους ανήκει ο έπαινος.

Έχω την άποψη ότι για κανένα άλλο μέρος της χώρας δεν έχουν γραφτεί τόσα πολλά έργα ιστορίας και λαογραφίας, όπως για τη Μάνη.

Και ενώ οι εργασίες Μανιατών για την ιστορία ή τη λαογραφία του τόπου τους είναι αρκούντως πολλές και οι Μανιάτες ποιητές και πεζογράφοι επίσης είναι πολλοί, παρά ταύτα η πνευματική δημιουργία σε άλλα θέματα, ιδιαίτερα με μελέτες, προτάσεις και ιδέες για την ανάπτυξη της Μάνης [για τη γεωργία, την άρδευση, τον ορυκτό πλούτο, το περιβάλλον κλπ], είναι λίγες, ενώ έπρεπε να είναι πολλές.

Στη Μανιάτικη βιβλιογραφία, από παλιά, κυριαρχούν συγγραφείς από τη Μέσα Μάνη, που γράφουν με διθυραμβικό τρόπο και υπερβάλλοντα ζήλο για Νικλιάνους, γδικιωμούς, μοιρολόια και άλλα, με πληθώρα έργων, δυσανάλογων του ρόλου που έπαιξε το Νικλιάνικο και τα γύρω του χωριά στην ιστορία της Μάνης από τους χρόνους της Τουρκοκρατίας ως σήμερα. Και οι από την Έξω Μάνη έχουν γράψει αρκετές ερευνητικές και πρωτότυπες εργασίες. Μόνο για τη ΒΑ Μάνη έχουν γραφεί λίγα έργα. Μάνη όμως δεν είναι μόνον η Μέσα ή η Έξω με τους καπετάνιους, αλλά και ο Πασσαβάς, η Παλιά Καρυούπολη, η Τευθρώνη και άλλα χωριά. Τελευταία παρατηρείται μια εξισωτική προσπάθεια.

Κριτική στους Μανιάτες συγγραφείς. Οι Μανιάτες θέλουν να αναδείξουν τον τόπο τους. Μερικοί όμως, χωρίς στοιχεία και έρευνα, γράφουν αυτά που θα ήθελαν και όχι αυτά που προκύπτουν από τις πηγές της ιστορίας. Θέλουν να ικανοποιήσουν τοπικές ή προσωπικές φιλοδοξίες και όχι την ιστορική αλήθεια, κολακεύοντας τους συμπατριώτες, για ‘’το χειροκρότημα της αγοράς’’. Γράφουν για ανεξάρτητο κράτος Μάνης που δεν πατήθηκε ποτέ από τους Τούρκους, που κήρυξε πόλεμο στην Τουρκιά και την κατατρόπωσε απελευθερώνοντας και τους υπόλοιπους Έλληνες, ότι δεν πλήρωναν οι Μανιάτες φόρο στον Σουλτάνο, ότι τους μπέη-δες δεν τους διόριζε [ως υπαλλήλους του για την τάξη και τη φορολογία] ο Σουλτάνος αλλά τους εξέλεγαν οι Μανιάτες, ότι δεν σκότωσαν τον Καποδίστρια οι Μαυρομιχαλαίοι, ότι όλοι οι μεγάλοι άνδρες της υφηλίου κατάγονται από τη Μάνη [ίσως δε και ο πατέρας του Χριστού], ότι όλες οι αξίες του πολιτισμού και ιδία της ηθικής [τιμή, πειθαρχία, υπακοή στους νόμους, σεβασμός στους μεγαλύτερους, αγάπη στην πατρίδα και στην ελευθερία, αξιοπρέπεια κλπ] καθιερώθηκαν στη Μάνη, ότι η Μάνη είναι όπως το Άγιο Όρος, ότι οι Μανιάτες είναι περιούσιος λαός που αυξήθηκε και κατακυρίευσε τη γη και μετέφεραν τον Μανιάτικο πολιτισμό στους τρωγλοδύτες άλλων τόπων [και …. όριο στους εγωισμούς δεν υπάρχει]. Και μετά από αιώνες αν αποκαλυφθεί ζωή στο μακρινό διάστημα  ίσως κάποιος, με έπαρση, να γράψει ότι και εκεί πήγαν οι Μανιάτες ή ήρθαν από εκεί.

Για αυτό ο Σταύρος Καπετανάκης [Η Μάνη στη δεύτερη Τουρκοκρατία, σελ. 31, σημ. 11] γράφει, ‘’Η Μάνη έχει να επιδείξει αληθινές περγαμηνές  ηρωισμού, θυσιών και προσφοράς στην πατρίδα και την ελευθερία της και δεν χρειάζονται εξωπραγματικοί λεονταρισμοί‘’ και ο Ανάργυρος Κουτσιλιέρης, πλέον παραστατικός και δηκτικός, γράφει στην Ιστορία της Μάνης, έκδοση 1993, σελ. 449, όπως σημειώνεται παραπάνω,  ‘’μπορεί να ικανοποιούνται κάποιες τοπικές φιλοδοξίες, δεν μπορούμε όμως να ισχυριστούμε ότι ικανοποιείται και  η ιστορική έρευνα’’.  Όταν δεν υπάρχουν αποδείξεις για τα γραφόμενα, τότε αυτά δεν είναι ιστορία αλλά παραμύθια [Ανάργυρος Κουτσιλιέρης, Ο λαός της Μάνης, σελ. 211]. Και ο Δ. Μαρωνίτης στην εφ. ΤΟ ΒΗΜΑ [29-4-2007] σημείωνε, ‘’μερικοί γράφουν ή υπερασπίζονται προς ίδιον όφελος ανιστόρητα μυθεύματα’’.

Θυμάμαι, όταν η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε [2014] στο φως τα ενδότερα του λόφου Καστά στην Αμφίπολη και δημιουργήθηκε παγκόσμια συγκίνηση και συζήτηση, ένας πολυδιαφημισμένος Μανιάτης, που παρουσιαζόταν ως ιστορικός ‘’μεγάλου βεληνεκούς’’, είπε από τηλεοράσεως  ότι εκεί ήταν ο τάφος του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ευτυχώς το κύρος της επιστήμης διέσωσε παριστάμενος στη συζήτηση καθηγητής της αρχαιολογίας στο πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ο οποίος του είπε, αυθωρεί και παραχρήμα, ‘’στον αέρα’’, ότι αυτό που είπε είναι επιστημονικώς ανεπίτρεπτο [κάπως αλλιώς του το είπε αλλά ‘’άστο’’] γιατί δεν στηρίζεται σε καμία πηγή. [Πολλοί θα ήθελαν να είναι εκεί ο τάφος του Αλέξανδρου αλλά καμία πηγή της ιστορίας δεν επιτρέπει τέτοιον ισχυρισμό. Κι ο ιστορικός κάνει έρευνά και δεν ‘’μπερδεύει’’ τις ορέξεις του ή τις φιλοδοξίες του με την αλήθεια]. Παρόμοια ατοπήματα για εθνικιστικούς λόγους ή προβολής κλπ έχουν κάνει και μερικοί άλλοι Μανιάτες που παρουσιάζουν ως προσωπικές επιτυχίες αδιανόητα πράγματα για τη Μάνη [ή και την Ελλάδα], τα οποία δεν έχουν καμία τεκμηρίωση αλλά είναι μυθεύματα.

Υπάρχουν, επίσης, εδώ και λίγα χρόνια, περιθωριακά μέσα ενημέρωσης και ιστοσελίδες του διαδικτύου, όπου  σημειώνονται πολλές ανακρίβειες, προφανώς από λόγους άμετρου, τοπικιστικού εγωισμού και προσωπικών φιλοδοξιών και δεν έχουν σχέση με την ιστορική αλήθεια.

[Υπάρχει η ιατρική που διδάσκεται στα πανεπιστήμια και εφαρμόζεται στα νοσοκομεία αλλά υπάρχουν και κομπογιαννίτες κλπ. Είναι θέμα του ασθενή σε ποιους θα αποταθεί. Και για την ιστορία υπάρχουν συγγραφείς που κάνουν έρευνα  και άλλοι που λένε και γράφουν ατεκμηρίωτα πράγματα].      

Αγριόκρινοι των βράχων. Αλλά οι Μανιάτες, οι άξιοι εξ αυτών,  δεν διακρίθηκαν μόνο στην ιστορία, στη λογοτεχνία ή στη λαογραφία αλλά και  σε άλλους τομείς.

Στον κατάλογο των  υπέρ πατρίδας πεσόντων Μανιατών  συμπεριλαμβάνονται και  οι, ταγματάρχης Σωτήριος Σταυριανάκος το 1974 στην Κύπρο και υποπλοίαρχος Παναγιώτης Βλαχάκος στα Ίμια το 1996.

Φιλόσοφοι, Νίκος Πουλαντζάς.

Πολιτικοί, Γιώργος Γεννηματάς [υπουργός υγείας του ΠΑΣΟΚ που καθιέρωσε το ΕΣΥ]. Και η κόρη του, Φώφη Γεννηματά, διετέλεσε [2015-2021] πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ.

Δικαστές, Στυλιανός Μαυρομιχάλης [πρόεδρος Αρείου Πάγου, υπηρεσιακός πρωθυπουργός, που διεξήγαγε τις αδιάβλητες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 1963].

Δικηγόροι, Πάνος Παναγουλάκος, Δημήτριος Πουλέας. 

Γιατροί, Γρηγόρης Σκαλκέας. 

Δημοσιογράφοι, Γιάννης Τζανετάκος.

Μουσικοί, Σταύρος Ξαρχάκος

Γλύπτες, Βάσος Φαληρέας. 

Ζωγράφοι, Ηλίας Δεκουλάκος.

Καλλιτέχνες, Κορίνα Τσοπέη [Μις υφήλιος 1964, Ο φάρος της Λακωνίας, φ. 226/31-10-1964, σελ. 3], Αλίκη Βουγιουκλάκη, Νόνικα Γαληνέα, Κώστας Καζάκος.

Επιχειρηματίες, Σταύρος Νταϊφάς [πρόεδρος Ολυμπιακού].      

Ποδοσφαιριστές, Μίμης Στεφανάκος, Μάικ Γαλάκος, Δημήτρης Σαραβάκος.

Πολιτιστικές εκδηλώσεις. 1. Στη Μάνη. Στη Μάνη υπάρχουν θέατρα [αρχαίο στο Γύθειο, νέο στη Πλάτσα], μουσεία, στο Γύθειο [αρχαιολογικό, ιστορικό στον πύργο του Τζαννετάκη στο νησί Κρανάη, κέντρο πολιτισμού στο παλιό παρθεναγωγείο], στην Αρεόπολη [Βυζαντινό μουσείο στον πύργο Πικουλάκη], στον Διρό [νεολιθικό μουσείο, έξω από το σπήλαιο Αλεπότρυπα], στην Πλάτσα [λαογραφική συλλογή], στην Καρδαμύλη [στον πύργο του Μούρτζινου-Τρουπάκη], στο Εξωχώρι [ιστορικό-λαογραφικό ‘’η Ανδρούβιστα’’] και μερικά ιδιωτικά. 

 Στο Γύθειο λόγω του πληθυσμού του, όπως έχει σημειωθεί, διοργανώνονταν, μετά το 1950, πολλές εκδηλώσεις. Από το περιοδικό ΗΩΣ [με αφιέρωμα στη Λακωνία, περίοδος τρίτη, έτος 6, αριθμός 66-70, 1963]  που εκδιδόταν στην Αθήνα, πληροφορούμαστε ότι οι ετήσιες [θερινές] γιορτές του δήμου Γυθείου ξεκίνησαν το 1955 και από ανακοίνωση προγράμματός του, γνωρίζομε ότι το 1963  είχε ορισθεί να παιχθεί [17 και 18 Αυγούστου 1963], στο αρχαίο θέατρο, η τραγωδία του Ευριπίδη, Ιφιγένεια εν Ταύροις [επίσης] ότι το 1957 παίχθηκε η Ηλέκτρα του Ευριπίδη [βλ. Ο φάρος της Λακωνίας, φ. 87/17-7-1957], είχε προγραμματιστεί να γίνουν ‘’θαλασσινές γιορτές’’, με συμμετοχή του Βασιλικού Ναυτικού και του στρατού [ΚΕΜ], να παιχθεί μουσική από την μπάντα του Στόλου, του ΚΕΜ [στρατού] και της Φιλαρμονικής Γυθείου, να γίνουν λεμβοδρομίες με πυροτεχνήματα, χορός,  εκδρομές και ξεναγήσεις σε αρχαιολογικούς χώρους. Στο Γύθειο υπήρχε κινηματογράφος [REX] για καθημερινή προβολή. Ενίοτε ο επιχειρηματίας έκανε περιοδεία στα χωριά και ιδία στην Αρεόπολη και οι μαθητές [και οι μαθήτριες] για να ιδούμε το έργο έπρεπε πρώτα να το ιδούν κάποιοι από τους καθηγητές [να τα χαρακτηρίσουν ‘’κατάλληλο’’] και το απόγευμα της άλλης ημέρας να πάμε όλο το σχολείο μαζί, ‘’στη γραμμή’’.  

Στο Γύθειο υπήρχε ποδοσφαιρική ομάδα που έπαιζε με άλλες της Σπάρτης, της Καλαμάτας, του Βλαχιώτη κλπ. ενώ στα γυμνάσια έπαιζαν οι τάξεις μεταξύ τους στην έδρα του σχολείου κάποιο απόγευμα.  [Και ο Ολυμπιακός Πειραιώς θα έπαιζε με τον Πανγυθειατικό την Κυριακή 2-2-1969 [εφ. ΜΑΝΗ, φ. 66/30-12-1968]. Στα περισσότερα χωριά, σήμερα, υπάρχουν γήπεδα ποδοσφαίρου και καλαθοσφαίρισης. [Στο παζάρι του Γυθείου τον Σεπτέμβριο του 1964[;] ένας επιχειρηματίας από την Αθήνα[;] παρουσίασε το εντυπωσιακό και συνάμα πολύ επικίνδυνο θέαμα, τον καλούμενο ‘’γύρο του θανάτου’’. Έκοβε ανάσες].     

Εκδηλώσεις, λιγότερες βεβαίως από του Γυθείου, γίνονταν στην Αρεόπολη, στην Καρδαμύλη, στη Βέργα, στον Διρό, στον Πολυάραβο αλλά και σε άλλα χωριά. 

Περιοδείες στα χωριά, ‘’κατά διαστήματα’’, έκαναν κάποιος καραγκιοζοπαίχτης, θηριοδαμαστής [αρκουδιάρης], ταχυδακτυλουργός κλπ προς τέρψη του κοινού, που θα τον έβλεπε εκστατικά. [Θυμάμαι μια φορά, 1964-65, στο [εξατάξιο] γυμνάσιο Αρεοπόλεως είχε έρθει ένας βαρύτονος τραγουδιστής και πρώτη φορά ακούσαμε κλασσική μουσική ].

Ελαφρά λαϊκά τραγούδια ακούγαμε από τον ραδιοφωνικό σταθμό του Πύργου της Ηλείας που συνδεόταν πολλές ώρες με το πρόγραμμα της Υπηρεσίας Ενημερώσεως Ενόπλων Δυνάμεων [ΥΕΝΕΔ].

Και όταν ερχόταν κάποιος στο χωριό με το φορτηγάκι του να πωλήσει ψάρια, μαναβική ή  σεντόνια κλπ από μακριά έβαζε στο μεγάφωνο λαϊκά τραγούδια στη ‘’διαπασών’’ για να τον ακούσουν οι χωριανοί,               ’Ανεβαίνω σκαλοπάτια, ανεβαίνω ανηφοριές,

          για να ιδώ τα δυο σου μάτια, που μ’ ανάψανε φωτιές’’

και κάθε τόσο τα διέκοπτε για να διαλαλήσει την πραμάτειά του.

Στα δημοτικά σχολεία και στα γυμνάσια έκαναν σχεδόν κάθε χρόνο, αν είχαν γυμναστή τα γυμνάσια, γυμναστικές επιδείξεις και κατά καιρούς γίνονταν και λακωνικοί αγώνες σχολείων στην έδρα κάποιου γυμνασίου. Στις εθνικές επετείους, επίσης, γίνονταν, συνήθως, γιορτές με θεατρικά δρώμενα, ποιήματα, χορούς και τραγούδια, όχι μόνο στο γυμνάσιο αλλά, κυρίως, στα δημοτικά, που προσείλκυαν τους χωριανούς.       

Αυτή ήταν η ψυχαγωγία των κατοίκων. Καθώς βελτιωνόταν το βιοτικό επίπεδο οι σκληρά εργαζόμενοι Μανιάτες και ιδία οι ακαταπόνητες Μανιάτισσες, με το πέρασμα των χρόνων, όλο και λιγάκι, περιόριζαν τον χρόνο της δουλειάς για να ξεκουραστούν το μεσημέρι και να σχολάσουν νωρίς το βράδυ, καθώς, παλαιότερα, ‘’αναπαμό δεν είχαν’’.  

Τελευταία μαζί με τα πανηγύρια ή και ανεξάρτητα από αυτά, που διοργάνωναν και διοργανώνουν οι σύλλογοι, οι δήμοι καλούν θεατρικές ή μουσικές ομάδες στα κεφαλοχώρια για παραστάσεις [‘’φεστιβάλ’’], παρουσιάζονται δε και εκθέσεις ζωγραφικής ή ειδών λαϊκής τέχνης και επίσης κάνουν κάθε καλοκαίρι αθλητικούς αγώνες σε στεριά και θάλασσα, ιππικούς, σκοπευτικούς κλπ. Τελευταία διοργανώνονται συνέδρια, γίνονται ντοκιμαντέρ για την Μάνη, εκπομπές στην τηλεόραση, το ραδιόφωνο και το διαδίκτυο. Υπάρχει κινητικότητα…

2. Πολιτιστικές εκδηλώσεις Μανιατών στην Αθήνα και στη διασπορά γίνονταν [-αι] μέσω των συλλόγων για την πρωτοχρονιάτικη πίττα για τις αποκριές, άλλες γιορτές και διοργανώνονταν [-αι] εκδρομές.

Καλές τέχνες.  1. Μουσική. Λόγω της μετανάστευσης, και καθώς γάμοι και γλέντια δεν γίνονταν συχνά, οι οργανοπαίχτες και τραγουδιστές σπάνιζαν και οι λιγοστοί νέοι δεν συνέχιζαν την παράδοση. Ούτε ψάλτες δεν εύρισκαν και οι λιγοστοί που απέμειναν ήταν γέροι. Όταν χρειάζονταν μουσικούς ‘’έφερναν’’ από την Καλαμάτα ή τη Σκάλα του Έλους. 

2. Αρχιτεκτονική.  Λαϊκοί αρχιτέκτονες  δεν υπήρχαν στη Μάνη μετά το 1960, καθώς δεν ανεγείρονταν πύργοι και κατοικίες. Διασώζονται όμως, σε κατάσταση ερειπίου, αξιόλογα έργα παλιών τεχνιτών όπως πύργοι, οικόσημα, γεφύρια και βρύσες με καμάρα,  καλντερίμια κλπ.` Τις τελευταίες δεκαετίες που ανθεί η οικοδομή στη Μάνη οι αρχιτέκτονες και οι μηχανικοί έχουν σπουδάσει σε πολυτεχνικές σχολές και εξειδικεύονται στην κατασκευή πύργων, σπιτιών και άλλων κατασκευών.

3. Γλυπτική. Και οι παλιοί λιθοξόοι εξέλειπαν με τον καιρό που σκάλιζαν την πέτρα και έφτιαχναν μορφές προσώπων, σταυρούς, άλλα σύμβολα και χάραζαν τη χρονολογία του έργου τους. Οι νεότεροι Μανιάτες γλύπτες σπούδασαν στην Αθήνα σε σχολές ή μαθήτευσαν σε έμπειρους γλύπτες και πολλά έργα τους βρίσκονται στη Μάνη [ο ανδριάντας του Πετρόμπεη στην Αρεόπολη, της δρεπανηφόρου Μανιάτισσας στον Διρό και στον Πύργο, του αφανούς ναύτη στο Γύθειο, του Καζαντζάκη στη Στούπα [λόγω Ζορμπά], του Τσαλαφατίνου στο Οίτυλο  και άλλα σε χωριά]. Και μνημεία επίσης [λχ του Φτέρη στην Αρεόπολη [12/20-12-1972 απόφαση κοινοτικού συμβουλίου Αρεοπόλεως], των εκτελεσθέντων από τους Γερμανούς στον Πασσαβά κλπ.]

4. Ζωγραφική και αγιογραφία Ό,τι σημειώνεται για τους γλύπτες ισχύει και για τους ζωγράφους και αγιογράφους.

Εύφημος μνεία. Η Μάνη -ένα απέραντο ανοιχτό μουσείο-  οφείλει την ανάπτυξη της, κατά τις τελευταίες δεκαετίες, αρχικά, στα σπήλαια Διρου και μετά στους πύργους, στα κάστρα, στις βυζαντινές εκκλησίες, στα παλαιοντολογικά ευρήματα, στο άγριο τοπίο, στους γκρεμούς, στις σπηλιές,  στη θάλασσα, στους θρύλους, στις παραδόσεις, στους αγώνες για την ελευθερία της, στους γδικιωμούς, στη γεωγραφική της θέση, στο ήπιο κλίμα της, στον ήλιο, στο φως, στο λάδι της και, ως πρότινος,  στον πρωτόγονο σχεδόν τρόπο ζωής των κατοίκων της, στην απλότητα και στην αμεσότητά τους μέχρι να γίνουν επαγγελματίες του τουρισμού.

Όμως, κατά τη γνώμη μου, μεγάλη, ανεκτίμητη θα σημείωνα, είναι η συμβολή των πνευματικών της τέκνων, καθώς έγινε λόγος παραπάνω. Όχι όλων αλλά μερικών. Χωρίς αυτούς τους λίγους Μανιάτες των ιδεών και των προτάσεων, που ήθελαν, ανιδιοτελώς, να προσφέρουν στον τόπο, που γεννήθηκαν, νομίζω ότι λίγα θα είχε επιτύχει η περιοχή και σε κάθε περίπτωση πολύ θα είχε καθυστερήσει η εξέλιξή της.

Οι πρόεδροι των κοινοτήτων δεν μπορούσαν να ικανοποιήσουν τις ανάγκες του τόπου και των κατοίκων, δεν είχαν αρμοδιότητες ως το 1981, ούτε πόρους για να κάνουν έργα, τελούσαν υπό την διαρκή κηδεμονία και τον έλεγχο του νομάρχη και της πελατειακού χαρακτήρα χορήγησης χρημάτων από τους πολιτευτές. Αλλά δεν είχαν και παραστάσεις, ιδέες από άλλα μέρη και εκλέγονταν λόγω πολυάριθμου σοϊού, συμπεθέρων, κουμπάρων και ρουσφετιών.

‘’Από την άλλη πλευρά’’ οι κάτοικοι ήταν απασχολημένοι στις αγροτικές εργασίες τους και όπως τους έλεγαν ‘’τα κοινά δεν ήταν για αυτούς. Έπρεπε να κοιτάζουν τη δουλειά τους’’. Όμως υπήρχαν και τα πνευματικά τέκνα της Μάνης, τα οποία ζούσαν στην Αθήνα και επισκέπτονταν το χωριό τους, αυτοί που είχαν βγει έξω από τα σύνορά της σε άλλους τόπους, είχαν ιδεί άλλα μέρη, είχαν πάρει ερεθίσματα, είχαν διαβάσει, είχαν ακούσει, έμαθαν, ‘’είχαν και την καρδιά στη Μάνη’’ και κατέθεσαν τις ιδέες και τις προτάσεις τους στους συγχωριανούς τους, ανέλαβαν πρωτοβουλίες, έφτιαξαν συλλόγους στην Αθήνα, εξέδωσαν βιβλία, εφημερίδες  και περιοδικά, έκαναν διαλέξεις, ενημέρωσαν τους κατοίκους, πήγαν στον νομάρχη  με το ύψος του πνευματικού αναστήματός τους, ‘’χτύπησαν πόρτες’’ υπουργείων στην Αθήνα και βουλευτικών γραφείων, είχαν επιτυχίες. Χάρη σε αυτούς πχ εξερευνήθηκαν επιστημονικά και αξιοποιήθηκαν τα σπήλαια του Διρου, ξεκίνησε ο εορτασμός της 17ης Μαρτίου στην Αρεόπολη και προϊόντος του χρόνου έλαβε πανηγυρικό χαρακτήρα, διατηρήθηκε ο παραδοσιακός χαρακτήρας των οικισμών και περιορίσθηκε η αυθαίρετη δόμηση, εξερευνήθηκαν οι σπηλιές στην ακρογιαλιά της Αρεόπολης [Απήδημα] αλλά και του Διρου για παλαιοντολογικά ευρήματα, διαφήμισαν τη Μάνη με τα βιβλία και τις δημοσιεύσεις τους σε εφημερίδες και προσέφεραν ως ευεργέτες.

Βεβαίως, εσχάτως, γίνεται διαφήμιση της περιοχής με τον εορτασμό της επετείου της 17ης Μαρτίου αλλά και με διάφορα έργα που προβάλλονται κυρίως από την τηλεόραση ή το διαδίκτυο. Το Πολυτεχνείο και άλλοι ερευνητές έχουν κάνει πολλές μελέτες για την αρχιτεκτονική των πύργων της Μάνης αλλά και τις άλλες κατασκευές [κατοικίες, εκκλησίες, πλακόστρωτα μονοπάτια, γεφύρια, κάστρα, στέρνες, μάντρες, ξερολιθιές, τοίχους, μεγαλιθικές βάσεις]. Κάτι ανάλογο ισχύει και με τα παλαιοντολογικά ευρήματα στην περιοχή αλλά και για τις γεωλογικές ανακατατάξεις, που έχει υποστεί. Πολλές, επίσης, είναι, κατά τα τελευταία χρόνια, οι μεταπτυχιακές και διδακτορικές εργασίες ερευνητών για τη Μάνη αλλά νομίζω ότι μερικές από αυτές είναι τυποποιημένες, στερεότυπες, προβλέψιμες, σχεδόν όμοιες, χωρίς να πρωτοτυπούν και να παρουσιάζουν από την έρευνα κάτι καινούργιο, σαν να έχουν γραφτεί από τον ίδιο άνθρωπο, από το ίδιο γραφείο. Ας το προσέξουν οι επιβλέποντες καθηγητές. Αντίθετα, κάποιες άλλες εργασίες  ‘’πάνε την επιστήμη παραπέρα’’ και είναι αξιέπαινες.

Φυσικά και στα σχολεία της περιοχής, που έθεσαν τις βάσεις της ανέλιξης των Μανιατών, οφείλει η Μάνη πολλά, στις εφημερίδες [τοπικές και αθηναϊκές], στο οδικό δίκτυο, στη λεωφορειακή σύνδεση με την Αθήνα αλλά και στα καΐκια, που έπλεαν για  τον Πειραιά, στους συλλόγους, στην επιστροφή ή στις επισκέψεις των ξενιτεμένων.

Και, τέλος,  ήρθε ο τουρισμός και τα Ευρωπαϊκά προγράμματα. 

 

Επίλογος. Κάθε τόπος έχει δυνατότητες ανάπτυξης αρκεί οι ιθύνοντες να κοιτάζουν μπροστά, να μελετούν τα πράγματα, να παίρνουν ιδέες από τα ‘’φωτεινά και δραστήρια μυαλά’’ και να επιχειρούν.

Η τουριστική κίνηση τα τελευταία χρόνια [Πάσχα και θέρος] έχει γιγαντωθεί σε Γύθειο, Μαυροβούνι, Αρεόπολη, Στούπα κλπ αλλά απλώνεται και σε άλλα παραθαλάσσια χωριά. Θα συνεχισθεί αυτός ο ξέφρενος καλπασμός του τουρισμού ή η ‘’φούσκα θα σκάσει’’;  

Μήπως πρέπει να στραφούμε και σε άλλους τομείς με πρώτον τον πρωτογενή, δηλαδή τη γη, τη γεωργία και την κτηνοτροφία; Μήπως να τυποποιήσομε λχ το λάδι, να κοιτάξομε τα αρωματικά φυτά και τον πλούτο της Μανιάτικης γης;  Όταν η γεωργία ευημερεί, ευημερούν και οι άλλοι τομείς. Εξάλλου η γεωργία [με μέτρο] ξεκουράζει ψυχικά και πνευματικά και είναι ωφέλιμη και σωματικά. [Είναι η κατά φύση ζωή].

          Μήπως να κάνουν οι ειδικοί κάποιες μελέτες [όχι ‘’για τα συρτάρια και να πάρουν τα λεφτά’’] αλλά για την ανάπτυξη της περιοχής και οι προτάσεις τους να αξιολογηθούν και υλοποιηθούν όσες είναι δυνατόν;

Μήπως να προσγειωθούμε στην πραγματικότητα και με ρεαλισμό και ορθοφροσύνη να κοιτάξομε μπροστά;

Βεβαίως τα μικρά και ορεινά χωριά αλλά και κάποια παραθαλάσσια δεν μπορεί να επιζήσουν, ιδιαίτερα τον χειμώνα. Σύντομα θα ερημώσουν και ίσως κάποιος ερημίτης να παραμείνει εκεί για όσο ζήσει.

Όμως το Γύθειο, το Μαυροβούνι και η γύρω περιοχή τους, η Αρεόπολη, ο Πύργος, το Οίτυλο, η Στούπα, η Καρδαμύλη, η Βέργα, η Αβία μπορούν να κρατήσουν τη Μάνη ‘’ζωντανή και ανθοφορούσα’’, τουλάχιστον τουριστικά.

Πάντως ας ληφθεί υπόψη ότι οι ελκυστικοί τουριστικοί προορισμοί αλλάζουν. Από την Αίγινα και τον Πόρο ‘’πήγαμε’’ στο Λουτράκι και στα Καμένα Βούρλα, ύστερα στην Κέρκυρα και στη Ρόδο, μετά στη Χαλκιδική, στο Πήλιο και στην Κρήτη και, τελευταία, στη Μύκονο, στη Σαντορίνη και εσχάτως στα ξερονήσια.

Η Μάνη τα τελευταία χρόνια, εκτός από ξενοδοχεία, γέμισε και με ενοικιαζόμενα δωμάτια [βραχυχρόνιας μίσθωσης] σε κωμοπόλεις και μικρά χωριά και όλοι ασχολούνται με τον τουρισμό. 

Αν αλλάξουν τα πράγματα στον τουρισμό τι θα γίνει; 

 

Επί προσωπικού. Περαίνοντας το παρόν 25ο πόνημα μου και ζώντας στην Αθήνα νιώθω ό,τι και ο Φτέρης που έγραψε, 

’Τη θύμηση της Μάνης, της πέτρας και του αέρα της Μάνης, την έπαιρνα πάντα μαζί μου, όπου κι αν πήγαινα. Σαν φυλαχτό’’.

Και γράφω και θα γράφω για τη Μάνη και δεν θέλω να σκεφθώ ότι δεν θα έχω έμπνευση να γράψω για τη Μάνη, ότι δεν θα υπάρχει,

’παγάν λαλέουσα και λάλον ύδωρ’’

[έστω και αν δεν έχει  ‘’Φοίβος  καλύβην’’].   

[Πάντως αν πήγαιναν να εγκατασταθώ, κατά το γήρας μου, στη Μάνη, θα γύριζα στα χωριά, θα ‘’μάζευα’’ ιστορίες, παραδόσεις, σπάνιες λέξεις, τοπωνύμια, θα έκανα προτάσεις στους κατοίκους για διάφορα θέματα του χωριού τους και ‘’όπου βρισκόμουν και όπου στεκόμουν’’ θα μάζευα σπόρους και θα τους έσπερνα, κατά τις πεζοπορίες μου στα μονοπάτια, σε ασκεπείς περιοχές να βγούνε δένδρα και φυτά, να αλλάξουν την εικόνα σε κάποια σημεία, να είναι η Μάνη πολύμορφη]. 

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου